Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ζαν-Πολ Σαρτρ, Θα ’θελα να δω ολοκάθαρα εντός μου, πριν είναι πολύ αργά


Η δημιουργία, που στην περίπτωση του Σαρτρ ταυτίζεται με τη γραφή, είναι το μοναδικό αντίδοτο στην α-νοησία της ύπαρξης, ο μοναδικός τρόπος να αποτινάξει κανείς από πάνω του το άχθος της πραγματικότητας. Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο άνθρωπος και μόνο αυτός.

Με ήρωα τον εαυτό του, ο φιλόσοφος μιλάει για το άγχος της ανθρώπινης υπόστασης: «Η Ναυτία δεν με εγκατέλειψε και δεν πιστεύω ότι θα με εγκαταλείψει σύντομα· όμως δεν την υφίσταμαι πια, δεν είναι πλέον μια ασθένεια ούτε μια περαστική κακοκεφιά: είναι εγώ! Το μυθιστόρημα, που έχει τη μορφή μιας μη συστηματικής ημερολογιακής καταγραφής, συμπυκνώνει την προσπάθεια να περιγράψει «αυτό που δεν περιγράφεται», να διεισδύσει στον πυρήνα της δυσφορίας του

Η ΝΑΥΤΙΑ (αποσπάσματα, Εκδόσεις ΑΚΜΩΝ 1978)
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Είναι αδύνατο σήμερα, εβδομήντα χρόνια από την κυκλοφορία της (1938), να διαβάσει κανείς τη Ναυτία ανεπηρέαστος από το μύθο που τη συνοδεύει. Έναν μύθο που έκανε διάσημο το μανιφέστο του υπαρξισμού και τον εμπνευστή του,  τον Ζ.-Π. Σαρτρ. Η πλοκή της Ναυτίας είναι περίπου η εξής: ο Αντουάν Ροκαντέν, ένας άντρας που έχει ταξιδέψει και έχει ζήσει έντονη ζωή, εγκαθίσταται σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη, την Μπουβίλ (τοπωνύμιο επινοημένο από τον συγγραφέα) για να γράψει τη βιογραφία του μαρκήσιου ντε Ρολμπόν (πρόσωπο επινοημένο, επίσης) μελετώντας τα στοιχεία που υπάρχουν για τη ζωή του στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης. Η διαμονή του στη Μπουβίλ θα εξελιχθεί σε μια ιδιάζουσα υπαρξιακή κατάρρευση, που παίρνει τη μορφή αλλεπάλληλων κρίσεων, τις οποίες ο ίδιος βαφτίζει «ναυτία». Οι κρίσεις αυτές συνοδεύονται και ενισχύονται από μια όλο και πιο απογυμνωμένη θέαση του κόσμου, ο οποίος εμφανίζεται σαν ένα τυχαίο συνονθύλευμα στοιχείων όπου πράγματα και άνθρωποι συνυπάρχουν ισότιμα έξω και πέρα από κάθε νόημα. Στο τέλος, υπό τους ήχους ενός τζαζ κομματιού, ανακαλύπτει ότι η δημιουργία, που στην περίπτωσή του ταυτίζεται με τη γραφή, είναι το μοναδικό αντίδοτο στην α-νοησία της ύπαρξης, ο μοναδικός τρόπος να αποτινάξει κανείς από πάνω του το άχθος της πραγματικότητας.
Ο Σαρτρ πειραματίζεται με διάφορα είδη γραφής, «παίζοντας» με τις παραδοσιακές μορφές αναπαράστασης. Σκιαγραφεί το πορτρέτο του Αυτοδίδακτου, ενός αξιολύπητου «ανθρωπιστή» που έχει βαλθεί να διαβάσει όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης με αλφαβητική σειρά· επιδίδεται σε σχοινοτενείς περιγραφές της καθημερινότητας, στα καφέ, στους δρόμους και στα πάρκα της πόλης, οικτίροντας τον τρόπο ζωής των αστών και την αυτάρεσκη νηφαλιότητά τους. Όσο όμως η αφήγηση βαθαίνει, και μαζί της η κρίση του ήρωα, τόσο ο εξωτερικός κόσμος θολώνει και η γραφή επικεντρώνεται στη λύση του γρίφου που τον βασανίζει. Η αποκάλυψη θα έρθει κατά τη διάρκεια μια συνηθισμένης βόλτας στο πάρκο, όταν, ευρισκόμενος σχεδόν σε έκσταση, ο Ροκαντέν βιώνει τον κόσμο, σε μια, θα λέγαμε, προγλωσσική διάστασή του. Τα πράγματα δεν υπακούουν σε καμιά νομοτέλεια, καμιά λογική. Ο άνθρωπος, αδύναμος να διαφοροποιηθεί από αυτά, είναι θύμα της αδυσώπητης «ενδεχομενικότητας» (contingence) της ύπαρξης, καταδικασμένος να φτιάχνει ο ίδιος τη μοίρα του.
Ο Ζ.-Π. Σαρτρ εισάγει στη Ναυτία μια ακόμη σημαντική έννοια, αυτή της «περιπέτειας», ιδωμένης ως μιας μη πραγματοποιήσιμης δυνατότητας. «Η περιπέτεια είναι ένα ζωντανό ον του οποίου η φύση είναι να εμφανίζεται μόνο στο παρελθόν δια μέσου της αφήγησης».

ΦΥΛΛΑ ΧΩΡΙΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ
Το καλλίτερο θα ήταν να γράφω τα γεγονότα από μέρα σε μέρα. Να κρατώ ένα ημερολόγιο για να ξέρω τι γίνεται. Να μην αφήνω να ξεφεύγουν οι λεπτομέρειες, τα μικροσυμβάντα, όσο κι αν φαίνονται μηδαμινά και προπάντων να τα βάζω σε μια τάξη. Πρέπει να πω, πως βλέπω αυτό το τραπέζι, το δρόμο, τους ανθρώπους, το πακέτο μου με τον καπνό, μια και αυτό είναι που άλλαξε. Πρέπει να προσδιορίσω με ακρίβεια την έκταση και τη φύση αυτής της αλλαγής.
Λόγου χάρη να μια θήκη από χαρτόνι που περιέχει το μελανοδοχείο μου. Θα έπρεπε να προσπαθήσω να πω πώς την έβλεπα πριν και πώς τώρα…
Λοιπόν! είναι ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, χωρίζεται με –είναι ανόητο δεν υπάρχει τίποτα να πεις γι’ αυτό. Να τι πρέπει ν’ αποφεύγω, δεν πρέπει να βρίσκω το παράξενο εκεί που δεν υπάρχει τίποτα. Νομίζω πως αυτός είναι ο κίνδυνος όταν κρατάς ημερολόγιο: τα υπερβάλλεις όλα, πέφτεις σε παγίδες, συνεχώς παραβιάζεις την αλήθεια. Εξάλλου είναι σίγουρο πως μπορώ, από τη μια στιγμή στην άλλη –ακριβώς με τη ευκαιρία αυτής της θήκης ή αδιάφορο, όποιου άλλου αντικειμένου, να ξαναβρώ αυτή την προχθεσινή εντύπωση. Πρέπει να είμαι πάντα έτοιμος, αλλιώς θα μου ξεγλιστρούσε ακόμα μέσα από τα δάχτυλα. Δεν πρέπει τίποτα αλλά να γράφω προσεκτικά και με κάθε λεπτομέρεια ό,τι συμβαίνει.
Φυσικά δεν μπορώ πια να γράψω τίποτα το συγκεκριμένο γι’ αυτές τις ιστορίες του Σαββάτου και για προχθές, είμαι κιόλας πολύ μακριά τους. Αυτό που μπορώ να πω μονάχα είναι πως ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση έγινε κάτι που το λέμε, συνήθως, γεγονός. Το Σάββατο, τα χαμίνια έπαιζαν πετώντας πετραδάκια στο νερό και θέλησα κι εγώ να ρίξω όπως κι εκείνα, ένα χαλίκι στη θάλασσα. Την ίδια στιγμή στάθηκα, άφησα να πέσει το χαλίκι κι έφυγα. Θα πρέπει να φαινόμουν έξαλλος, πολύ πιθανό, αφού τα χαμίνια γελούσαν πίσω από τις πλάτες μου.
Αυτά εξωτερικά. Εκείνο όμως που συνέβη μέσα μου δεν άφησε αχνάρια καθαρά. Υπήρχε κάτι τι που είδα και με αηδίασε, όμως δεν ξέρω πια αν κοίταζα τη θάλασσα ή το χαλίκι. Το χαλίκι ήταν επίπεδο, στεγνό από τη μια πλευρά, υγρό και λασπωμένο από την άλλη. Το κρατούσα από τις άκρες, με τα δάχτυλα πολύ παραμερισμένα, προσέχοντας να μην λερωθώ.
Προχθές ήταν πολύ πιο μπερδεμένα. Και υπήρχε επίσης αυτή η ανεξήγητη για μένα αλυσίδα από συμπτώσεις, από παρανοήσεις. Αλλά δεν πρόκειται να διασκεδάσω γράφοντας όλα τούτα στο χαρτί. Επιτέλους είναι σίγουρο πως φοβήθηκα, ή πως ένιωσα κάποιο παρόμοιο αίσθημα. Αν ήξερα μονάχα, τι ήταν εκείνο που φοβήθηκα, θα είχα κιόλας κάνει ένα μεγάλο βήμα.
Αυτό που είναι παράδοξο είναι πως δεν είμαι διατεθειμένος να πιστέψω πως είμαι τρελός, κι ακόμα, το βλέπω ολοφάνερα πως δεν είμαι: όλες αυτές οι αλλαγές αφορούνε τ’ αντικείμενα. Τουλάχιστον γι’ αυτά είναι που θα ήθελα να βεβαιωθώ.
Ώρα 10.30
Τέλος πάντων, μπορεί και να ’ταν μια μικρή κρίση τρέλας. Δεν υπάρχει πια σημάδι. Τ’ αστεία συναισθήματά μου της περασμένης εβδομάδας μου φαίνονται σήμερα γελοία: δεν τα νιώθω πια. Απόψε είμαι πολύ χαρούμενος, πολύ καλόβολος στον κόσμο. Εδώ είναι το δωμάτιο μου, με βορειοδυτικό προσανατολισμό. Από κάτω, η οδός των Αναπήρων και η αποθήκη του καινούργιου σταθμού. Απ’ το παράθυρό μου βλέπω, στη γωνιά του βουλεβάρτου Βίκτωρ-Νουάρ, την ασπροκόκκινη φλόγα της «Συνάντησης των Σιδηροδρομικών». Έφτασε το τρένο από το Παρίσι. Οι άνθρωποι βγαίνουν από τον παλιό σταθμό και ξεχύνονται στους δρόμους. Ακούω βήματα και φωνές. πολλοί περιμένουν το τελευταίο τραμ. Σχηματίζουν ένα μικρό θλιβερό όμιλο, γύρω απ’ το μπεκ του γκαζιού, ακριβώς κάτω από το παράθυρό μου. Λοιπόν, πρέπει να περιμένουν ακόμα, μερικά λεπτά: το τραμ δεν θα περάσει πριν από της έντεκα παρά τέταρτο. Φτάνει να μην έρθουν εμπορικοί αντιπρόσωποι αυτή τη νύχτα: έχω τόση διάθεση να κοιμηθώ και μου λείπει τόσο ο ύπνος. Μια καλή νύχτα, μια μονάχα, κι όλες τούτες οι ιστορίες θα ξεχαστούν.
Έντεκα παρά τέταρτο: δεν έχω να φοβάμαι τίποτα, θα ήταν κιόλας εδώ. Τουλάχιστον ας μην είναι η μέρα του κυρίου από τη Ρουέν. Έρχεται κάθε εβδομάδα, του κρατούνε το δωμάτιο νούμερο 2 στο πρώτο πάτωμα, αυτό που έχει ένα μπιντέ. Μπορεί ακόμα να καταφθάνει. Συχνά, πίνει μια μπύρα, στη «Συνάντηση των Σιδηροδρομικών», πριν πάει για ύπνο. Κι άλλωστε, δεν κάνει πολύ θόρυβο. Είναι κοντούλης και πεντακάθαρος, μ’ ένα μαύρο, γυαλιστερό μουστάκι και περούκα. Να τον.
Λοιπόν, μόλις τον άκουσα ν’ ανεβαίνει τη σκάλα, ένιωσα πιο ήσυχος: τι έχω να φοβηθώ σ’ έναν τόσο ομαλό κόσμο; Θαρρώ πως γιατρεύτηκα.
Και να, το τραμ 7 «Σφαγεία – Μεγάλες Δεξαμενές». Πλησιάζει με μια μεγάλη φασαρία σιδερικών. Ξαναφεύγει. Τώρα χώνεται φορτωμένο με βαλίτσες κι αποκοιμισμένα παιδιά προς τις Μεγάλες Δεξαμενές, τις Φάμπρικες, στη μαύρη Ανατολή. Είναι το προτελευταίο τραμ: το τελευταίο θα περάσει σε μια ώρα.
Πάω για ύπνο. Γιατρεύτηκα κι ας μου λείπει να γράφω τις εντυπώσεις μου κάθε μέρα, σαν τα κοριτσόπουλα, σ’ ένα ωραίο καινούριο τετράδιο.
Μονάχα σε μια περίπτωση θα είχε ενδιαφέρον να κρατήσω ημερολόγιο: θα ’ταν αν[το κείμενο του φύλλου χωρίς ημερομηνία τελειώνει εδώ]

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Δευτέρα 29 Γενάρη 1932
Κάτι μου συνέβη, δεν μπορώ πια να αμφιβάλλω. Ήρθε καθώς  έρχεται μια αρρώστια, όχι σαν μια συνηθισμένη βεβαιότητα, ούτε σαν κάτι φανερό. Φώλιασε ύπουλα, σιγά-σιγά, ένιωσα κάπως παράξενα, λίγο στεναχωρημένος, αυτό είναι όλο. Και καθώς ήρθε, δε σάλεψε πια, έμεινε ήσυχο κι έτσι μπόρεσα να σιγουρευτώ πως δεν είχα τίποτε, πως άδικα ταράχθηκα. Και να που τώρα απλώθηκε.
Δεν νομίζω πως το επάγγελμα του ιστορικού προσφέρεται για ψυχολογική ανάλυση. Στον κύκλο μας δεν ασχολούμαστε παρά με ακέραια αισθήματα που τους δίνουμε γενικές ονομασίες, όπως Φιλοδοξία, Ενδιαφέρον. Ωστόσο αν είχα μια σκιά απ’ το γνώθι σ’ αυτόν, τώρα ήταν που θα μου χρησίμευε.
Στα χέρια μου, λόγου χάρη υπάρχει κάτι καινούριο, ένας ορισμένος τρόπος να πιάνω την πίπα μου ή το πιρούνι μου. Ή καλύτερα, είναι το πιρούνι που, τώρα, έχει έναν ορισμένο τρόπο να πιάνεται, δεν ξέρω. Τώρα δα, καθώς έμπαινα στο δωμάτιο, στάθηκα με μιας, γιατί ένιωσα στο χέρι μου ένα κρύο αντικείμενο, που αποσπούσε την προσοχή μου σα να είχε κάποια προσωπικότητα. Άνοιξα το χέρι, κοίταξα: κρατούσα απλούστατα το πόμολο της πόρτας. Το πρωί, στη Βιβλιοθήκη, όταν ο Αυτοδίδαχτος ήρθε να μου πει καλημέρα έκανα δέκα δευτερόλεπτα για να τον αναγνωρίσω. Έβλεπα ένα πρόσωπο άγνωστο, μόλις ένα πρόσωπο. Κι ύστερα υπήρχε το χέρι του, σαν ένα χοντρό άσπρο σκουλήκι, μέσα στο δικό μου. Το άφησα αμέσως κι ο βραχίονας ξανάπεσε μαλακά.
Στους δρόμους, επίσης, υπάρχουν ένα σωρό ύποπτοι θόρυβοι, που σέρνονται.
Λοιπόν, έγινε μια αλλαγή αυτές τις τελευταίες εβδομάδες. Αλλά πού; Είναι μια μεταβολή αφαιρεμένη, που δε βασίζεται σε τίποτε. Μήπως άλλαξα εγώ; Αν δεν είμαι εγώ, τότε είναι αυτό το δωμάτιο, αυτή η πολιτεία, αυτή η φύση. Πρέπει να διαλέξω!
Θαρρώ πως εγώ άλλαξα: είναι η πιο βολική λύση. Και η πιο δυσάρεστη επίσης. Όμως, επιτέλους, πρέπει να το παραδεχτώ πως είμαι έρμαιο αυτών των άξαφνων μετασχηματισμών. Η αλήθεια είναι ότι σκέφτομαι πολύ σπάνια. Τότε ένα πλήθος από μικρές μεταμορφώσεις στοιβάζονται μέσα μου χωρίς να το προσέξω και ύστερα μια ωραία μέρα γίνεται μια αληθινή επανάσταση. Αυτό είναι που έδωσε στη ζωή μου αυτή την άχαρη ασυνάρτητη όψη. Όταν άφησα τη Γαλλία, λόγου χάρη, βρέθηκαν πολλοί άνθρωποι για να πουν πως έφυγα από ξεροκεφαλιά. Κι όταν, άξαφνα, ξαναγύρισα, ύστερα από ταξίδι έξι χρόνων, θα μπορούσαν ακόμα να λένε για ξεροκεφαλιά. Ξαναβλέπω πάλι τον εαυτό μου με τον Μερσιέ, στο γραφείο αυτού του γάλλου δημοσίου υπαλλήλου, που παραιτήθηκε τον περασμένο χρόνο ύστερα από την υπόθεση Πετρού. Ο Μερσιέ γύριζε στη Βεγγάλη με μια αρχαιολογική αποστολή. Πάντα το ήθελα να πάω στη Βεγγάλη και με πίεζε να ε πάρει μαζί του. Αναρωτιέμαι, τώρα, γιατί. Νομίζω πως δεν ήταν σίγουρος για τον Πορτάλ και πως λογάριαζε σε μένα για να τον επιβλέπω. Δεν έβλεπα κανέναν λόγο άρνησης. Ακόμα κι αν είχα προαισθανθεί τότε, αυτή τη μικρή κομπίνα στο θέμα του Πορτάλ, ήταν ένας λόγος παραπάνω για να δεχτώ μ’ ενθουσιασμό. Λοιπόν, παράλυσα, δεν μπορούσα να πω μια λέξη. Το βλέμμα μου καρφώθηκε σ’ ένα μικρό αγαλματάκι του Χμιρ στα πράσινο χαλί, δίπλα στη συσκευή του τηλεφώνου. Μου φαινόταν σα να ’μουνα μουσκεμένος από γλοιώδη λέμφο ή από ζεστό γάλα. Ο Μερσιέ μου έλεγε, με μια αγγελική υπομονή που έξρυβε κάποιον ερεθισμό:
-«Δε νομίζετε, πως πρέπει να είμαι κι εγώ απόλυτα σίγουρος; Ξέρω πως τελικά θα πείτε το ναι: θα ήταν καλύτερα λοιπόν, να δεχθείτε αμέσως»
Έχει κάτι γένια κοκκινόμαυρα πολύ παρφουμαρισμένα. Σε κάθε κούνημα του κεφαλιού του ανάσαινα μια πνοή από άρωμα. Κι ύστερα, άξαφνα, από έναν ύπνο έξι χρονών.
Το άγαλμα μου φάνηκε αηδιαστικό και ηλίθιο κι ένιωθα πως έπληττα βαθιά. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί βρισκόμουν στην Ινδοκίνα. Τι έκανα εκεί; Γιατί μιλούσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους; Γιατί ήμουν έτσι κωμικά ντυμένος; Ήταν νεκρό το πάθος μου. Για χρόνια αυτό το πάθος με είχε καταποντίσει, με είχε τυλίξει. Τώρα ένιωθα άδειος. Όμως δεν ήταν αυτό το χειρότερο: εμπρός μου στέκονταν σε μια πόζα ανάλγητη, μια ιδέα ογκώδης και άχαρη. Δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν, μα δεν μπορούσα να την κοιτάξω, τόσο με αηδίαζε. Κι όλα τούτα ανακατεύονταν μέσα μου με το άρωμα από τη γενειάδα του Μερσιέ.
Τινάχτηκα, υπερβολικά θυμωμένος μαζί του, κι αποκρίθηκα ξερά: «Σας ευχαριστώ, αλλά πιστεύω πως αρκετά ταξίδεψα. Τώρα πρέπει να γυρίσω στη Γαλλία».
Δυο μέρες αργότερα έπαιρνα το βαπόρι για τη Μασσαλία.
Αν δεν γελιέμαι, αν όλα τα σημάδια που σωρεύονται είναι οι προάγγελοι μιας καινούργιας αναστάτωσης στη ζωή μου, ε λοιπόν, φοβάμαι. Δεν είναι πως η ζωή μου είναι πλούσια, μήτε βαριά, μήτε πολύτιμη. Όμως φοβάμαι αυτό που θα γεννηθεί, που θα με κυριέψει –και θα με παρασύρει- που; Θα χρειαστεί ακόμα να φύγω, να τ’ αφήσω όλα ξεκρέμαστα, τις έρευνές μου, το βιβλίο μου; Άραγε θα ξυπνήσω σε μερικούς μήνες, σε μερικά χρόνια, κατάκοπος, γελασμένος, ανάμεσα σε καινούρια ερείπια; Θα ’θελα να δω ολοκάθαρα εντός μου, πριν είναι πολύ αργά.
[η συνέχεια του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ στην επόμενη ανάρτηση από τη ΝΑΥΤΙΑ του Ζαν-Πωλ Σαρτρ]

Jean-Paul SARTRE, Είμαι καταδικασμένος να είμαι ελεύθερος
Ένας από τους σπουδαιότερους Γάλλους φιλοσόφους του 20ου αιώνα, με σημαντική απήχηση στη διεθνή διανόηση ήταν ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Δεν ήταν μόνο νομπελίστας και θεατρικός συγγραφέας αλλά και υπέρμαχος του κινήματος του Υπαρξισμού στη Γαλλία. Το 1964, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του «Οι Λέξεις’ (Les mots), το οποίο και αρνήθηκε να παραλάβει. Το 1943, σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του «Το Είναι και το Μηδέν», ανέπτυξε τις σκέψεις του πάνω σε έννοιες όπως η ανθρώπινη συνείδηση, η ελευθερία του ατόμου και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο Σαρτρ καταπιάστηκε με την έννοια της ελευθερίας όχι μόνο ως αξία ή ως στόχο αλλά σαν αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης που συνεπάγεται την κοινωνική υπευθυνότητα. Μπορεί να παρατηρηθεί μια σύγκλιση απόψεων μεταξύ Σαρτρ και Νίτσε στους κεντρικούς άξονες και στη γενική αντιμετώπιση του θέματος. Και οι δυο πίστευαν ότι ο άνθρωπος είναι «εγκαταλελειμμένος» στη γη, ότι μπορεί να κάνει τον εαυτό του ότι επιλέξει, αρνούνται την ύπαρξη του θεού, ενώ την ίδια στιγμή δεν δέχονται την ύπαρξη της «ουσίας».  Στο βιβλίο του «Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός», αναφέρει την φράση του Ντοστογέφσκυ, ότι αν δεν υπήρχε Θεός θα επιτρέπονταν τα πάντα. Εδώ, βρίσκεται κατά τον Σαρτρ το σημείο αφετηρίας του υπαρξισμού. Πραγματικά τα πάντα επιτρέπονται αφού δεν υπάρχει θεός και κατά συνέπεια ο άνθρωπος είναι εγκαταλελειμμένος, γιατί δεν βρίσκει ούτε μέσα ούτε έξω από τον εαυτό του μια δυνατότητα να αρπαχτεί από κάτι. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει τίποτα το προκαθορισμένο, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, ο άνθρωπος είναι ελευθερία. Είμαστε μόνοι, ασυγχώρητα μόνοι. Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: