Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Τύποι Ήλων: ανθολογία λυρικών (αντι)ρήσεων


Ευαγγελισμός της λέξης του Ποιήματος με ΑΛΧΗΜΕΙΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ ποιητών για να λούζονται οι πόθοι στο φως των Ονείρων τους

Γιατί είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των λέξεων που ψελλίσαμε στους μυώνες γαλάζιου αγέρα
Όπως στα όνειρα που τα ξεχνάμε το πρωί, κύματα ποίησης στο πληθυντικό σημείο των βράχων θα σπάνε, ν’ ανοίγουν όλα τα παράθυρα στις συμπτώσεις της στιγμής.

Ανάγκη να μετατρεπόμαστε κάθε στιγμή σε εικόνα
Η κυρία των Αγγέλων με χρυσό αλεξίπτωτο κατεβαίνει ως το μαξιλάρι σου και με τη συγκατάθεση των ηλιοτροπίων σου δείχνει την απόσταση που μας χωρίζει από τον τρόπο να ’μαστε όλοι μας άγγελοι με φύλο (Οδυσσέας Ελύτης, 3 Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας)

Αν ο Άνεμος, Νοτιάς της Ποίησης, που φυσά στον Έρωτα αναπνοές Ονείρων, σε ρωτήσει…
«Ποια είναι η γλώσσα που μιλάς, θάλασσα εσύ»; Τη γλώσσα της αιώνιας αναζήτησης, να του πεις!. Κι εσύ, ουρανέ μου, σε ποια γλώσσα μου διαβάζεις τα γαλάζια σου γράμματα; «Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής των κρυμμένων αστεριών μου  (Εσωτερικός μονόλογος, όταν ο Ποιητής μέσα μας δε λέει να σωπάσει)

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις χτύπα με αλλού, μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο. Δεν θα ’θελα να το λαβώσεις (Τάσος Λειβαδίτης)

Αντίο, λοιπόν… (εκ γενετής αντικατοπτρισμός ασέληνης νύχτας, που πάντα μέσα μου παλιννοστεί)
Έτσι έφυγες απ’ την κλειστή την πόρτα όπως υποχωρεί ο άνεμος σφυρίζοντας δαιμονισμένες σιωπές. Και πώς να την εκλάμψεις τόση σιωπή μαζεύοντας το πεταμένο ανάμεσα σε δυο στιχάκια «αντίο»; Αποθέωση έσω ερημίας που ανάμεσα σε δυο μαινόμενα βλέμματα άστραψε γαλάζιο ουρανό κι ύστερα βρόντηξε σιωπή νηστεύοντας το περιττό ενδεχόμενο

«Δε βρήκες μου πες το θεό μα δε σε νοιάζει, εγώ όμως βρήκα αυτό το κάτι που σου μοιάζει» (λαϊκό άσμα)
Γι’ αυτό, φτου κι απ’ το ανοιχτό παράθυρο του ανέμου βγαίνω κι όποιον βρίσκω δεμένο στο κατάρτι του χρόνου «Αργώ», «τα φυλάει» τ’ αμφίσημα τα Όνειρα. Κι αν ο κόσμος μας είναι το όνειρο αθέατου θεού που η ώρα του να ξυπνήσει σταμάτησε παρά τέταρτο εκατομμύρια έτη φωτός σε ανάδρομους σιωπής; Πού στο διάβολο να (ξανα)βρεις εκείνη τη γαμημένη λέξη που έδινε χρώματα στις ζωγραφιές της; Ποίησε πολυσχιδή και πολύχρωμο μύθο στης καρδιάς τα φύλλα (αυτοσχεδιασμοί Τάσου Κάρτα)

Είμαστε σαν γρασίδι δημοσίων κήπων. Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα χάριν συμμετρίας
Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι όπου κατοικώ εγώ με μέσα μου τη μοναξιά όπου βρίσκεται το σπίτι όπου κατοικώ εγώ με μέσα μου τη μοναξιά όπου βρίσκεται το σπίτι όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου! (τι θλίψη ανυπόφορη αν ξέρεις ότι μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση Ποίηση όπως στους Τύπους των Ήλων του Αργύρη Χιόνη απ’ όπου και τα παραπάνω αποσπάσματα)

Πότε τελικά η αγάπη και κάθε αρετή είναι πραγματική και πότε πλασματική;
Ένα ζευγάρι ερωτευμένων με το κεφάλι μέσα στον Γαλαξία, εγκάθειρκτοι στη φυλακή των χεριών τους, περιφρονούν τις στιγμές και μιλούν για αιώνες. Κι όμως η άλλη μέρα τους τοποθετεί σε χωριστούς δρόμους (Θεοδόσης Νικολάου)

Επεισόδιο λέξεων που φταίνε για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν μέσα στο Ποίημα! Όμως δεν είναι λέξη ο καιρός, είναι ο κακοήθης όγκος της στιγμής
Σεισμός λογίζονταν κι ο έρωτας με ανόητο επίκεντρο το σώμα μα που γινόταν έκθαμβα αισθητός και στις θαμμένες περιοχές της ευτυχίας και στης απώτερης σποράς μας τους αγρούς… Πως ήσουνα εχθρός μου δεν το ήξερες. Οι λέξεις σου το είπαν. Σε κείνες πούλησε ο έρως το σεισμό του κι ήρθε στην επιφάνεια ότι δεν μ’ αγαπούσες… Κι όταν κλαίμε μην ακούς τι ψεύδονται οι αδένες τάχα πως νίπτουν δάκρυα τας χείρας των. Δεν είναι δάκρυα, λέξεις ξαναχτυπούν καιρό επιφυλαγμένες στο αλάτι τους. Αυτές οι λέξεις άθλιες δεν λένε να φυσήξουν και τη θυσία μας εμφυσούν στην άπνοιά τους (Κική Δημουλά, Ενός Λεπτού μαζί)

Στις Μαρίες της Αυγής των πραγμάτων, που τη χτενισιά της θύελλας χαίρονται το αίνιγμά τους
Δεμένοι με τα σχοινιά των ψευδαισθήσεων στο πιο ευάλωτο κατάρτι της ζωής, την Ποίηση όπου Σειρήνες αδημονούν οριστικά εκεί ακριβώς που «το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης» ουρανίζεται όλο ριπές γαλάζιες παντάνασσας Σιωπής στην αληθινή διάσταση των λέξεών της (ελεύθεροι συνειρμοί για μια ευχή στις Μαρίες με τα κίτρινα και όχι μόνο)

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του Πόθου μου
Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά. Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη, μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου, Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του Ονείρου. Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου. Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα, λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο, νικήτρια μονάχη της σκέψης μου (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Ένα σώμα γυμνό μοναδική προέκταση που μας ενώνει με το μυστήριο
Ο περίπλους γύρω από ένα σώμα λείο γυμνό  τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο  ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο εωσότου ο κόλπος όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί.Επειδή βέβαια η χώρα της αθωότητας  δεν είναι όπως την φαντάζονται μερικοί, έχει τους αγίους της και τ’ αγρίμια της, τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της (Εν λευκώ στοχασμοί Οδυσσέα Ελύτη)

Πάψε να ριγείς δυνατά. Θα σ’ ακούσει η διπλανή πραγματικότητα.
Ν’ αφήνεις κάπως ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα γιατί θα  έρθουνε κι άλλα μ’ άλλες ονειροπολήσεις. Ύδατα βαθύφωνα, κιθαριστές ρυάκια, χωριουδάκια οικισμοί θέρετρα κελαηδισμών, ισορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σε φυλλαράκια με ταλαντεύσεις ελαφρότητας και η αιδώς μ’ ένα πολύ σκιστό στο πλάι κατακόκκινο φύλλο συκής να χορεύει μ’ έναν νοσταλγό μετανάστη λόγο. Σαν ομπρελάκι  χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας (Κική Δημουλά)

Σονάτα του Σεληνόφωτος: μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω, εκεί στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, απρόοπτες συναντήσεις, και χθεσινά και σημερινά και μελλούμενα, μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμό ακόμη, κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια- μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι τα δίνω μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω. Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου.

Αν είσαι μάγισσα όπως πίστευα  χαρίσου πέφτοντας πάνω σ’ αυτό που σκέφτομαι.
Ν’ ανθίσει ανάγκασέ το κι ένα πουλί ξελόγιασε επάνω στα κλαδιά της ακοής μου. Με μάγια τη φωνή του ανακάτεψε, να κελαηδάει νυχθημερόν κατάφερέ το κι ας ενοχλείται το αφύσικο και ας του λέει πάψε θα σε σκοτώσω. Εκείνο να μην παύει. Να κελαηδάει ατρόμητα γενναία. Αχ έτι και έτη ψάχνω όλα τα πιστευτά του κόσμου αλωνίζω, να βρω μια δεύτερη φωνή. Απίστευτο πουλάκι έλα μέσα (Κική Δημουλα)

Απελπισμένος έρωτας της Ουτοπίας, κάποιος ήχος μέσα στη νύχτα, βήματα στο κενό
ΠΟΙΗΣΗ, φοβερή αλληλουχία σιωπής! Εμμονή στην αναζήτηση εκείνης της μαγικής υπέρβασης όπου συνωθούνται μέσα σου οι λέξεις και, πριν παγώσουν στο χαρτί, προσδοκώντας ως μάννα εξ ουρανού, δωρεά πολυσημίας, αφουγκράζονται τη βουερή κυριολεξία τους (στοχασμοί από τον ΕΝΙΚΟ και ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ ΨΙΘΥΡΟ του Μάρκου Μέσκου)

Αν έγραφα ένα μυθιστόρημα για την κρίση, θα άρχιζε κάπως έτσι:
«Ξημέρωσε μια υπέροχη μέρα, τα πτώματα χιλιάδων τραπεζιτών και χιλιάδων υπουργών κρέμονταν από τα φανάρια στην Πλάθα Μαγιόρ» (Λουίς Σεπούλβεδα)

«Η σωτηρία έρχεται από τον παράδεισό της αλλά η μοναξιά είναι άγριο πράγμα»
Μεσαίωνας της Μήτρας: πυρπολισμοί δημοσίων κτιρίων, καταστροφές μνημείων και εθνικών συμβόλων, δολοφονικές επιθέσεις εναντίον προσώπων που οι επιτιθέμενοι τα θεωρούσαν υπεύθυνα για το κακό που τους είχε βρει… Θα νόμιζε κανείς ότι από τη μια στιγμή στην άλλη (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στον φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου, γεγονός που επισφραγίστηκε με το λόγο του Προέδρου της Δημοκρατίας: (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ ενώ χιλιάδες κοπρόσκυλα κάθε λογής τραβάνε με τα δόντια τους τη σκατωμένη του πορφύρα γρυλίζοντας εν χορώ τον τέως εθνικό ύμνο που τώρα ξετσίπωτα –μια σκάρτη Ανδρομάχη- περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι νιώθοντας αχόρταγα μέσα στο γανωμένο κόλπο της τη σιδερένια βάλανο των νέων κυρίαρχων της Γης), υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος, και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας (δεν είναι από αρθρογραφία της τρέχουσας επικαιρότητας αλλά μικρό απόσπασμα από το προφητικό πλέον σχέδιο μυθιστορήματος ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ του Δημήτρη Δημητριάδη που κυκλοφόρησε το 1980)

Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ με τα χρώματα της Νανάς Τσόγκα να μεγαλώνουν:
όπως το πράσινο που γίνεται κυπαρίσσι, το μαύρο νύχτα και φιλί που δεν μου ’δωσες, το κίτρινο σκέψεις πεταλούδες, το άσπρο χιόνι βέβαια, το γαλάζιο πουλί σπάνιο και το κόκκινο από μακριά αλήθεια με πόση μαεστρία απαθανατίζει η άνοιξη ό,τι δεν είναι γραφτό να διαρκέσει;

Αμετανόητος ανταλλάσσω την Πανσέληνο με το κορμί σου, τώρα που ο άνεμος το γαλάζιο σου ανεμίζει νυχτικό
Μου αρέσουν οι ρωγμές στα Ποιήματα, ενθύμια φθοράς μέσα τους μπορείς να κρύψεις ή να κρυφτείς. Υπάρχουν όμως και Ποιήματα, λυγαριές στον άνεμο, που συναρπάζουν γιατί κατέχουν την τέχνη της απουσίας (ανταγωνισμός κι αυτός των στίχων, ποιος πρώτος να αποικίσει μέσα τους). Κι ο ποιητής, ένας αμετανόητος ονειροπόλος, έκθετος, στη βρεφοδόχο της νύχτας με το φεγγάρι από νωρίς έκανε ακροβασίες απλώνοντας τους στίχους δίχτυ προστατευτικό… Πάλι ασέληνη θα μείνει η νύχτα (Γιάννης Τόλιας)

Αν ακούς στον ύπνο σου επίμονα χτυπήματα στην πόρτα, μπορεί να είναι πάλι ο πόθος άφραγκος που χτυπά, γιατί ήρθε η ώρα της αμοιβής του
Πέρνα καμιά φορά απ’ τον ύπνο μου συνήθως είμαι εκεί  εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «ΔΙΟΤΙ» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Πέρνα καμιά φορά. Μπες απ’ το πλάι, στάσου κάτω απ’ το γεφυράκι της παλάμης μου απ’ όπου ήσυχα κυλάω. Εκτός αν έχει ολότελα μαυρίσει το νερό, αν έχει μολυνθεί ο βυθός, οπότε θα με βρεις στου σεντονιού τις όχθες. Μη φοβάσαι. Πάρε μαζί σου αν θες για σιγουριά και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου. Ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια να σε κοιτώ και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μη σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις..  (Κική Δημουλά)

«Φυλάξου για το τέλος μιας έκστασης επάνω σε χορό μαγικό» (Νίκος Παπάζογλου)
Χόρεψέ τον μια στιγμή που ένας τόσο δα ουρανός πλημμυρίζει με φως και φέγγει απ’ το βλέμμα όνειρα ατέρμονης πολυσημίας! Κι ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ επιθυμία Ποίησης και Αγάπης αληθινής (όπου απώλεσα την κάθε μου λέξη)

Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε…
(γι’ αυτό πρέπει ν’ αρχίσουμε να γράφουμε όλο και περισσότερα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, δηλαδή ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΟΥΣ ΛΕΞΕΩΝ με το ΓΟΡΔΙΟ ΧΡΗΣΜΟ ΤΟΥΣ: «όσα δε φτάνει η Αλεπού, τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια… Να ’χουμε να κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλο ευσεβών πόθων) Τάσος Κάρτας

Κάθε νύχτα αποστηθίζω τα δύσκολα γράμματα της μοναξιάς ώσπου σιγά-σιγά με παίρνει ο ύπνος
Πρέπει να μάθω να πελεκώ αυτή την πέτρα, να ζωγραφίζω πάνω στην πέτρα. Να την κοιμίζω σαν μωρό. Στο κόρφο μου να την ζεσταίνω με κάθε είδους συμπεριφορά, με χίλιους τρόπους. Να μην ξυπνήσει η πέτρα μου κάποιο πρωί και με χτυπήσει (Μαρία Αγαθοπούλου-Κέντρου)

Στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα επτά πλέθρα έπιασε πέφτοντας ο στίχος
Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής φιλί με το σπασμένο κωδικό φεγγάρι που μεταφέρει ημισέληνο γυμνό το μόλις Ποίημα. Έτσι, κάποτε, ανταμώνουν οι στιγμές στην άκρη ενός στίχου της γης (σαν βρεγμένες λέξεις…) ή σαν αετός που απέμεινε χάρτινο σύννεφο στον υπερούσιο ουρανό μιας αποκριάς (Τάσος Κάρτας, Μικρά ποιήματα με πάρα πολύ μεγάλο τίτλο)

Ωστόσο, εσύ, πέταξε απ’ το φεγγίτη των Ονείρων χαρταετούς επιθυμίας παρακείμενης σιωπής.
Που τη μασκαρεύουμε σε Ποίημα, μήπως, κάποτε, ανταμώσουνε οι στιγμές στην άκρη ενός στίχου της Γης, υπερούσιο ιωβηλαίο, για να βγούμε απ’ την επικράτεια της πραγματικότητας σαν ταξίδια που μας διανύουν τα Όνειρα [επιούσιος ομοιοκαταληξία με τυχαίο άγγιγμα πληθυντικού ψίθυρου άδοξων ποιητών]

Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός και το τέλος μια Ιθάκη που εύχεσαι να είναι μακριά.
Στη μέση κάποιες ελάχιστες στιγμές σειρήνων με συμπληγάδες ηδονικών μυρωδικών! Σε ποιες λέξεις, άραγε, σαν Ουτοπία είναι καλά κρυμμένος ο πηγαιμός σ’ ένα ταξίδι-Ποίημα, μεταβολισμό της Ζωής; [ιωβηλαίο με τυχαίο άγγιγμα πληθυντικού ψίθυρου άδοξων ποιητών]

Σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω από την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα.
Πάνω στη φωταγωγημένη σάρκα μας που ηχεί από φτερά γλάρων αμέτρητες μέλισσες κέντησαν τα τραγούδια του Ιουλίου. Πριν λίγες ώρες πτώματα από πεταλούδες ευτυχισμένες το πρωί χάθηκαν στο χρυσοχείμαρρο του μεσημεριού εκεί στης τριανταφυλλιάς την όχθη σπρώχνοντας μύχιες σκέψεις Έκτορα Κακναβάτου

Και ξαφνικά, σιωπηλά σύννεφα περιμένοντας μια κραυγή χιλίων πνιγμένων επιθυμιών
Αμόνι φωτιά και λιακάδα ουράνιο τόξο βροχή κεραυνός κι αγέρας μια αχτίδα ανάσα στην άπειρη θάλασσα ονείρων που φτιάχνουν στο μυαλό δεκαπεντασύλλαβα μοβ απ’ τα μεγάλα ιστιοφόρα της Αυγής ως τα κύματα του ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Στην άπειρη θάλασσα των ονείρων και η σιωπή ακόμα είναι λέξεις
Τι να σου πω για τις λέξεις έτσι όπως βγαίνουν στραπατσαρισμένες, θαρρείς λεηλατημένες λειψές, αλλά όταν βρίσκουν το σώμα τους στο Ποίημα, γίνονται γαλάζιο του ουρανού στο μέγεθος ανέμου που πλημμυρίζει τον κόσμο δεκαπεντασύλλαβες στιγμές από μοβ φαντασία. Γένοιντο, να λες κάθε πρωι, ΟΝΕΙΡΑ απ’ τον πηλό των θεών της Ποίησης. Έτσι, πάντα θα σπρώχνει ως το γκρεμό τις λέξεις του ο ποιητής να ανοίγει το Ποίημα

Είχε κρεμάσει μικρούς καθρέφτες πάνω στα δένδρα για να βλέπονται τα πουλιά
Ο έρωτας το βράδυ εκείνο έσπασε το βιολί του σ’ ένα βράχο. Απ’ την πληγή του βράχου βγαίνουνε κόκκινες φωτιές που απαντούν στα βασανιστικά ερωτήματα του κύματος. Κι από τα σπλάχνα τα βαθιά της θάλασσας βγαίνουνε κάτασπρα πουλιά που τα σπαραχτικά τραγούδια τους μονάχα οι εραστές τ’ ακούνε «Είσαι νησί από ελαφρόπετρα ή μήπως ναυάγιο από ανάμνηση;» (Ε.Χ.ΓΟΝΑΤΑΣ) 

Ποίηση, περιοχή αποθέωσης εκ γενετής οίστρου, όλοι οι καρποί του κήπου της Εδέμ πλην απαγορευμένου
ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ, λόγος μαινόμενος νηστεύοντας το περιττό ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ: Αποθέωση οίστρου, εκ γενετής έρωτας, περιοχή έναρθρης κραυγής  ανάμεσα στο τραγούδι του αηδονιού και του βατράχου, κρησφύγετο εφηβείας, τότε που ακόμη όλα παίζονταν στην αχλύ των αινιγμάτων που ο κυλιόμενος λίθος τους πάντα μέσα μας παλιννοστεί, Ποίηση, δεξαμενή όπου αρδεύονται κάθε λογής άνυδροι, μετέωροι ανάμεσα στην ηδονή και την εξασφάλιση του επιούσιου, αμήχανοι στη μηχανή που στήνουν για τυχαία αγγίγματα (Έκτωρ Κακναβάτος και Χριστόφορος Λιοντάκης)


Ρητορικό ερώτημα που γεννάει μέσα μας φαντασία ανέμου εκστατική που εκπέμπει μουσικές και πλημμυρίζει χρώματα
ΡΗΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ που γεννάει μέσα μας φαντασία ανέμου εκστατική, που εκπέμπει μουσικές και πλημμυρίζει χρώματα: Τι μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε, αν είναι πραγματική η θάλασσα που σπαράζει πάνω στα βράχια μέσα μας, βαθιά πολύ βαθιά σιγή, σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά; (υπερασπίζοντας τον άνεμο που τινάζεται επάνω με λάμψεις που συνθέτουν φως σαν όνειρο που πριν ακόμα να το έχουμε ταξιδέψει είναι όλα μεθυστικά και τώρα και ύστερα και πριν η απουσία σου)

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΑΡΑΠΕΣΕ libido ΛΥΡΙΣΜΟΣ: μπαίνουμε ο ένας στο κορμί του άλλου, γινόμαστε για κλάσματα του δευτερολέπτου, μια κραυγή, ένας σπασμός, βάρβαροι ποιητές κι ύστερα, ώσπου να πεις κύμινο, πάλι μόνοι σε παράλληλους δρόμους, λέξεις πτερόεσσες γυμνές απ’ το φωνήεν τους στο καταπέτασμα της συμφωνίας στίχων (Τάσος Κάρτας, Έρμαιο Επέκεινα Λερναίας Εμμονής)

Πώς να σωπάσω μέσα μου τη μαγεία εικόνων και ήχων
Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό: κι είναι το πνεύμα μου σαν ουρανός σαν ωκεανός σαν μιαν απέραντη πλατιά γαλάζια θάλασσα που οι στενοί πάνω του ουρανοί δε του σκεπάζουν το (λάλον) νερό (Νικηφόρος Βρεττάκος)- ΠΡΟΣΠΕΛΑΣΗ παραμυθιού, λοιπόν, και διπλό ΚΛΙΚ στις μαγικές στιγμές που,  κλείνοντας τα μάτια, μαθαίνεις να ονειρεύεσαι ξοδεύοντας χρώματα  ψυχής και αναπνοές αγάπης, αστείρευτη πηγή αισιοδοξίας και πυξίδα που δείχνει το δρόμο στο ιδεόγραμμα μιας ζωής στολισμένης με χαρές κι ευτυχία. Είθε! Χρόνια Πολλά!

Έλεγε ο Ποιητής ν’ αντισταθούμε σε όσους χτίζουν ένα σπιτάκι και λένε καλά είμαι εδώ
Δεν ήξερε πως το σπιτάκι θα γινόταν πολυκατοικία, μεγάλες βεράντες για τα ούζα, μεγάλα σαλόνια για τα πάρτι, μεγάλα τραπέζια για τα δείπνα, μεγάλα παράθυρα για τη θέα! (Βασίλης Λαδάς, Δείπνα)

Η ανθολογία λυρικών εξάρσεων με αποφθέγματα και στοχασμούς ποιητών εμπλουτίζεται και ανανεώνεται διαρκώς στο ιστολόγιο «Γιάντες είναι η Λέξη, η σωτηρία έρχεται από τον Παράδεισό της»


(για την αντιγραφή) κ ART ά SOS (από το Κάρτας και Τάσος)
Όλοι μας ονειρευόμαστε πολύ κάθε νύχτα, αλλά το πρωί έχουμε ξεχάσει το ενενήντα τοις εκατό απ’ όσα έγιναν. Κάθε ταξίδι στα όνειρα  τρεις λέξεις δρόμος: Αγάπη, Σοφία, Ζωή (με όποια σειρά σιωπής.): «κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα ολόισια μες την καρδιά του Ήλιου.»! Τ' αφήνω κάτω απ' το χαλάκι της e-εξώπορτας, να δεις «φως» και να περάσεις μέσα. Εκεί, γυρεύοντας παραληρήματα της Ποίησης, επιστρέφω στον τόπο του «εγκλήματος» των λέξεων, να βρω αυτή με το παράξενο όνομα. Έρχεται κάθε πρωί με την «αόριστη γοητεία» της κι έτσι «πιο ελεύθερα την πλάθω μες το νου μου» με «μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά». «Και τόσο πλήρως την φαντάζομαι» που με υπεροψία και μέθη της γνέφω «σ' αγαπώ», ξέροντας ότι το άλλο πρωί θα την ξεχάσω για χίλια άλλα Ποιήματα. «Σαν κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων».

Διπλό ΚΛΙΚ, λοιπόν, στη μηχανή αναζήτησης των ψευδαισθήσεων για τον προσεταιρισμό μαγικού ρεαλισμού λέξεων:
όπου ορκίζοντας με εφήμερες αναρτήσεις την άμεμπτη μαγεία της ΣΙΩΠΗΣ, ανακαλύπτεις μια ατέλειωτη ΣΤΙΓΜΗ «υπεροψίας και μέθης», αντικλείδι πενιχρό για τη «ματαιότητα των μεγαλείων», που έχει ο κάθε «ΔΑΡΕΙΟΣ» μέσα μας!
Τι θέλει να πει ο Ποιητής;

Αν δεις το πρόσωπο της Ποίησης να σου χαμογελάει είναι γιατί υπάρχει μια πέτρα αθάνατη όπου κάποτε ένας άνθρωπος αρχάγγελος ποιητής ζωγράφισε με τα φτερά του χρώματα λέξεις ουρανό: «μια φλέβα, δηλαδή, κάτω απ' το φοβερό βλέμμα του ανέμου» και, έκτοτε, στην έτοιμη δομή ραγδαίων στίχων, «μια πεταλούδα πιο λευκή απ' το κλαδί της άκρης των Ονείρων» με εικόνες λέξεων ανοίγει τα φτερά της για επ-Ουράνιες Παρανοήσεις μαγικού ρεαλισμού... Επιμύθιο: Γυρεύοντας παραληρήματα της Ποίησης επιστρέφεις στον τόπο του εγκλήματος των λέξεων όπου (όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει λυρισμό και ωραία λόγια...)