(33 λόγοι για την Εφηβεία της Λήθης ερήμην Τελευταίου Σώματος στο Λίγο του
Κόσμου: «μαχαιρωμένο το Ποίημα μέσα στην καρδιά του Ποιητή έμεινε άγνωστο για
πάντα"]
Όταν
λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο, αλλά ότι
ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το
ξεχάσουμε πως μονάχα ως όνειρο μας είχε βασανίσει.. Όνειρο δεν ευτύχησε να μπει
στο κύριο θέμα. Όσα το αποτόλμησαν, άνοιξαν και δεν βρήκανε κανέναν.
1.- Αρχίζοντας, να έχεις τη γεύση του τέλους:
πρόσωπα
έργα και ημέρες, όλα θυελλώδη, όλα στην ίδια ακύμαντη γαλήνη. Ανακινήστε καλά
προ της χρήσεως (εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά –
σύνθεση, προφυλάξεις δοσολογία- θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες
επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη). Μη το αναβάλεις άλλο. Κακοκαιρία μεγάλη θα
είναι, θα πέσουν χιόνια, θα κλείσουν όλοι οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία προς τι να έρθει; Αλλά κι όταν έρθει μια σφραγισμένη λύση είναι
με ημερομηνία λήξης. Ωστόσο μην την πετάς. Θα τύχει να περάσει από εκεί κοντά
καμιά φτωχή ονειροπόληση. Την δίνεις. Τις αρέσουνε τα χαλασμένα πράγματα που
έχουν λήξει…
(παρθένος ΥΔΡΟΧΟΟΣ
ΜΕ ΤΟΝ αιγόκερό του ΣΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και
σκορπιό. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα
πράγματα σιγά-σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Και να σκεφτείς πως καίγεται
κάποιων μορφών ο πρόλογος μονάχα. Τόσος καπνός από την καύση ενός προλόγου
μόνο…. – ακολουθούν 33 λόγοι- εντολές σε μικρές θανατηφόρες δόσεις….)
2. Ποιαν άνοιξη διέπραξες
εις βάρος των θαυμάτων της; Πόση γύρη καταχράστηκες για να κάνουν μέλι σπιτικό
οι φωτογραφίες; Τόσο
πολύ πιστεύεις στη φιλοσοφία του ποιήματος ώστε όσες φορές πίνεις καφέ συλλογισμένο
παρέα μ’ εκείνη την κακόκεφη υπενθύμιση πως είναι η ζωή συντομότατη, νιώθεις
μια λύπηση τόσο αφ’ υψηλού, μια συμπόνια τόσο φευγαλέα γι’ αυτή τη συντομία,
σαν να αφορά ξένη ζωή κι όχι τη δική σου. Γρήγορα, λοιπόν, να μπεις στο δύσκολο κεφάλαιο του «άνευ
σημασίας». Ό,τι για σένα θα έχει σημασία για τους άλλους θα είναι
άνευ και τούμπαλιν. Γι’ αυτό να φέρνεις αλλαγές στη φιλοσοφία της κάθε μέρας
σβήνοντας ολότελα δια της εις άτοπον λήθης κάθε προηγούμενη φιλοσοφία που είχανε τα πράγματα
πριν γίνουν σπουδασμένα.
3. Όλα τα προκληθέντα να θυμάσαι και να ξεχνάς τον πρόξενό τους
– ποιος
ήτανε, τι ήταν. Απ’ το συρτάρι όπου φυλάσσονται τα αζήτητα, κάθε πρωί να
παίρνεις ένα στην τύχη, να το
προσαρμόζεις στο κενό σου. Ζήτα τη βοήθεια των ονείρων, δίχως συμβιβασμούς
με αναμνήσεις λες και είναι κληρονομική η πραγματικότητα. Γιατί όταν λέμε ονειρεύτηκα δε σημαίνει πως
είδαμε στ’ αλήθεια ένα όνειρο, αλλά ότι ξυπνητοί φέρνουμε λίγο προς
τα μπρος κάτι που στέκει πίσω πραγματικό μήπως το ξεχάσουμε πως μονάχα ως
όνειρο μας είχε βασανίσει.
4. Αβέβαια ζήσε. Τίμα την προέλευσή σου. Αν δεν τρωθείς πού θα
σε βρει η αγάπη. Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου. Να φεύγεις κάθε τόσο αφήνοντας μια λέξη
κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας… Απ’
ό,τι άργησε να ’ρθει κι από ό,τι δεν ήρθε χειρότερα μας φέρθηκε αυτό που
περιμέναμε τι είναι μη γνωρίζοντας…. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε επί της γης τα μόνα πλάσματα
που κλαίμε…
5. Ή ταν ή επί τας ορκίσου
κάθε φορά που αρχίζει το κυνήγι του αβέβαιου. Κι όταν, σε
νυχτωμένο δάσος στου ανέμου τα μουγκρίσματα οι φόβοι σου θα δίνουνε στους
φόβους σου κουράγιο, μην ακούς στο κλάμα σου τι ψεύδονται οι αδένες τάχα πως
νίπτουν δάκρυα τας χείρας. Δεν είναι δάκρυα. Λέξεις ξαναχτυπούν καιρό επιφυλαγμένες
στο αλάτι τους.
6. Πάψε να ριγείς δυνατά.
Θα σ’ ακούσει η διπλανή πραγματικότητα. Ν’ αφήνεις κάπως ανοιχτά όλα τα
ενδεχόμενα γιατί θα έρθουνε κι άλλα μ’ άλλες ονειροπολήσεις.
Ύδατα βαθύφωνα, κιθαριστές ρυάκια, χωριουδάκια οικισμοί θέρετρα κελαηδισμών,
ισορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σε φυλλαράκια με ταλαντεύσεις ελαφρότητας και
η αιδώς μ’
ένα πολύ σκιστό στο πλάι κατακόκκινο φύλλο συκής να χορεύει μ’ έναν νοσταλγό
μετανάστη λόγο. Σαν ομπρελάκι χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας.
7. Αν είσαι μάγισσα όπως πίστευα χαρίσου πέφτοντας πάνω σ’ αυτό που σκέφτομαι.
Ν’ ανθίσει ανάγκασέ το κι ένα πουλί
ξελόγιασε επάνω στα κλαδιά της ακοής μου. Με μάγια τη φωνή του ανακάτεψε, να κελαηδάει νυχθημερόν
κατάφερέ το κι ας ενοχλείται το αφύσικο και ας του λέει πάψε θα σε
σκοτώσω. Εκείνο να μην παύει. Να κελαηδάει ατρόμητα γενναία. Αχ έτι και έτη ψάχνω
όλα τα πιστευτά του κόσμου αλωνίζω, να βρω μια δεύτερη φωνή. Απίστευτο
πουλάκι έλα μέσα.
8. Αν ακούς στον ύπνο σου επίμονα χτυπήματα στην πόρτα, μπορεί
να είναι πάλι ο πόθος άφραγκος, που χτυπά γιατί ήρθε η ώρα της αμοιβής
του. Κι αν δεις το ποίημα έκθετο, τάχα πως νίπτει
δάκρυα τας χείρας του, οι λέξεις
άθλιες δε λένε να φυσήξουν και τη θυσία μας εμφυσούν στην άπνοια τους. Αν βλέπεις πως είχες
μισοανθίσει το πρωί, σημαίνει πως εγείρει απαιτήσεις η αφοσίωσή σου σε βάσανα. Αίμα
αν ονειρεύεσαι, δικής σου ή παλιάς πληγής ονείρου, γρήγορα θα επανασυνδεθείς με
αξιωματούχο εν ενεργεία χωρισμό. Σε κανένα μουσικό κομμάτι δεν ακούγονταν πια βιολί…
μέσα από
καμιά φωτογραφική μηχανή δεν μπορούσε να περάσει φως, κοιμητήρια ολόκληρα
ανυψώθηκαν στον αέρα σα σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας κι ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης
πλανιόταν πάνω απ’ όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο μια όψη συσπασμένου
προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει το φραγμό της παρθενίας
αλλά φοβούμενη την επαφή με άνδρα, μπήγει, με τη σεισμική λύσσα των
απελπισμένων, ένα λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «Θεέ μου, Θεέ μου».
9. Να σου πω καλά κάνεις και δεν κρατάς αναμνηστικά. Κατάλοιπο πιο
σαρκοβόρο δεν υπάρχει. Όταν το σούρουπο γκρεμίζει τα καυτά τοιχώματα του ήλιου,
ν’ αποσύρεσαι υπερθερμασμένη στο μονοστηριακό κελί του σκοταδιού και με
αδημονία οργιώδη, να περιπίπτεις σε βουλιμία ερωτική. Κι ενώ ο εραστής σου
παρέχεται αφθόνως, κατ’ επανάληψη σου δίνει γενναιόδωρα μέχρι μυελού την πλήρη
εξάντλησή του, νυμφίδιο
μανιακό η αχορτασιά σου, καταβροχθίζει
και τη δόλια κεφαλή του κατασπαράζοντας μαζί όλα εκείνα τα ευχαριστήρια φιλιά
στα μάτια και στο μέτωπο στο πριν και το μετά που δίνει η απόλαυση ευγνώμων υπό την απειλή
του θέλω…..
10. Καλά τα βγάζει πέρα η μοναξιά σου, φτωχικά αλλά τίμια! Αλλού κοιμάται αυτή
κι αλλού το εγκρατές σκεπτικό εάν. Μόνο καμιά φορά σε πειραματισμούς την
παρασύρει η περιέργεια – όφις προγενέστερος και πιο φανατικός απ’ τον
νερόβραστον εκείνον με το μήλο… Δοκίμασε, σου λέει η μοναξιά σου, μη φοβάσαι, δεν έχεις
τι να χάσεις! Και σε πείθει να κουλουριάζεται πνιχτά, να τρίβεται σα
γάτα ανεπαίσθητη πάνω στο διαθέσιμο αέρα που αφήνεις προσπερνώντας. Απόλαυση
πολύ μοναχικότερη από τη στέρησή της!
11. Εμβολιάσου με ενδιαφέρον και κίνδυνο! Ρίξε για σήμερα όλη
την ευθύνη στο δόλιο φίλημα που σου ’στειλε κάποια νοσταλγία. Να διαλέξεις τις
καλύτερες προτάσεις συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του θεάματος. Θα διαλέξεις,
αλλά μετά πώς σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο που έχει η εκλογή σου; Ενώ εκείνο το «έτυχε», τι πούπουλο;
Στην αρχή βέβαια, γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες. Κατά βάθος είναι πάλι
σαν να διάλεξες… Άμα διαλέξεις κάτι, γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής. Μόνον
πρόσεξε. Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.
12. Πέρνα καμιά φορά απ’ τον ύπνο μου συνήθως είμαι εκεί εκτός αν κλαίει το
φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «ΔΙΟΤΙ» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Πέρνα καμιά φορά. Μπες απ’ το πλάι, στάσου κάτω
απ’ το γεφυράκι της παλάμης μου απ’ όπου ήσυχα κυλάω. Εκτός αν έχει ολότελα
μαυρίσει το νερό, αν έχει μολυνθεί ο βυθός, οπότε θα με βρεις στου σεντονιού τις όχθες. Μη
φοβάσαι. Πάρε
μαζί σου αν θες για σιγουριά και την απαίτηση να μη σ’ αγγίξω διόλου.
Ανανέωσε και τη ληγμένη άδεια να σε κοιτώ και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω
ώστε να μη σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις.
13. Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να
συμβαίνουν… Πως ήσουνα εχθρός
μου δεν το ήξερες. Οι λέξεις σου το είπαν. Σ’ εκείνες πούλησε ο
έρως το σεισμό του κι ήρθε στην επιφάνεια ότι δεν μ’ αγαπούσες…. Ένα μόνο δεν θα σου
δώσει το όνειρο των λέξεων, το όριο ως πού να κινδυνέψεις τον αναστεναγμό σου. Με λέξεις
τύφλωσε κι ο Οιδίποδας τη μάνα ενοχή του - λες και δεν είναι εκ
γενετής τυφλός ο πόθος.
[παρθένος
ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΤΟΝ αιγόκερό του ΣΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ
σ’ ένα δίδυμο καιρό με ωροσκόπο ταύρο και σκορπιό! Πάρε το καουμπόυκο καπέλο του ονείρου
κατεβασμένο χαμηλά πάνω στα μάτια, να μην αναγνωρίζεις τι πεθύμησες Άκουσέ με!
Πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου…. Ας σπρώξει λίγο και η συννεφιασμένη
Κυριακή, Γεροδεμένη είναι! Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της
διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος: πινακωτή, πινακωτή, δυο λέξεις όλες κι όλες μας
χρειάζονταν. Μία για μας και μία για τους άλλους. Να προχωρούν πιασμένες από το
αμοιβαίο τους χεράκι Επάνω τους στηρίχθηκαν τα όνειρα ο χρόνος και η Τέχνη..
Πες μου ότι αστειεύεσαι, βραχνό πολυταξιδεμένο ψέμα. Τώρα επιστρέφεις στην
αλήθεια, αν και μακριά της έζησες ονειρεμένα ….]
«Θα πρέπει
πρώτα να αμαρτήσεις για να απολαύσεις τον εφησυχασμό σου αντίκρυ σ’ ένα
ηλιοβασίλεμα» (Μάρω Δούκα)
Καμιά φορά, αν δεις μικρή πεταλουδίτσα να κόβει
βόλτες επισκέπτριες στο σπίτι σου, ηδονικά να γλείφει γύρω-γύρω το φως της
λάμπας ή στο γυαλί της τηλεόρασης ώρες να προσκολλάται φιλώντας κάποιας
ερωτικής σκηνής τα χείλη, μην την διώχνεις. Γιατί μπορεί να είμαι εγώ που πήρα
άδεια από τα φαντάσματα κι ήρθα για να τρομάξει η «πνευματική μου συνουσία». Καλά το είπανε της ΛΥΠΗΣ ΔΥΤΙΚΑ οι
μάντεις- Ποιητές: Κι οι σπόροι της ελπίδας με τρία ονόματα - για να μην ψάχνω
πόσες σημασίες και χρώματα: α] ένα κλειδί γυρίζει κι απ’ τις δυο μεριές ή που
κλείνεσαι ο ίδιος ή που σε όλους ανοίγεσαι. β] στηθαία μόλις δεκατριών ετών που
έχει το μέλλον και γ] κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη.»
14. Μην εμπιστεύεσαι ούτε την ψυχή σου!!! Καθότι ήρθε πρόσφυγας
από την άλωση της ανυπαρξίας και το όνομα ψυχή δεν είναι δικό της. Ανήκε σε μια
έννοια πεθαμένη προ των εγκοσμίων. Μιλώ για τότε που η άγνωστη υπό το πλαστό όνομα ψυχή
ξεβράστηκε μισοπνιγμένη άπνους στις έρημες ακτές της σαρκός μας.
Εκεί τη βρήκε πεσμένη μπρούμυτα το σώμα καθώς περιπατούσε κατά μήκος της
μελαγχολικής εκτάσεως του. Αναστατώθηκε, γονάτισε, δεν ήξερε, περί φιλιού
ιδέαν δεν είχε! Άνοιξε τις οδηγίες των ενστίκτων… Βλέπε φιλί ζωής! Το
βρήκε, της το έδωσε! Του άρεσε! Τη φίλησε ξανά! Άρχισε να συνέρχεται εκείνη. Το σώμα
θαμπωμένο απ’ τη σεμνή αοριστία της μορφής της, απ’ το λιτό ολιγαρκές
περίγραμμά της, απνευστί την προσέλαβε οικιακή βοηθό του. Σατανική εκείνη
μελιστάλαχτα το κυρίευε… Ολίγον κατ’ ολίγον έρως πλατωνικός ετράφη εντός του
σώματος για την ωραία αφανέρωτη. Έτρεμε μην του φύγει η ψυχή. Για να την δέσει
έσφαλε να την κάνει συνεταίρο. Α΄ το ανόητο, έβαλε το κεφάλαιο κι εκείνη όλο κι
όλο τον εξωραϊσμό….. Σώμα δε με άκουσες! Στο είπα: πρόσεχέ την! Όπως βλέπω αυτή το πάει για αθανασία. Αχ που να
’κοβε τη γλώσσα της η γρουσούζα η πρόβλεψή μου! Ιδού εσύ κλουβάκι χωματένιο κι
η ψυχή μας πουλί πετούμενο στον άπιαστο ουρανό.
15. Ασκήσεις για να χάσεις περιττά κιλά σε σύντομο χρονικό διάστημα… Ξάπλωσε
επάνω σε κάτι σκληρό. Στην αρχή πονάνε ίσως των ανέσεων οι σπόνδυλοι, αλλά
σιγά-σιγά ανώδυνα ισιώνει κυπαρίσσι της ακινησίας η πλάτη. Σύμπτυξε τώρα τις
κακιές συνήθειες σε άκαμπτη ευθεία. Φέρε στο στήθος χαλαρά τα χέρια σαν
πρόχειρες φτερούγες προσωρινών αγγέλων. Μην αλλάζεις στάση. Το ανάσκελα
κωπηλατεί επιδέξια. Μη φοβάσαι. Ο φόβος παχαίνει. Περιέχει πείνα. Μην μασουλάς
αισθήσεις. Πολλές θερμίδες. Σ’ αυτές οφείλεται το πάχος των στερήσεων…
16. Μη γίνεσαι τυραννική στις αναμνήσεις. Μην τις τρομάζεις το πρωί.
Θα είναι σαν να τις βάζεις να γδυθούν μπροστά σε ξένο.
Ξένη
τους θα είσαι κι εσύ έτσι όπως αλλάζεις με το χρόνο. Ξένος κι ο χώρος κι ας
γεννήθηκαν εδώ. Οι
αναμνήσεις που απομένουν μόνο θελήματα του ποδαριού αναλαμβάνουν, να μεταφέρουν
χαιρετίσματα και χρόνια πολλά, που στέλνει κάποιο «τέλος» σε συμπολεμιστή του.
Ξέχασέ της. Διαβαίνουν τη στοά της ηχούς και αναστενάζοντας θυμούνται εξαίσια
λάθη της νεότητας…
17. Πέρασε τόσο σώμα… Αλλά μετά από τόσα έτη, μετά από τόσο σώμα σαν
κάτι να έχει αλλάξει απ’ τη μεριά των αγαλμάτων που αγάπησα. Όσες φορές τα
πλησιάζει η σκέψη μου και το άγγιγμά μου εξ αποστάσεως διατρέχει την ποθητή
απόκρυφη ζωντάνιά τους που άλλοτε μου έδιναν με λάγνα προθυμία τώρα μόνο το
μάρμαρο με αφήνουν. Ναι μεν διαχυτικό αλλά η περίπτυξή του σάμπως μελλοντικά να με ποθεί. Και κάτι
κρύο παγωμένο με ποθεί.
18. Επανέλαβε τα εξαίσια λάθη της νεότητας. Βάλε το ρολόι σου στη
συνεχή ώρα του έρωτα. Τρανζιστοράκι κολλητό στ’ αυτάκια των κυμάτων ν’ ακούνε
μουσική από σταθμούς πειρατικούς της άμμου. Να αποφασίζεις αφού προηγουμένως
συμβουλευτείς αρώματα ενστικτωδών λουλουδιών και τη θαυμαστή επιδεξιότητα στην
αιώρηση που έχουν τα αστέρια. Ένα καινούργιο σώμα να κάθεσαι στα μίλια του και
να χαϊδεύεις τις αέρινες ρυτίδες της θαλάσσης. Να βλέπεις όνειρα,
«όνειρα καρτούν,
υγρό πυρ, πλάγια πτώση, άγγελο πρωτοστάτη,
άσπονδο διγενή σε υπογραμμισμένα αλώνια...».
«Απ’ το ανοιχτό παράθυρο φεγγίζει η μελαγχολία του καιρού
και πτερυγίζει στα αποκαλυπτήρια των αφορμών:
σύναξη μοναξιάς ανθρώπων, άπω βούκινο, ερημίας έσω
και κύκνειοι κάλυκες
οργασμού που λάμνουν τη μεροληψία τους».
«στο τετράγωνο της φωτιάς γη εις τον κύβον,
κόντρα στους αγέρηδες
τα πάντα ρει- πολύφυλλα ιδεογράμματα
αρκεί να κρατήσεις καθάριον έρωτα φιλοσοφίας απέναντί τους
(Τάσος Κάρτας)
19. Με την άδεια της πανσέληνου εκλήθη τότε επειγόντως η
διακοσμήτρια τέρψη. Κι
εκτός απ’ του παράλογου τους έλικες που ακόμα περιστρέφονταν ταχείς άλλην
εξήγηση δεν βρήκα. Και εγένετο η απατηλότης ντυμένη παράδεισος. Γι’ αυτό εσύ
ό,τι σου δοθεί να το δεχθείς κι ας μην έχει καμιά ομοιότητα μ’ αυτό που
ζωγραφίζει η έκκλησή σου. Πριν ελπίσεις οριστικά δια του βλέμματος ο
κόσμος μας εύπλαστος κι εικαστικός θα γίνει. Είδα φορτωμένο με πλίνθους και
χουν ένα ύποπτο πορτοκαλί φορτηγάκι
20. Επιτέλους, πρώτη φορά σου είδες οργασμό να μην ομοιάζει διόλου
με την απώλειά του. Έτρεξες
και του άνοιξες την έμπνευση σου. Δεν είναι λέξη ο καιρός. Είναι ο κακοήθης
όγκος της στιγμής. Τουλάχιστον, μην αφήσεις ποτέ να μην μπορεί να γίνει το
θαύμα του οργασμού αμφίβιο. Να ζει και μέσα στη νύχτα και έξω στη μέρα. Έτσι κι
αλλιώς, μετά το μεσονύκτιο διπλά και τρίδιπλα κυλάνε τα χιλιόμετρα στο πρόσωπο
με τη μάσκα (για το γνήσιον της μορφής)...
20. Έπλασες στενή τη δύσκολη συνάντηση. Για να μπούνε κάποιοι
πρέπει να βγούμε εμείς. Αλλά κι αυτοί που εισχώρησαν, τσαλαπατώντας το διωγμό
μας, τι νομίζεις, πόση συνάντηση προφταίνουν να αισθανθούν; Ώσπου να διασχίσουνε τη δαιδαλώδη έλξη, ως να
προσαρμοστεί η όρασή τους στο χαμηλό ξένο φως της προσέγγισης και να
καθίσουν πια κρατώντας τρυφερά το χεράκι της πληρότητας, μπουκάρει το
ανικανοποίητο με τη βρωμοπαρέα του και «μάγκες έξω, δρόμο, είναι πιασμένες οι
θέσεις… Αμήν της φωνής του ο παφλασμός σαν ελαφριά ηδονική οδύνη θαλασσινού
νερού όταν το χειρουργεί αθέατο αφέγγαρο το πέρασμα μιας μεσονύκτιας βάρκας.
21. Ξέρουν τα όνειρα, γιατί συμπράττουν στις ληστείες. Επαναλαμβάνουν την
ίδια σου την απορία : «τι φταίει ενώ γεμάτη είσαι εκ φύσεως με το βαρύνον χώμα,
ενώ σε πρώτη φάση σωστά γραπώνεις το μουσούδι της στιγμής, ενώ με έμπνευση
βυθίζεις τα υπέρογκα κοφτερά σου δόντια στη θεία γεύση της απόλαυσης, τι φταίει
λοιπόν, και ξαφνικά, καταντάει ψοφίμι η ΕΠΙΘΕΣΗ / ΕΠΙΘΥΜΙΑ σου στο αγώνισμα για
σώματα ;
«Μυριάδες
μνήσθητι, σύμβολο μνηστήρων,
μάθημα
-πάθημα, φύρδην μίγδην»,
«ρητορική
αποκριά που μασκαρεύτηκε σε ποίημα:
αχ
μισοφέγγαρο τρελό, πυρρό του εφήμερου στολίδι,
γεμίζεις
τη στρεβλή αναίδεια της νυχτιάς
συνουσίες
διττές, εξαϋλωμένα σώματα...» (Τάσος Κάρτας)
Κάθε
φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι να δω κλεμμένα τα κτερίσματα από τις μούμιες
βασιλείες του καθρέπτη.
22. Για ξαναπές το «σώματα». Έχει θαμπώσει, δεν ακούγεται. Ρώτα την
αφή.
Θυμάται
πότε πρόφερε αυτή τη λέξη, ποιον λυπησιάρη έρωτα συνδαύλισε; Κι όπως
αφουγκραζόσουν πικραμένες τις καμπάνες να σκαμπιλίζουν τ’ ασεβή ευώδη μάγουλα
του ανέμου, να λιθοβολούν τις Μαγδαληνές ακακίες που μυροβόλα έπεφταν απ’ τον
ερωτικό όροφο της άνθισης στα πόδια της εσταυρωμένης ανταπόκρισης, αφηρημένη
σκόνταψες σε κορμό σφοδρής επιθυμίας μετά από τόσα κι από τόσα μεσολαβήσαντα
αργύρια...
23. Η μαύρη τρύπα της ψυχής παραμεγάλωσε, γιατί απέτυχε η στείρωση
που έκανες σε όνειρα να μην γεννιούνται άλλα. Υπάρχει, γράφει ο Γιώργης Παυλόπουλος, στην
έρημο ένας καθρέπτης. Αν πας εκεί και κοιτάξεις θα ιδείς σε μια στιγμή το
αληθινό σου πρόσωπο, τις μορφές που άλλαξες στα χρόνια που πέρασαν, θα ιδείς
τους άλλους που ήσουν εσύ και τους λησμόνησες και χάθηκαν μέσα στου εαυτού σου
το σκοτάδι...
Και τελικά, αν πας στην έρημο, θα ιδείς πως η έρημος είναι ο καθρέπτης και
τίποτε δεν θα προφτάσεις να κοιτάξεις. Φυσάει εκεί όλο φυσάει,
χάνεις τα μάτια σου στην άμμο και δεν
μπορείς να ιδείς ποτέ ποιος ήσουν. Σηκώνει κεφάλι η άμμος. Γίνεται αμμοθύελλα.
Το φορτίο χρόνου που κουβαλάς γίνεται δριμύτερο.
24. «Μόλις χαθούν τα όνειρα, πέφτει φθορά των πραγμάτων». Καλά το είπανε της
ΛΥΠΗΣ ΔΥΤΙΚΑ οι μάντεις- Ποιητές: Κι οι σπόροι της ελπίδας με τρία ονόματα -
για να μην ψάχνω πόσες σημασίες και χρώματα: α] ένα κλειδί γυρίζει κι απ’ τις
δυο μεριές ή που κλείνεσαι ο ίδιος ή που σε όλους ανοίγεσαι. β] στηθαία μόλις
δεκατριών ετών που έχει το μέλλον και γ] κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην
ήβη.» Έτσι με κάτι τέτοια, λέξεις δίσεκτες,
εξελικτικές, με βραχύ το ένα τους φωνήεν και ασπασμούς από ένρινα και υγρά,
πιάνεται ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι που βλέπουν οι ερωτευμένοι, καθώς πιο ευφυής
κελαηδάει μέσα τους ο κορυδαλλός απ’ το δικό του άμβωνα.
25. Σε καταπιέζει η αφοσίωση που θα μας δείξει η νύχτα. Μακάρι να νομίζεις
πάση θυσία. Άμα νομίζεις, είναι το μόνο ράμφος που νοιάζεται να εξευρίσκει την
τροφή της αντοχής μας. Δέξου λοιπόν τις νουθεσίες της ταπείνωσης... Παραδέξου το:
στην αυτάρκειά σου μπήκαν συνεταίροι φόβοι. Και πλέον ασφαλείς χτίζουμε σπίτια, άμιλλα,
αυτοκίνητα, πρόοδο, φθόνους, ουρανοξύστες, υπερταχείες, ταξίδια σ’ άγνωστα
ευημερούντα λάθη. Άμα νομίζεις, αγγίζεις τη διγαμία της
σεληνιασμένης ποίησης. Μονάχα ο καιρός από τη μια φορά στην άλλη αλλάζει...
αλλά ας μην γελιόμαστε: αύταρκες είναι μονάχα το μάταιον...
26. Πανσέληνος στους άξονες πρωθύστερου θυμού. Έριξε πρόχειρα γι’
απόψε όλη την ευθύνη στο δόλιο φίλημα που σου ’στειλε κάποια νοσταλγία. Νίπτει τους πόδας των
χωρισμών. Τρις ερωτηθείς αποκρίθηκε «ουκ οίδα άνθρωπο». Είμαστε στη φάση του
χρόνου όπου η ίδια η φύση εκστομίζει μια δυνατή ασυνείδητη κραυγή. Τι να’
ναι αυτό που δεν έχουμε ελπίσει ; Λεπτή
φετούλα φεγγαριού ; Μήπως κανένα
πρόστιμο επειδή είχαμε δύσει από μισό-μισό ένα μεγάλο απόγευμα ή μήπως που
παρκάραμε πάνω στους υδρατμούς γιατί ήτανε πιασμένο το ψιλόβροχο απ’ το τζάμι.
27. Περαντζάδα σφύζουσα μέσα στο Ποίημα: η δουλειά σου αυτή είναι,
να μην ξέρεις τι διαφυλάττεις και ως πότε... (εφάπτεται πια ο κίνδυνος με ότι
διαφυλάττεις: σώματα που κοιμούνται μόνα τους... Πριν πας για ύπνο μανταλώνεις
παράθυρα συρτώνεις πόρτες κι επειδή μήτε το ένα μήτε το άλλο σου πλευρό
κλειδώνει, σέρνεις τραπέζια ντουλάπες πλυντήριο κομοδίνο τηλεόραση - φρακάρισέ
τα). Δυο
λέξεις όλες κι όλες μας χρειάζονταν. Όλες οι άλλες μεταμφίεση. Γι’ αυτό αν
κάπου βρεις τη λέξη κορυφή να με προλογίζει με ανταύγειες που παράπεσαν απ’ το
χαζό φεγγάρι, μην ταραχθείς! Είναι η νικηφόρα είδηση πως ζω
νυχθημερόν το δίλημμά σου.
28. Η καμτσικιά του ποιήματος με ωροσκόπο το συναίσθημα που
εκπέμπεις, σε σώζει από τα δύσκολα. Προσοχή στην επικοινωνία γενικώς και στα
ερωτικά... Μην τα αποκλείεις. Κι άλλες φορές κουρέλι η αντοχή κι όμως
αποκαλύφθηκε υπεράνθρωπος. Χρόνε, γοργέ πατέρα της ροής μας, έλαβα την επιταγή
σου με το ευτελές ποσόν μίας ακόμα μέρας μέσα σε λεπτό ροδίζον φακελάκι
χαραμάδας. «Ψηλώνει
των κορμιών η δίνη με πλήκτρα alt-control». «Στη νοητή ενέδρα της περίπολου
φουσάτα της ελπίδας κατάστικτα μελαγχολία». Κάθεσαι με την πλάτη
στο γκρεμό. Κάτω η θάλασσα δείχνει τη σκούρα άποψη της νύχτας, παρά των
αστεριών τις σκόρπιες αντιρρήσεις. Καίγονται ξερόκλαδα και φύλλα παραδίπλα...
Μετεφέρθη άρον- άρον στην εντατική η εγκατάλειψή σου. Θεράποντες ήχοι σημάντρων
μετράνε κάθε τόσο το σφυγμό σου. Ούτε λίγο ούτε πολύ μου ζητάς να ζήσω επί
μακρόν εντός της σήμερον…
29. Κάθε αρχή μας περιήλθε ως μία
παρομοίωση με το μυστήριο της. Έχουμε ξαναζήσει; Τότε τι είναι το στιγμιαίο;
Η ραφή
τέχνασμα για ν’ αγαπάμε; Κι αφού επισκευάζεται ο βίος όλα αυτά που χάθηκαν πού
είναι; Αχ, μυστικά κουκουλοφόροι απαγωγείς εκατομμυριούχων απαντήσεων. Σαν διάπλατο
«έλα», «κατάστικτο μελαγχολία» μυρίζει ο καπνός. Σπίθες ξαπλώνουν το τραγούδι «αυτά που
καίγονται τα έκαψα όλα και αυτά που λέγονται τα είπα όλα». Σαν διάπλατο «έλα»
μοσχοβολάει και τούτη η απελεύθερη ηρωίδα καύση. Ονείρου μανιώδης
σαρκασμός σ’ έφερε ολόκληρο ταξίδι από κάτω. Όποιος σε έβλεπε γινότανε αμέσως
μονοπάτι έως επάνω, την πύλη του ανερμήνευτου. Δεύρο έξω είπα. Μα δεν μου
αποκρίθηκες αν θέλεις. Κι έπειτα γιατί σε ρώτησα αν θέλεις; Το θαύμα δεν
ρωτάει. Σ’ αρπάζει από το αυτί και σέρνοντας σε πετάει στο φως. Χαίρεσαι βέβαια
με την έκλαμψη, αλλά σε τρώει από μέσα σκουλήκι η αγωνία μην είναι και τα
θαύματα θνητά...Ας μην γελιόμαστε. Αύταρκες είναι μονάχα το μάταιον.
«ο
τρίποδας στημένος θα σε καρτερεί"
στο
φόβο του άναυλου και φευγαλέου "κλικ" ,
σ’ ένα
κοφτό και ρυθμικό σπασμό...»
(ή όπως
αλλιώς θα το ‘λεγε ο ποιητής για να μην κυριολεκτήσει).
«Οικόσιτοι
μονόλογοι και του στραβού το δίκιο με τη βροχή του παραμάσχαλα». «Φωτογραφίζω
την ουρά απ’ το ουρλιαχτό μου ποίημα»
χιονίζει
«χρυσηίδες στίχων... με τη στάμπα του
μηδέν - μηδέν στο κούτελο, στο όνομα μιας δήθεν ρήξης με τους μνησίκακους
ερεθισμούς της διέγερσης..» (Τάσος Κάρτας)
30. Χιονίζει Χρυσηίδες στίχων! Αυτό είναι
απ’ άλλη «πρόβλεψη», αλλά ταιριάζει σ’ όλα τα ωροσκόπια:
Όπως
κυκλάμινο σε γυάλινο μπουκαλάκι από φάρμακο. Το έχεις ακουμπήσει σ’ ένα σημείο
φωτεινό, εκεί που κάνει μια γούβα η διάθεση, γι’ αυτό δεν νιώθεις πια εκείνη
την παλιά λυσσαλέα δίψα της αναζήτησής του. Κολλάς σαν ανιχνευτής κρυμμένου οξυγόνου
τα μέλη σου στα λεία της ψευδαίσθησης τοιχώματα. Βυζαίνεις λαίμαργα τη ζωτική εξαπάτηση.
Προς στιγμήν απελπίζεσαι. Για να ελπίσεις πάλι. Είναι η ελπίδα λαθραία εξουσία.
Όπως και η επιβίωση. Την προσαρτάς στον έρωτα μήπως και μεγαλώσει.
«όνειρα δεμένα στην άτονη λήγουσα από τη σκέψη
του σώματος παντός επιστητού».
31. Κάθε φιλί που ανταλλάσσει η γηραιά
ηδυπαθής με τους εκάστοτε ζιγκολό καπνούς ταχείας κάυσεως είναι… Μυστικοσύμβουλός σου
επιστήθιος ο μανιώδης του ονείρου σαρκασμός: η κάθε αγάπη, νεκρός ακόμα που
είναι υπεράνω υποψίας, κάπου πάντα κάπου, εκεί στης συγχορδίας το πίσω πίσω
τέλι, ανάμεσα στο αφόρετο ακόμα ασπρόρουχό της μα και σε πλαϊνή ραφή φιλιού,
σου το ’χει φυλαγμένο το φαρμάκι... Λοιπόν, πρέπει ν’ ανηφορίσεις για ν’ ακούσεις το θαύμα
των κελαϊδισμών «εξ επαφής». Να προφτάσεις σε μια μέρα να δεις
φαντάρους και δασκάλες τα εγγόνια σου, να καμαρώσεις υπέργηρους τους φόβους
σου, ευδαίμονες σε νυσταλέα παγκάκια, να πιπιλάνε σπόρια φαφούτικης λιακάδας
και να σου ρίχνουν ψίχουλα απ’ τη σκισμένη τσέπη του μνημονικού τους πως είσαι
περιστέρι.. Καλά τα κατάφερες ως τώρα μόνη σου πεζή να την προχωρείς την άμμο.
32. Η άγρια ελευθερία του ορίζοντα στο δύον
ευαγγέλιο της μέρας. Ελάχιστα διαρκεί το
ανεμπόδιστο. Ανάσκελο ένα ξύπνιο τζιτζίκι σε μια φυγή γεμάτη τρύπες. Λάδι η
ησυχία. πατείς πάνω σε πεσμένα φύλλα. Μην λυπηθείς όλα διορθώνονται. Θα πάμε να
διαλέξεις άλλο καινούργιο σθένος, όποιο σου αρέσει, όποιο σου μοιάζει πιο
πολύ... Υπάρχουν τόσοι δότες φίλοι εφησυχασμοί. Βλέπεις είναι δειλό το κάθε ΤΕΛΟΣ. Κανένα
δεν τολμά να έρθει με άδεια χέρια. Κάθε φορά φέρνει μαζί του δώρο μιαν ΑΡΧΗ
καινούργια, όποια της έλαχε να είναι πιο κοντά του. Αχ, ηρωισμοί
εθελοντών ονείρων άδοξοι...Στην αυτάρκειά σας μπήκαν συνεταίροι φόβοι. Κανείς
δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει ακόμα η ελπίδα.. Βραδύτερη ποιότης ερώτων δεν
ευρέθη:
«στιγμές
με τη λάμψη της αστραπής,
αιώνες
με τη σφοδρότητα της καταιγίδας»:
«ΠΑΝΤΑ
ΖΕΙ ΜΙΑ ΟΔΑΛΙΣΚΗ ΣΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΜΟΥ ΤΟ ΧΑΡΕΜΙ
ΔΕΝ
ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΡΑΣΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ»
33. «Αθώα είναι η πρώτη και η τελευταία
σκέψη κι εκείνη φόβος» (ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ):
Αν
εξακολουθούμε να ’μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι που διαβιούμε κάτω από θόλους
κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτονες, η ώρα θα ‘ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά
τη μεσημβρία και η τελειότης η άκρα συντελεσμένη σ’ ένα κήπο με υακίνθους, όπου
τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Μετρά κείνο που μένει. Α ! σεις
πετεινάρια της αφύπνισης και των άσπρων αιφνιδιασμών αγριοπερίστερα!! Όλα εκείνα που αγαπήσαμε μας προχωράνε... Όλα
περνάνε μείον το βάρος της ψυχής. Σ’ όλες τις γλώσσες το αδύνατον διαρκεί. Από
το ένα σ’ άλλο σπίτι απάγει. Αδιάκοπα ολοκληρώνεται όλων των νοημάτων το
πλεκτό. Η ύλη ηλικία δεν έχει. Μόνον ν’ αλλάζει ξέρει. Να φυλάγεσαι απ’ όλα τα ενδεχόμενα. Γιατί
φανό θυέλλης δεν έχει το σκοτάδι. Ποίηση μόνον είναι εκείνο που απομένει.
Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία, όπως μπορεί και να την φαντάστηκαν οι
πρωτόπλαστοι (Οδυσσέας Ελύτης)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΑΔΟΞΕΣ : («μηδένα προ του τέλους...)
Όταν ρώτησαν την
Κική Δημουλά τι είναι ποίηση είπε : ρωτήστε τη σοφή την άγνοια.
«Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις
παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων
σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει
ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας
ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των
πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα.
Ευκολότερα θα μπορούσε να ορίσει κανείς το ποίημα, μια και αυτό έχει υποκύψει
στη σύμβαση να πάρει μια μορφή, ένα σχήμα, που είναι η φυλακή και η
απελευθέρωση ταυτόχρονα κάποιου μηνύματος. Ένα ποίημα λοιπόν είναι η διπλή ζωή των
λέξεων, ο κρυμμένος ερωτισμός τους και η λαγνεία τους για παρθένα οράματα.
Είναι ο τυχοδιώκτης των λέξεων, η πλεονεξία τους : κάθε τόσο εγκαταλείπουν τη
μετριότητα της χρήσης τους και ακολουθώντας δυσανάγνωστους χάρτες, που χάραξε
ανώνυμη ανησυχία, ψάχνουν, σκάβουν να βρουν φλέβες χρυσού λυτρωτικού ρόλου. Κι
αλλιώς ο ίδιος ορισμός : βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί που
κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ
είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα
δένδρο. Α Υ Τ Ο Ε Ι Ν Α Ι
Τ Ο Π Ο Ι Η Μ Α».

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου