Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (σχέδιο ενός προφητικού μυθιστορήματος)



ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ: Πυρπολισμοί δημοσίων κτιρίων, καταστροφές μνημείων και εθνικών συμβόλων, δολοφονικές επιθέσεις εναντίον προσώπων που οι επιτιθέμενοι τα θεωρούσαν υπεύθυνα για το κακό που τους είχε βρει… (ΑΘΑΝΑΣΙΑ είναι οι ΛΕΞΕΙΣ: η σωτηρία έρχεται από τον παράδεισό τους αλλά η μοναξιά είναι άγριο πράγμα)

Όπως ο πρώτος κύκλος που σχηματίζει η πέτρα στο νερό, όταν τη ρίξεις από χαμηλά αλλά με παθιασμένη απελπισία… Τα νήματα που πλέκουν το σχοινί για τον πνιγμό και τη σωτηρία είναι: ο χωρισμός τω φυλών, η στειρότητα, η άσκοπη φυγή, η στράτευση, ο παντοειδής πόλεμος, οι σπαρτοί εχθροί, η ερωτική ανατροπή, η ήττα, η κατοχή, η υποδοχή του φόνου, η εξαγρίωση της αμαρτίας και της αρετής, και ο άνδρας, το ανδρογύναιο, η γυναίκα σφίγγοντας τη ζωή με τα δόντια, ένα κομμάτι αιμόφυρτου λόγου (από το ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ του Δ.Ν. Μαρωνίτη για το ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ)

α] Μεσαίωνας της Μήτρας
 (…) Τη χρονιά εκείνη, καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί. Αυτό συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, μέχρι που συμπληρώθηκε γενιά χωρίς καμιά γενιά καινούργια γενιά να ’ρθει στον κόσμο (…) Εκτός από ολιγάριθμες εξαιρέσεις βίαιων αντιδράσεων σ’ αυτή τη ξεθεμελιωτική συμφορά που πολύ αργότερα ονομάστηκε Μεσαίωνας της Μήτρας (: πυρπολισμοί δημοσίων κτιρίων, καταστροφές μνημείων και εθνικών συμβόλων, δολοφονικές επιθέσεις εναντίον προσώπων που οι επιτιθέμενοι τα θεωρούσαν υπεύθυνα για το κακό που τους είχε βρει), όλοι οι άλλοι, μαθημένοι  στην εγκράτεια, χαλιναγωγούσαν την απελπισία τους και περιόριζαν σε ιδιωτικούς χώρους τα ξεσπάσματα του πανικού τους που τους έκανε να ξεσκίζουν τη νύχτα τα μαξιλάρια με τα δόντια τους, να γράφουν έξαλλα κι ασυνάρτητα γράμματα στο Θεό ή στο ίδιο το κακό ικετεύοντάς το να υποχωρήσει ή απειλώντας το με κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί του κατά το παράδειγμα του Αγίου Γεωργίου, ώρες ολόκληρες να στέκονται ακίνητοι κι ανέκφραστοι μουρμουρίζοντας παλιά νοσταλγικά τραγούδια, να τρώνε λυσσωδώς τα νύχια τους μέχρι το κόκκαλο ή να τραβάνε βαθιές ξυραφιές σε κρυφά ευαίσθητα σημεία του σώματος ώσπου να τρέξει τόσο αίμα όσο χρειαζόταν για να ικανοποιηθεί η γενετήσια ανάγκη ανθρωποθυσίας ή αυτοτιμωρίας, πάντα πίσω από κλειδωμένες πόρτες, με τα φώτα συγκεντρωμένα μόνο σ’ εκείνο το φλέγον σημείο με το έμβλημα της ανελέητης σφαγής, με την ίδια πάντα μουσική κανιβάλων να συνοδεύει την εξαγνιστική πράξη, με τον απέραντο λεκέ του αίματος πάντα στο ίδιο σημείο, έτσι που είχε με τον καιρό σχηματιστεί μέσα σε κάθε σπίτι ένα είδος βωμού στην τουαλέττα, στην κρεββατοκάμαρα ή στην κουζίνα όπου έβρισκε ο καθένας καταφύγιο και πλησμονή τις ώρες που

το σώμα δεν άντεχε πια να σηκώνει το βάρος εκείνου του άλλου σώματος, του πολυκέφαλου και αξεδίψαστου, του αΐδιου και άναρχου και ενικού, που χτυπιέται μέσα σε κάθε σώμα με εξωφρενικές και άσπλαχνες διαθέσεις (…) Γιατί ο πόλεμος που, με σύντομα διαλείμματα παραπλανητικής εκεχειρίας, κρατούσε πάνω από χίλια χρόνια, είχε πάρει τους τελευταίους μήνες μια τελεσίδικη τροπή
(αν και προ πολλού δεν έφταναν εκείνα τα «ως ευτυχώς τα εις εις μάχην φέρεται», «ως ευτυχούμε τα κατά πόλεμον» ή «ως νενικήκαμεν και τον τρίτον πόλεμον) κι έδειχνε να κατευθύνεται προς την επιταχυνόμενη και μοιραία πια προσέγγιση ενός τέλους αφού ήταν σ’ όλους γνωστό πως το νότιο μέτωπο θα κατέρρεε από μέρα σε μέρα. Σαν την, σχεδόν μεταθανάτια, ύφεση που παρουσιάζει, για ανυπολόγιστο χρονικό διάστημα, μια αθεράπευτη αρρώστια που όμως ξάφνου εκδηλώνεται σε ολόκληρη τη δηωμένη επικράτεια του παραπλανημένου σώματος αποσυνδέοντας τις σάρκες απ’ τα κόκαλα με μια δόνηση που μοιάζει με ολοκληρωτική οργανική παράκρουση των αρμών της ανθρώπινης δέσης (…)
Κι όταν ένα πρωί μαθεύτηκε η αυτοκτονία δύο στρατηγών συγχρόνως, του ενός μάλιστα μπροστά στους στρατιώτες του την ώρα της πρωινής επιθεώρησης, δεν αμφέβαλλε κανείς πια ότι ο εχθρικός στρατός θα περνούσε απ’ ώρα σε ώρα τα σύνορα και θα ’κλεινε με αυτόν τον τρόπο μιαν υπόθεση που κρατούσε σε εκκρεμότητα έναν ολόκληρο λαό εξουθενωμένο απ’ την πλέξη της ίδια του της ιστορίας κι ανίκανο πια ν’ αντισταθεί στα πιεστικά κελεύσματα μιας ενστικτώδους εγωπάθειας και μιας ανεξέλεγκτης αλλά συνειδητής περιφρόνησης προς καθετί που συνεργούσε στην επιβίωση του έθνους, πράγμα που έφτανε στα όρια της προμελετημένης πατριδοκτονίας και σήμαινε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η έννοια του έθνους  είχε από τη στιγμή εκείνη κιόλας χαθεί οριστικά.
Οι περισσότεροι άρχισαν να μαζεύουν ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν και σε λίγες ώρες σχηματίστηκαν τεράστιες πομπές που τραβούσαν, σαν τις πεισματικές γραμμές των μυρμηγκιών, προς τα βόρεια, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ημερήσιας εκδρομής δημοτικού σχολείου – σ’ όλο το μήκος των καραβανιών ακούγονταν τραγούδια που τα λέγανε, μέσα σ’ ένα γενικό κομφούζιο, όλοι μαζί, κι έβλεπες πολλούς να χορεύουν μερακλωμένοι μες στη μέση του δρόμου με ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους την έκφραση ανθρώπων που έχει φύγει ένα πελώριο βάρος από μέσα τους (ήταν σ’ όλους γνωστό ποιο ήταν αυτό το βάρος).

Θα νόμιζε κανείς ότι από τη μια στιγμή στην άλλη (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στον φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου μετά την αναγγελία πως κατέρρευσε το νότιο μέτωπο, επιβεβαίωση που επισφραγίστηκε με το λόγο του Προέδρου της Δημοκρατίας – σε τόνο αυστηρό και δήθεν μεγαλοπρεπή (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ ενώ χιλιάδες κοπρόσκυλα κάθε λογής τραβάνε με τα δόντια τους τη σκατωμένη του πορφύρα γρυλίζοντας εν χορώ τον τέως εθνικό ύμνο της Βασιλίδος που τώρα ξετσίπωτα –μια σκάρτη Ανδρομάχη- περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι νιώθοντας αχόρταγα μέσα στο γανωμένο κόλπο της τη σιδερένια βάλανο των νέων κυρίαρχων της Γης), υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος, και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας.
Όσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήταν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για το λόγο του και για τη χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλοι μαζί παλαμάκια. Γριές που είχαν δει αμέτρητες φορές παρόμοια γεγονότα, που είχαν ζήσει σφαγές αλώσεις, προσφυγές, επιδρομές κάθε λογής βαρβάρων ή πολιτισμένων, διωγμούς και εξανδραποδισμούς, πόλεις ακμαίες και φουντωμένα δάση και κάμπους μεστωμένους να καίγονται σαν τα δαδιά και να μη μένει τίποτα όρθιο από τους μόχθους γενεών και γενεών, και κορίτσια να βιάζονται μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια δέκα και είκοσι φορές σε μια ώρα από ξαμολημένους φαντάρους και μετά να ξεκοιλιάζονται με ξιφολόγχες, βρέφη να αποκεφαλίζονται με μια κοφτή σπαθιά στον αέρα ή να πυροβολούνται εξ επαφής μες στην αγκαλιά της μάνας τους, φαμίλιες να ξεσπιτώνονται και να αποδεκατίζονται σαν τρυγόνια μ’ απανωτές μπαταριές –«τότε πρώτον παιδες μεν γονέων, γυναίκες δε ανδρών και φίλοι φίλων και οι καθ’ αίμα των ομοίων ελεεινώς εχωρίζοντο», κι αγόρια με μισό πόντο τρίχα στο στήθος και συγκεντρωμένη όλη τη δύναμη του κεραυνού του Δία στα όργανα που συγκλίνουν στην πρόκληση της ισχυρότερης έξαρσης των αισθήσεων, να στήνονται πενήντα πενήντα μπροστά σε εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο για να αφανιστεί ο σπόρος της ζωής μέσα τους, και τα νερά να γίνονται κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο απ’ το αίμα, κι ανθρώπους να τρελαίνονται απ’ τις αβάσταχτες συμφορές και να τρέχουν κατάμαυροι απ’ τα δάκρυα από δω κι από κει ουρλιάζοντας σαν τα τσακάλια και σχίζοντας τα μάγουλά τους μέσα στον αδυσώπητο ίλιγγο της αποκάλυψης του πύρινου κενού της ζωής και στον εφιάλτη της υπέρβασης εκείνου του ορίου που την κάνει τόσο ανυπόφορη όσο και μια χούφτα αναμμένα κάρβουνα χωμένα μες στο στόμα, γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πουν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ’ αυτοκίνητα, αντί να σηκώνουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άνδρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι όταν θέλουν να δείξουν χωρίς λόγια πως κάποιον τον έχει βαρέσει η μαλακία στο κεφάλι (…)   

β] Εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα
(…) Εντωμεταξύ, τίποτε πια δεν μπορούσε να μείνει κρυφό, και μολονότι τα νέα που έφταναν ήταν αντιφατικά και συγκεχυμένα προκαλώντας αλληλοαναιρούμενες εξάρσεις στα πλήθη ποτέ δεν έφερναν έναν αέρα αισιοδοξίας το αντίθετο, οι ελπίδες όλο λιγόστευαν, (τις στιγμές εκείνες, τίποτε δεν υπήρχε πιο αόριστο από τη λέξη ελπίδα και τίποτε πιο σκοτεινό απ’ το νόημά της), ώσπου μαθεύτηκε πως είχε καταρρεύσει και το ανατολικό μέτωπο, κι αυτό έκανε τον κόσμο να επιταχύνει την κίνησή του προς τα βόρεια. Μέσα στο γενικό χάος, η κίνηση αυτή είχε τη θέση της γιατί ήταν μια κίνηση καθαρής απελπισίας με τάσης συγχρόνως αυτοκαταστροφής κι αυτοσυντήρησης αφού η χώρα ήταν κυκλωμένη απ’ όλες βέβαια τις μεριές μα είχε και τις βουνοκορφές της στα βόρεια που πρόσφεραν για λίγο την αυτοανακουφιστική ψευδαίσθηση του απόρθητου καταφύγιου, όμως, καθώς δεν είχε καμιά διέξοδο προς τη θάλασσα, το αίσθημα της ασφυξίας ξαφνικά και του αδιέξοδου, της παγίδευσης, της περίσφιγξης, του κλοιού, του πνιγμού, έκανε τα πλήθη, κι εκείνα που είχαν παραμείνει στις πόλεις κι εκείνα που είχαν κατακλύσει όλα τα περάσματα προς τα βουνά, να στριφογυρίζουν αφανώς γύρω από τον εαυτό τους μέχρι που κάποια στιγμή όλοι ανεξαιρέτως σταμάτησαν και περίμεναν, σαν ένας άνθρωπος που δεν τον παίρνει ο ύπνος κι οργώνει προς όλες τις κατευθύνσεις το κρεβάτι του προσπαθώντας ν’ αποφύγει το αίτιο της αϋπνίας, αλλά συνεχώς ανακαλώντας το με τους ανεπαρκέστατους, τους τραγικά ατελέσφορους εξορκισμούς του, ώσπου ξεθεωμένος, λαχανιασμένος, με τον αφρό του επιληπτικού στο στόμα και τον εγκέφαλο υπερηψούμενο σε παγερό ξυράφι μέσα στο μαύρο βούτυρο της νύχτας, στέκεται δέσμιος του μπερδεμένου νήματος της ανημπόριας του, σαν να τον έδεσε αυτή η ίδια
και τότε έρχεται σαν ευαγγελισμός εκείνο που θα ’ρχόταν πιο νωρίς, στην ώρα του, αν δεν είχε καταβληθεί τόση ξέφρενη προσπάθεια να γλυτώσει η ψυχή το μεσονύκτιο μαρτύριό της προτού δοκιμαστεί μέχρις εσχάτων απ’ αυτό (…)
Εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα. Όλοι μαζί, σα μια ψυχή, ένιωθαν την ανάγκη ν’ αφεθούν σε κάτι που θα χιμούσε απάνω τους και θα τους χάραζε με ανεξίτηλα σημάδια, ένιωθαν την ανάγκη ν’ αλλαξοπιστήσουν, να περάσουν σε μιαν άλλη διάσταση, να υποστούν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, ν’ απαρνηθούν τη γλώσσα τους, να κυλιστούν στην ντροπή και στον εξευτελισμό, να ξεγυμνωθούν μπροστά σε όλους και ν’ αρχίσουν νε λένε και να κάνουν αυτά που πριν θα τα αποκαλούσαν φοβερά,
να μυρίσουν βρόμικες κάλτσες εισπνέοντας πολύ βαθιά, να σκοτώσουν τους γονείς του, να καταστρέψουν τα ενθύμια τους, να κάψουν τις ταυτότητές τους, να ζήσουν το φρικιαστικότερο  από καταβολής κόσμου θέαμα, να παραδοθούν στην κτηνωδία με την ψυχική ρεύση ανθρώπων που δεν πιστεύουν πια σε τίποτα απ’ όλα όσα είχε συσσωρεύσει ως τότε ο πολιτισμός, που τίποτα δεν συντηρεί την εμπιστοσύνη τους σε τίποτα και που το μόνο που μπορούν να πουν ότι θέλουν να γίνει είναι μια μεγάλη καταστροφή μ’ αυτούς μέσα, το είδος εκείνο του ανεπανόρθωτου κακού που συντελείται όταν το σώμα, έπειτα από πολλά χρόνια αμίλητης αρρώστιας, καταλαμβάνεται από το δισυπόστατο προαίσθημα του θανάτου που ως τότε επενεργούσε με τη μυστικότητα της καλλιτεχνικής διεργασίας, και τραντάζεται εσωτερικά από έναν αχαρακτήριστο σεισμό που το σκορπίζει σε μυριάδες μυριάδων γκρεμίσματα που το καθένα μόνο του δε σημαίνει τίποτα, βγάζοντας έτσι στην επιφάνεια των αλαφιασμένων νερών της σάρκας τον σκοτεινό εκείνο ήλιο, φως μοναρχικό, ουσία μυστική, κάλλος αμήχανο, που μόνο σε στιγμές παρόμοιας πανωλεθρίας ανατέλλει με τον αποκλειστικό προορισμό να συντελέσει στην ταχεία αποσύνθεση μιας τέλειας, κιονικής διάταξης αμετάκλητα παραδομένης στην καταβρωχθιστική στιλπνότητα του καθρέφτη που δεν τον φτάνει χνώτο κανένα και που κινείται αέναα γύρω από τη ζωή μας διαθλώντας την εν ερήμω στα απειράριθμα λαμπυρίσματα της θαλπερής αυταπάτης.
Οι ψυχές όλων στέκονταν ακίνητες καθώς οι πιο αντίθετες τάσεις τις διεκδικούσαν την ίδια στιγμή, μέσα σ’ όλες συνυπήρχαν το «γαμώ τη Χριστοπαναγία σου, παλιοπούστη κόσμε του κερατά, γαμώ τη μάνα σου, τσογλαναρά ντουνιά, πού θα μου πάς, θα σε ξεσκίσω» και το «από των ποικίλων με παθών, Τριάς αμέριστε, μονάς ασύγχυτε, και της ζοφώσεως λύτρωσε των πταισμάτων, και καταύγασον μαρμαρυγαίς σου θεϊκαίς» πράγμα που έκανε όλους τους μορφασμούς να χαράζονται και να συνωθούνται πάνω στα πρόσωπα μπερδεύοντας σε τέτοιο σημείο τα χαρακτηριστικά τους που, αν κάποιος μπορούσε να τους δει αμέτοχος στο πάθος τους, θα ’λεγε πως το αδιέξοδο της χώρας ήταν στις ψυχές όλων των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον έναν ιστορικό κύκλο στον άλλον είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή (…)
Και όπως μαραζώνει, φτύνοντας αίμα, μια ψυχή και εκλιπαρεί στις ώρες της διαύγειας της, να την ποτίσουν με κάτι πολύ δυνατό για να ξεχάσει το μαρτύριο της να μην το νιώθει, ή να τη βοηθήσουν να ξοφλήσει μια ώρα αρχύτερα για να πάρουν τέλος τα σεκλέτια της γιατί δεν είναι αυτό ζωή, έτσι ακριβώς και η χώρα ολόκληρη ένιωθε να εισβάλει μέσα της, με τη διεισδυτική ικανότητα πολιορκητικού πέους, ο ξένος στρατός σα μια δύναμη ικανή να τη γλιτώσει από τον βραχνά που ήταν για την ίδια ο εαυτός της, σα μια βίαιη κι ακαριαία επέμβαση γιατρών πάνω στο σώμα που χτυπιέται από τους πόνου
πεταμένο στα χιλιοματωμένα σεντόνια τα λεκιασμένα απ’ τις ίδιες του τις ακατάσχετες εκκρίσεις κι αιμορραγίες, σαν ένας κατευνασμός όμοιος μ’ εκείνον που νιώθουν οι μητρομανείς και οι μυστικιστές όταν επέρχεται ο στιγμιαίος κορεσμός με τη χαλάρωση της ζώνης του απόλυτο και τυφλού πόθου αλλά προσμένει δίπλα τους ο άνδρας ή ο Θεός έτοιμος, έπειτα από τη συγκλονιστική κρίση, για την επόμενη προσφορά της αβυσσαλέας δύναμής του που μόνο με μια εξοντωτική απουσία συγκρίνεται.
Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας, όπως δεν μπορεί να καταλάβει κι εκείνος που δεν έχει νιώσει το ίδιο το κορμί του ανύπαρκτο ανενεργό, ανυπόληπτο, ανεπιθύμητο, ανυπόστατο κι ανύπανδρο, με την περιβόητη κινητήρια δύναμή του κομμένη σύρριζα και ξεκομμένη απ’ το εσώτατο πυρ της συγκίνησης. Μα και το ν’ αντικρίζεις έναν τόσο πλατύ θάνατο σαν αυτό το σύσσωμο του έθνους, ισοδυναμεί με το να εξαντλείς ολόκληρη τη ζωή, τη ζωή της μέρας όμως, γιατί η άλλη ζωή, εκείνη που ξεκινάει ασύλληπτα, ανεννόητα απ’ την ασύλητη μήτρα της νύχτας, είναι το ανεξάντλητο, ο βαθύς θάνατος, αυτό που μπορεί να παρομοιαστεί με την υπερθετική στίλβη της ομορφιάς ενός ώριμου εφήβου σε διαρκή σύγκορμη, μέσα κι έξω, στύση που δεν αφήνει σε ησυχία καμιά ανθρώπινη καρδιά, οδηγεί σε απονενοημένες πράξεις, σε εθνικά μποτιλιαρίσματα, διασαλεύσεις των εθνικών πλαισίων και σε κραυγές του είδους:
«Πύργε χρυσοπλοκότατε, Δωδεκάτειχε πόλη, Ηλιοστάλαχτε θρόνε, Ακατανόητο θαύμα, Άσβηστη λαμπάδα», που προσπαθούν να μετριάσουν την έκσταση που προκαλεί η ζαλιστική λάμψη, η μανναδόχος στάμνα, η αρσενική ομορφιά με την παγκόσμια εξουσία κι ιστορία (…)

γ] Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα
(…) Ήταν τόσες πολλές οι λιποταξίες απ’ τα δύο μέτωπα που είχαν καταρρεύσει, τόσες πολλές οι περιπτώσεις ριψάσπιδων ή απλώς «δειλών» αλλ’ αποφασισμένων να μη θυσιάσουν ούτε μια σταγόνα απ’ το αίμα τους, ούτε ένα δευτερόλεπτο απ’ τη ζωή τους για την πατρίδα, την οποία πουτάνα την την ανέβαζαν, γαμιόλα την κατέβαζαν, -το σύνθημα που επικρατούσε σ’ όλες τις γραμμές ήταν: «Μόνον οι πατριδοκάπηλοι δεν είναι δειλοί, δώστε στην πατρίδα του θανάτου το φιλί» - ώστε έπειτα απ’ την πρώτη απορία, διαμαρτυρία κι αγανάκτηση του άμαχου πληθυσμού που κατά βάθος ένιωθε μιαν ανείπωτη αγαλλίαση μπροστά σ’ αυτή την ηθική ανατροπή, το ρίξανε όλοι στο καλαμπούρι κι άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορα βλάστημα ανέκδοτα που περνούσαν όλη την Ιστορία και τους δαφνοστεφείς πρωταγωνιστές της γενεές δεκατέσσερις και προκαλούσαν με τις εύστοχες και ωμές περιγραφές τους ακατάσχετα γέλια.
Εκείνες τις ώρες πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά η μετάβαση απ’ τον έναν κύκλο στον άλλο, αμετάκλητα. Με το γέλιο. Έτσι, κανέναν απολύτως δε βρήκε απροετοίμαστο η είδηση πως όπου να ’ναι θα υποχωρούσαν και τ’ άλλα δύο μέτωπα, έφταναν μάλιστα από παντού λιποτάχτες, βρώμικοι, κουρελιασμένοι, με γένια πολλών εβδομάδων, θεονήστικοι κι αγριεμένοι, ξεζουμισμένοι απ’ τη βδέλλα της εμπόλεμης ζωής, πατικωμένοι απ’ το πέλμα του πολέμου, που, χωρίς να κρύβουν την πράξη τους, ίσα ίσα διαλαλώντας την χωρίς μισόλογα, εξιστορούσαν διάφορα περιστατικά, με ύφος ήρωα, για την, «εκατό τοις εκατό δικαιολογημένη», όπως έλεγαν, χεζούρα και αηδία των στρατιωτών και, «αυτοί όμως θέλουν κρέμασμα», πολλών αξιωματικών που τα παρατούσαν όλα σύξυλα και το ’σκαγαν κρυφά κάποια νύχτα,  «άλλος με χλαμύδιον κι άλλος με υποκάμισον» (ορισμένοι μάλιστα με κάποιον ευοούμενο φαντάρο τους),
κυρίως όμως είχαν να λένε για τη ψυχική διάλυση που επικρατούσε σε όλες τις γραμμές, για τους φόνους που γίνονταν μέρα μεσημέρι για ένα πιάτο παλιοφαϊ ή για τις τσούπρες των διπλανών χωριών που, λες και ήταν βαλτές οι κουφάλες, έσπερναν τη διχόνοια ανάμεσα στους στρατιώτες και την αντιζηλία πηγαίνοντας, οι λιμασμένες, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο
(«τι φταιν αυτές αν το μουνί τους είναι αχόρταγο;» τις δικαιολογούσαν μερικοί) ενώ κάθε φαντάρος ήθελε να έχει μια μόνιμη, αποκλειστικά δική του, για να περνάει μαζί της τον καιρό του, αφού αυτή ήταν η μοναδική του διασκέδαση (εκτός του ότι όλοι νοιάζονταν μονάχα για τον πούτσο τους και για τίποτα άλλο, από αναχρονιστική αιδώ, που κάποια σχέση έχει με τα στρατιωτικά ήθη, δεν έβαζαν πρώτη στις αισθησιακές απολαύσεις τη μαλακία, η οποία φορές φορές έπαιρνε τις διαστάσεις μεραρχιακής βακχείας κι έκανε χιλιάδες κορμιά στερημένα να τραντάζονται κάτω απ’ τις κουβέρτες ή όρθια πίσω από κανένα δένδρο, στις σκοπιές, μέσα σε κραυγές που έκαναν τη φύση να ριγάει, ματαιώνοντας έτσι τη συνεύρεση των συγκλονισμένων σωμάτων αλλά και επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της εκσπερμάτωσης μέσα στο ίδιο το βασίλειο του θανάτου),
ήταν τέλος πάντων το γαμήσι η μοναδική ψυχαγωγία τους για να μην καταλαβαίνουν τους ατέλειωτους μήνες της εξουθενωτικής στρατοπέδευσης που, χρόνια τώρα, κυλούσαν μέσα σ’ ένα κενό όμοιο μ’ εκείνο που επικρατεί μες στο σώμα του νεκρού και που κάποτε αρχίζει ν’ αναδύεται στην επιφάνεια με τη μορφή αποκρουστικών ρήξεων της δερματικής συνέχειας, εν μνήματι.
(Γιατί ο κόσμος των πεθαμένων είναι το υπέρλαμπρο και ζοφερό ναυάγιο που, πολλές χιλιάδες οργιές κάτω απ’ την ασημένια λουρίδα του νερού, μας κρατάει κλειδωμένους στην κοιλιά του και μας παρέχει, σε ώρες δυσβάσταχτης κι αδιέξοδης οδύνης, τη δυνατότητα να σκαρώνουμε παρομοιώσεις που με τον ακραιφνώς εικονικό τους χαρακτήρα ανακουφίζουν το αίμα από το μανιασμένο παφλασμό του πάνω στα έρημα γυμνά τους κόκαλα…
Τι άλλο είναι ο παράδεισος, τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και τον μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά τον πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή; Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα) (…)
Θα χρειαζόταν πολλοί τόμοι για να χωρέσουν τα όνειρα και οι παραισθήσεις όλων εκείνων των στρατιωτών, που μόλις έβγαιναν από τον παροξυσμό των κρίσεων τους, κάθονταν και λέγανε ο ένας στον άλλο τι τράβηξαν, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που θέλει να μεταγγίσει στου άλλου την ψυχή εκείνο που βαραίνει τη δική του.
Απ’ τις πιο συχνές (γιατί υπήρχε μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων) ήταν η περίπτωση που ο φαντάρος ένιωθε το ζωστήρα του ν’ αρχίζει ξαφνικά ν’ ανεβαίνει απ’ τη μέση στο λαιμό του και να τον σφίγγει τόσο δυνατά που ορισμένοι κόντευαν στ’ αλήθεια να σκάσουν κι έβγαζαν ξύπνιοι απάνθρωπα ουρλιαχτά σφαδάζοντας καταγής, «ώσπου να φύγει, όπως έλεγαν, η μαύρη γάτα από άνω τους» Άλλοι πάλι, εκεί που κάπνιζαν, έβλεπαν το ίδιο τους το χέρι να υψώνεται με μια ακαταμάχητη κίνηση σα να το κινούσε μια χθόνια δύναμη, να πλησιάζει με τη σιγουριά μοιραίου κακού στο πρόσωπό τους και να σβήνει το τσιγάρο μες στο μάτι τους.
Πέτρες, ξύλα, αντίσκηνα, ράντζα, αρβύλες, κράνη, παγούρια, καραβάνες, όπλα, ασύρματοι, φανοί θυέλλης, ξυραφάκια, καζάνια, φτυάρια, γραφομηχανές, έπαιρναν τη μορφή ήρεμων αλλά απειλητικών ζωών έτοιμων κάθε στιγμή να χιμήξουν και να κατασπαράξουν αυτόν που ένιωθε μέσα στα σωθικά του την απειλή τους και που ήταν όλος ο στρατός, και θεσπέσια άλογα με χάμουρα κεντημένα με σιντέφι και τσαμπιά μαργαριτάρια, περουζέδες και βγαλμένα μάτια, κυκλοφορούσαν τις νύχτες στις σκοπιές σπέρνοντας τον τρόμο στους φρουρούς που αναγκάζονταν να τα πυροβολούν σε σημεία όπου πλάγιαζαν ανυποψίαστοι φαντάροι –που έμεναν στον τόπο μες στον ύπνο τους, κι έτσι πήγαν αρκετοί.
Δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που περίμεναν με φρίκη τη νύχτα γιατί κάποια στιγμή, γύρω στα βαθιά μεσάνυχτα, φούντωνε πίσω απ’ τα κόκαλα του κρανίου τους ένα βουβό κύμα κι ένιωθαν τον ουρανό να συσπειρώνεται ολόκληρος μέσα τους κάνοντας το κεφάλι τους να σφύζει από γαλαξίες κι αχανείς εκτάσεις που η διαπεραστική τους σιωπή τους πίεζε να βγάζουν άναρθρες κραυγές και να χτυπιούνται στα κρεβάτια τους σε σεληνιασμένοι. (…)
Γενιές ολόκληρες φαντάρων αποδεκατίστηκαν από τα ίδια όλοι όνειρα που έρχονταν και ξαναέρχονταν με το πείσμα της απελπισμένης προσπάθειας που καταβάλλει μια ερωτευμένη καρδιά για να σταλάξει σε μια άλλη ακατάδεκτη καρδιά τον έρωτά της, κι έβλεπες αμούστακα φανταράκια ν’ αφηγούνται τα ίδια όνειρα που είχαν δει πριν από πολλά χρόνια, και τα ’βλεπαν ακόμα, γέροι φαντάροι, αιωνόβιοι, που είχε λιώσει το χακί επάνω τους κι αυτοί είχαν λιώσει μέσα στο χακί: έβλεπαν πως τους κυνηγούσε ολόκληρο το χωριό τους κι αυτοί έτρεχαν να κρυφτούν κι έτρεχαν και το χωριό έτρεχε από πίσω τους κι όλο τους έφτανε κι όλο του ξέφευγαν κι ήταν σα να έτρεχαν χωρίς να τρέχουν, με μια υπέρτατη αγωνία μες στο στήθος, και κάποια στιγμή, μ’ ένα ξαφνικό πέρασμα που μόνον η φρίκη το πετυχαίνει, έπεφταν όλοι οι συγχωριανοί τους πάνω τους και τους ξεσκίζανε κι έπαιρναν ο καθένας από ένα κομμάτι και πετούσαν τα κόκαλα στα σκυλιά κι έβλεπαν πια μόνο τα κόκαλα μέσα στο στόμα τω σκυλιών κι αυτά τα στόματα γεμάτα με τα ίδια τους τα κόκαλα τους έκανε να τινάζονται αλαφιασμένοι μες στον ύπνο τους με δύσπνοια και με την αίσθηση του ροκανίσματος του σκελετού τους μες στο ίδιο τους το στόμα.
Ή εκείνο το άλλο πως ήταν καθισμένοι μες στην τάξη του σχολείου κι ο δάσκαλος τους έκανε μάθημα ιστορίας κρατώντας ένα τεράστιο μαχαίρι ανάμεσα στα πόδια του, και το παράθυρο το σκέπαζε το ταλαντευόμενο σώμα ενός απαγχονισμένου μαθητή που η ρεύση του έτρεχε ακόμα απ’ την άκρη του λασπωμένου παπουτσιού του και ξαφνικά άνοιγε η πόρτα κι έμπαινε μια πανύψηλη γυναίκα που τα βυζιά της κρέμονταν ως κάτω στα σάπια σανίδια και πλησίαζε έναν έναν τους μαθητές και τους φιλούσε παράφορα στο στόμα κόβοντας με τα πριονωτά της δόντια ένα μεγάλο κομμάτι από τη γλώσσα τους που μετά το έφτυνε σκουπίζοντας τα αίματα με μια σημαία που είχε δεμένη στη μέση της κι όταν τελείωνε τα φιλιά, γύριζε στο δάσκαλο, το πρόσωπό της τότε γινόταν σαν από θειάφι, το σώμα της έκαιγε σαν το πυρωμένο σίδερο μα και βρωμούσε σαν ψοφίμι, έπαιρνε το μαχαίρι που κρατούσε ανάμεσα στα πόδια του, τον έβαζε να γονατίσει του ’κοβε το κεφάλι και, πιάνοντάς το απ’ τα μαλλιά, το σήκωνε τόσο ψηλά που γκρεμιζόταν το ταβάνι και τα μάτια του αποκεφαλισμένου σπίθιζαν τόσο διαπεραστικά που σου άναβαν τα μάτια, κι ύστερα εκείνη έχωνε το κεφάλι μες στο στόμα της κι άρχιζε να το μασάει και να το μασάει, μ’ έναν αβάσταχτα γλοιώδη τρόπο… (…)
Πολλοί τρελάθηκαν. Πολλοί έπεσαν σε ανίατο μαρασμό που τους έκανε να σέρνονται σαν ξεβιδωμένες ψυχές ανάμεσα στα σκουριασμένα τανκς και στις τέντες με τα ανύπαρκτα πυρομαχικά. Οι απόπειρες αυτοκτονίας δεν είχαν πια σταματημό, κανείς δεν ήταν πια σε θέση να υπολογίσει τον αριθμό τους. Δίπλα σε κάθε στρατόπεδο, μικρό ή μεγάλο, είχε με τον καιρό σχηματιστεί κι από ένα νεκροταφείο που δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα βαθύ σκάμμα όπου πετούσαν κάθε τόσο τα καινούργια πτώματα σκεπάζοντάς τα με μερικές φτυαριές χώμα, μόνο και μόνο για το φόβο των ορνέων που, εκεί που είχε φτάσει το πράμα, τα τραβούσαν ακόμα και οι ζωντανοί, αυτοί οι ασχημάτιστοι νεκροί που μόνον ο θάνατος τους δίνει το πάγιο κι ανεξαργύρωτο σχήμα τους (…)
Οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει τι ήταν πριν επιστρατευτούν. Η χώρα, εκτός απ’ τα εχθρικά στρατεύματα, ήταν περικυκλωμένη κι απ’ το άυλο αλλ’ ακατάλυτο υφάδι των φρικιαστικών εγκεφαλικών διαταραχών των στρατιωτών της, διαλυτικά οράματα ψυχών ταλαιπωρημένων ως τα έσχατα, που από γενιά σε γενιά περίμεναν το τέλος ανυπόμονα, κλαίγοντας απ’ την αδημονία, μια και είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια το σάπιο μεδούλι των κοκάλων της γης τους. (…)
Οι λέξεις είχαν ξεφύγει οριστικά απ’ τη δικαιοδοσία των πολιτικών και των στρατιωτικών που δεν ήξεραν πια με τι να καμουφλάρουν μια πραγματικότητα που πρώτα αυτούς τους ίδιους άρχισε να τρομάζει σπέρνοντας σ’ αυτές τις αδυσώπητες, αδίσταχτες, αδιάντροπες, αδάκρυτες καρδιές τον υπονομευτικό φόβο του απείρου, της μοναξιάς και του θανάτου, κι έκαναν την εμφάνισή τους κρούσματα
πρωθυπουργών και υπουργών που δεν έπεφταν για ύπνο αν δεν ήταν βέβαιοι πως όλη τη νύχτα θα τους κρατούσε το χέρι ο καμαριέρης τους και λέρωναν το βρακί τους την ώρα των συνεδριάσεων του υπουργικού συμβουλίου επειδή έβλεπαν μπροστά τους ξαπλωμένο πάνω στο μακρύ γυαλιστερό τραπέζι το ίδιο τους το πτώμα σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης, ντυμένο με την απροκάλυπτη γύμνια της απόλυτης εκμηδένισης, ή κρούσματα αξιωματικών, κυρίως ανωτέρων, που δεν μπορούσαν πια να μένουν μόνοι τους σ’ ένα άδειο δωμάτιο, έτρεμαν το σκοτάδι κι άνοιγαν συνεχώς συζητήσεις πάνω στο θέμα της διαλυόμενης, όπως έλεγαν, σκόνης στην οποία θα καταλήγαμε «μέσα σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού». (…)

δ] Μεταφυσικές του Δόγματος σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού της Συνειδητής πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας
(…) Και τη χρονιά εκείνη που καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί κι οι άνδρες στέκονταν δυο δυο στους δρόμους και τα καφενεία κι έφτυναν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου σα να ’φτυναν όμως ο καθένας το δικό του πρόσωπο κι έπειτα φεύγανε αγκαλιασμένοι και ζευγάρωναν μεταξύ τους σε σκοτεινά υπόγεια ή χλιαρά πλυσταριά όπου δεν μπορούσαν να τους ανακαλύψουν οι ξέφρενες γυναίκες με την επιδημία της ακαρπίας σφηνωμένη στα σπλάχνα τους – τους έψαχναν στα μπορντέλα και τα μπαρ, κι αυτό το ψάξιμο το μάταιο τις έκανε ακόμα πιο όμορφες, πιο λιμπιστερές, πιο μαγνητικές, πιο γυναίκες, πιο ικανές να προκαλέσουν ξέφρενους έρωτες, πιο απαλές, τύλιγε τις ανιχνευτικές κινήσεις τους με μια μαρμαρυγή απελπισίας που χαραζόταν στο μυαλό του θεατή και δεν έφευγε ποτέ, γιατί με αυτό το ψάξιμο οι γυναίκες κατάλαβαν πως υπάρχουν πολλών ειδών απελπισίες και πως ένα είδος τους ανήκει αποκλειστικά και στους αιώνες –
τη χρονιά εκείνη έγιναν οι περισσότερες συνωμοσίες στα ανώτατα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχθηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιος της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες κι εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία, (…)
οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη μ’ ένα πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τους έβγαλαν από τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα απ’ την ολοκληρωτική της εξαφάνιση, (…)
φανατισμένοι λόγιοι έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και παρακινούσαν τα σαστισμένα πλήθη ν’ απαρνηθούν τη ζωή, να τρέφονται μόνο με ρίζες και ν’ αναπαράγονται πλαγιάζοντας με ακρωτηριασμένα αγάλματα, μέσα σε μια συναισθηματική κι ιδεολογική παράκρουση όμοια μ’ εκείνων που προσπαθούσαν να επέμβουν στην καυτή πραγματικότητα για να την αλλάξουν ριζικά εφαρμόζοντας πολιτικά προγράμματα που ήταν επινοήσεις άλλων εποχών
-πρόκειται για τις περιπτώσεις που ονομάστηκαν «Μεταφυσικές του Δόγματος» και που θεωρούνται απ’ τα βαρβαρότερα εγκλήματα εκ προμελέτης-. (…) οι δολοφονίες έφτασαν σε ασύλληπτη συχνότητα και ωμότητα, άνθρωποι εξαφανίστηκαν για πάντα μέσα σε μια νύχτα και ποτέ κανείς δεν ξανάκουσε να γίνεται λόγος γι’ αυτούς. Ανοίχτηκαν ομαδικοί τάφοι σ’ απόμερα νεκροταφεία των πόλεων κι αδειάστηκαν εκεί μέσα σωροί σωμάτων που θερίστηκαν σε ώρες κομματικής τύφλωσης, στήθηκαν παντού αυτοσχέδια εκτελεστικά αποσπάσματα που τουφέκιζαν στο όνομα της εδαφικής ακεραιότητας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της φυλετικής ακμής, (…)
και Καραγιάννης Π. απέκτεινεν τον Καραγιάννην Χ., Βασιλειάδης δε απέκτεινεν τον Νικολαϊδην, Ανδικόπουλος δε απέκτεινεν τον Σολωμονίδην και τους αδελφούς αυτού, Δρόσος δε απέκτεινεν τον Κέλλην, Φερεντίνος δε απέκτεινεν τον Γκούμαν, Ζηκίδης δε απέκτεινεν τον Σμυρνέογλου και τους υιούς αυτού, Χατζηπροδρόμου Μ. απέκτεινεν τον Χατζηπροδρόμου Φ., Κωστόπουλος δε απέκτεινεν τον Δεληπέρου, Παγουλάτος δε απέκτεινεν τον Φωτιάδην και τον Γκελέκαν και τον Δημητρίου, Βλασσόπουλος δε απέκτεινεν τον Αποστολόπουλον, Κωνσταντινίδης δε απέκτεινεν τον Ματθαίου και τους αδελφούς αυτού, Νοταράς Β. απέκτεινεν τον Νοταράν Π. και τον Νοταράν Ε…
άρχισαν να επαληθεύονται οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις των μέντιουμ, εξαφανίστηκαν απ’ όλες τις βιβλιοθήκες οι πλατωνικοί διάλογοι (…) σε κανένα μουσικό κομμάτι δεν ακουγόταν πια βιολί, μέσα από καμιά φωτογραφική μηχανή προβολής δεν μπορούσε να περάσει φως, (…) απ’ τα μυθιστορήματα έμειναν μόνον οι διάλογοι και από τα θεατρικά έργα μόνον οι σκηνικές οδηγίες (…) οι διαγνώσεις των γιατρών έβγαιναν πάντα λαθεμένες (…)
κοιμητήρια ολόκληρα ανυψώθηκαν στον αέρα σα σμήνη πουλιών φωσφορίζοντας, άνθρωποι έτρεχαν ολημερίς στους δρόμους γελώντας ασταμάτητα όπως γελάει κανείς στον ύπνο του κι ένα μόνιμο φως πόνου κι αξόδευτης αγάπης πλανιόταν πάνω απ’ όλα τα κτίσματα δίνοντας στο συνολικό τοπίο όψη συσπασμένου προσώπου παρθένας που, θέλοντας να ξεπεράσει το φραγμό της παρθενίας της αλλά φοβούμενη την επαφή με άνδρα, μπήγει με την ανεξέλεγκτη και σεισμική λύσσα των απελπισμένων, ένα λοστό μέσα στον κόλπο της ουρλιάζοντας «θεέ μου, θεέ μου» με το κεφάλι στραμμένο σαν της πέρδικας προς τον ουρανό και σμίγοντας τις δύο άκρες της ζωής μέσα στον κοχλαστό πίδακα του μυρωμένου αίματός της.
Γιατί είχαν μαζευτεί πάρα πολλά μες στις καρδιές των ανθρώπων, τόσο που οι καρδιές δεν άντεχαν να κρατάνε άλλο μέσα τους. Η προέλαση του εχθρού επιτάχυνε αυτό που από αιώνες προετοιμάζονταν, κι αναζωπύρωσε ελπίδες που είχαν αμέτρητες φορές διαψευστεί από τους ντόπιους άρχοντες.
Είχε φθάσει το πλήρωμα του χρόνου. Καθώς τα εχθρικά στρατεύματα βυθίζονταν μέσα στη χώρα, συνέβαιναν ιστορικές ανακατατάξεις που επανέφεραν ρωμαλέο, έπειτα από αιώνες αποκλεισμού του, το πολυμέτωπο βασίλειο της φαντασίας που θρονιάστηκε μέσα σ’ όλα τα κεφάλια εγκαινιάζοντας το νέο ιστορικό κύκλο. (…)
Οι νόμοι ακυρώθηκαν με την αυτοκατάργησή τους. Οι θεσμοί αντιστράφηκαν κι άρχισε να εφαρμόζεται το εντελώς αντίθετό τους. (…) Μέσα σε μια στιγμή πραγματοποιήθηκε το όνειρο, ανεκδήλωτο, γενεών και γενεών, το πέρασμα δηλαδή στη χιλιετία της Συνειδητής Πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας (ίνα πληρωθή το ρηθέν Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος: αύτη έσεται η του μέλλοντος υγεία, το οποίον μεθερμηνευόμενο σημαίνει ότι εξέλιπε δια παντός ο μονοδιάστατος άνθρωπος).
Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μοναχικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων. (…) Δημιουργήθηκαν νέες παρανομίες των ενστίκτων, ενώ οι προαιώνιες έπαψαν πια ν’ αποτελούν αιτίες χλεύης κι αναγορεύτηκαν σε στυλοβάτες της κρατικής πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής. (…) Νομιμοποιήθηκε πια το έγκλημα αποτελώντας πια τον άξονα κάθε δημόσιας και πάνδημης εκδήλωσης. (…) Πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα των παράφορων ερώτων και των απροκάλυπτων ιλιγγιωδών ερωτικών εξομολογήσεων και προσφορών. (…) Όλοι ανακηρύχθηκαν άγιοι κι άρχισαν ν’ αλληλολατρεύονται.

ε] Οι λέξεις απόκτησαν μια πρωτοφανή ένταση κι έτσι όλοι σκέφτονταν πολύ ποιες θα χρησιμοποιήσουν, γιατί ορισμένες μπορούσαν τώρα να κάψουν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα
(…) Η εκκλησία κυκλοφόρησε επίσημη εγκύκλιο για την επιβολή αυστηρότατων κυρώσεων σε όσους άνδρες κι όσες γυναίκες δεν τολμούν να εκδηλώσουν δημόσια το αντίθετο φύλο τους που εκ φύσεως και εκ θεού συμπεριλαμβάνεται στη σύσταση κάθε ανθρώπινου πλάσματος και συνιστά το μυστήριο της δισυπόστατης διάπλασής του, πράγμα που είχε σαν άμεσο αποτέλεσμα να γεμίσουν οι δρόμοι από άνδρες που. φανταχτερά ντυμένοι γυναίκες και με την πεποίθηση του θείου δώρου βαθιά ριζωμένη μέσα τους, γίνονταν δέκτες και δωρητές ανεπανάληπτων εξάρσεων ενώ γυναίκες, απαλλαγμένες από τον πόθο του άνδρα και δοσμένες στη χαρά της ψυχικής τεκνοποιίας, κυνηγούσαν γυναίκες ακόμα και μες στις εκκλησίες, την ώρα της θείας λειτουργίας (της αμβροσιανής, εξαιτίας της απελευθερωμένης καύλας), που την τελούσαν πια ξυρισμένοι πατόκορφα παπάδες με ράσα αραχνοϋφαντα, ολόγυμνοι από μέσα, (…)
με το βέλο της Παρθένου στα μαλλιά και θηριώδη σύμβολα κρεμασμένα στο λαιμό, που έπαιρναν ύφος Μήδειας Μεσαλίνας και Βρουγχίλδης τη στιγμή που ευλογούσαν με σπασμούς θεοτικούς τον άρτο και τον οίνο πάνω στις Άγιες Τράπεζες όπου κυκλοφορούσε μια αιμόφυρτη λάσπη, η οποία κάθε Κυριακή μετέτρεπε το εκκλησίασμα σε σύναξη εκλεκτών ανθρώπων που έβλεπαν συνεπαρμένοι επιτέλους με τα ίδια τους τα μάτια το Θεό, χάρη στους νέους κώδικες αποκάλυψής του. (…)
Μια προσευχή: «Ω ανθρώπινο σπέρμα, εσύ που είσαι η πηγή όλων των ζωτικών εκλύσεων και βεβηλώσεων, ω σάλιο που μοσχομυρίζεις σάρκες ριγηλές με τις αιχμές της ανατρεπτικής ομορφιάς και της ερωτικής μανίας, ω σώμα που ένα σώμα σφύζον σαν εσένα θα ’θελα να ’ναι το τελικό μου φέρετρο για να ανασαίνει γύρω μου το αίμα σου και η λαχτάρα της κατάκτησής σου να γίνει το απόγειο κι η στέψη του θανάτου μου, κι ω λαβύρινθε  της αχανούς πολύκλαδης ψυχής μου που με παιδεύει με τ’ αδηφάγα πλήθη της, ως πότε, ζώο ριζοφάγο, γεωχαρές, βορβορόφιλο, θα κλείνεσαι μες τη σαπίλα και στη δίνη των ρηχών ανταποδόσεων, ως πότε θα με εμποδίζεις εκουσιακούσια να πατήσω σ’ εκείνο το σημείο απ’ όπου θα ’χω πια την αντοχή να δίνω σ’ όλα τα πρόσωπα φωνή, πρόσωπο σ’ όλες τις φωνές; Ω σιωπή μεγάλη σαν το βαθύ λαμπύρισμα των άστρων, σώσον με…»
(…) Η στειρότητα  των γυναικών και η πυρετώδης έξαρσης της φαντασίας ολόκληρου του λαού, η οριστική καταρράκωση της εθνικής αξιοπρέπειας κι ακεραιότητας κι ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός των αρρώστων και των απελπισμένων που έφερνε στο μυαλό εκείνο το «ανομίας νόσημα» ή το άλλο το: «γενόμενον γαρ κρείσσον λόγου το είδος της νόσου τα τε άλλα χαλεπωτέρως ή κατά την ανθρωπείαν φύσιν προσέπιπτεν εκάστω», προετοίμασαν το έδαφος για μια θριαμβευτική υποδοχή των εχθρικών στρατευμάτων στην πρωτεύουσαν όπου είχαν επιστρέψει όλοι όσοι είχαν επιχειρήσει να καταφύγουν στις ακρότατες περιοχές της χώρας (ποιος άραγε τους έκανε να πιστέψουν ξαφνικά ότι υπάρχουν τέτοιες;), εφόσον είχαν καταρρεύσει πια όλα τα μέτωπα και είχε εκλείψει κάθε ελπίδα διαφυγής απ’ οπουδήποτε. Όλοι, άρρωστοι και γέροι (γιατί αυτές μόνον οι δυο κατηγορίες υπήρχαν), περίμεναν από τον εχθρό όλα τα καλά- τόση ήταν η απογοήτευση και η θολούρα απ’ την απάτη, τη μικρόνοια και την κρόνεια μανία που είχαν επικρατήσει μέχρι τότε συνδυασμένες με μια νοσηρή προσήλωση σε σταματημένους μηχανισμούς της Ιστορίας.
Γι αυτό κι ήταν βέβαιο πως τη φορά αυτή θα ήταν πολύ διαρκέστερη η κατοχή απ’ την αντίσταση που είχε αρχίσει προ αμνημονεύτων χρόνων κι είχε θρέψει θρύλους, παραμύθια, τραγούδια, έπη, μυθιστορήματα, χορούς θεατρικές τριλογίες και τετραλογίες, επιθεωρήσεις, επιστημονικές μελέτες, ταινίες και όπερες, που υμνούσαν σαν ήρωες και μεγάλες, αξεπέραστες νίκες. Τώρα όλα αυτά τα ρουφούσε για πάντα μια μαύρη λάσπη. (…) Πολύκλαδα και βαθύρριζα δένδρα γενεαλογικά ρίχθηκαν στη φωτιά. Ληξιαρχεία τινάχθηκαν στον αέρα. Τα μεγαλύτερα πλιάτσικα γίνανε στα μουσεία και στα αρχεία του Κράτους.. Μυθώδεις περιουσίες δημεύτηκαν.
Αποκαλύφθηκαν αίσχη και αίσχη, σε μια κρίση εθνικού αυτοκολασμού. (…) Η ερωτική ζωή τετρακοσίων τουλάχιστον πρωθυπουργών αποτέλεσε το θέμα οργιαστικών ταινιών στηριγμένων σε αδιάψευστα τεκμήρια. Δημόσιοι άνδρες, που δεν πρόλαβαν να το σκάσουν στο εξωτερικό εγκαίρως, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ανώτατα αξιώματα και να προβούν σε εξομολογήσεις μπροστά σε αφρίζουσες μάζες λαού που τους λιντσάριζαν και μετά τους έτρωγαν με την εκδικητική λύσσα των αδικημένων. Σεβάσμιοι προκαθήμενοι, μέλη της Ιεράς Συνόδου, εξωθήθηκαν απ’ τα ίδια τους τα ανομολόγητα εγκλήματα σε θεαματικές αυτοκτονίες (πολλοί ήταν εκείνοι που έκοψαν το λαιμό τους ή κατάπιαν υδροκυάνιο την ώρα που διάβαζαν το Ευαγγέλιο, μέσα στα ενθουσιώδη χειροκροτήματα του εκκλησιάσματος που έφευγε ανακουφισμένο κι εξιλασμένο απ’ τις ξένες αμαρτίες που του φόρτωναν από καταβολής Εκκλησίας).
(…) Ξανασχεδιάστηκε η ρυμοτομία των πόλεων, που γκρεμίστηκαν συθέμελα και ξαναχτίστηκαν απ’ την αρχή. Η εκμετάλλευση του υπεδάφους πέρασε σε άλλα χέρια. (…)

στ] ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠ’ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΗΤΤΑΣ: Το όνομα της χώρας άλλαξε. Το νέο δε θύμιζε σε τίποτε το παλιό
(…) Η κατοχή κράτησε πράγματι πολλούς αιώνες. Όσο χρειαζόταν για να εξαφανιστεί το παραδοσιακό εκτόπισμα της χώρας και να συγχωνευτεί αυτή μες στο ευρύτατο κοσμοδιάγραμμα που κάλυπτε πια όλη την υδρόγειο – καθώς η γλώσσα έπαψε κάποια στιγμή, προσχεδιασμένα να μιλιέται κι άρχισε να υπάρχει σαν κειμήλιο αποσταγμένων εποχών που η αξία του είναι ανάλογη μ’ εκείνη των έργων που γράφτηκαν σ’ αυτήν. Πρόκειται για όγκο συμπαγή και πολυδαίδαλο γιατί αριθμεί ανυπολόγιστο αριθμό σελίδων ζωσμένων πια απ’ τον άρρηκτο κύκλο του χρόνου που τις προστατεύει μέσα σ’ ένα φως υπέργειας γαλήνης. Σ’ αυτές περιγράφεται κι η στειρότητα των γυναικών εκείνης της χρονιάς.
Είναι σελίδες ενός πολυσέλιδου και πολυφωνικού κεφαλαίου που, με τον τίτλο «Μαρτυρίες απ’ τα χρόνια της Μεγάλης Ήττας», περιλαμβάνουν διάφορα ντοκουμέντα (γράμματα, ημερολόγια, αφηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, ακόμα και λογοτεχνικές ή λογοτεχνίζουσες περιγραφές, φωτογραφίες, στατιστικές κλπ) εκείνης της εποχής που έχει περάσει με τη φρίκη της στο χώρο της ανελέητης φαντασίας, και μολονότι εντελώς ανεξερεύνητη, κανείς δεν επιχειρεί να την ερμηνεύσει επιστημονικά – θεωρείται αρκετό το γεγονός ότι έκλεισε με μια πειστικότητα που οι ιστορικοί τουλάχιστον υποστηρίζουν πως ικανοποιεί απόλυτα τις απαιτήσεις, σαν ένας θάνατος που έρχεται να επαληθεύσει την ακριβή πρόβλεψή του, κι αυτό φτάνει για όσους βλέπουν στην ανθρωπότητα το κοσμικό εκείνο φαινόμενο που παράγει κύκλους εσαεί, κύκλους οι οποίοι, από τη στιγμή που κλείνουν, αρκούν για να δικαιώσουν τον παραγωγό τους, αποτελώντας την ανώτατη έκφραση του προορισμού του πάνω στη γη. Μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους, όπως ξέρουμε, οι ατομικές κραυγές δεν ακούγονται.
(…) Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μα ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων… Ποτέ δεν θα το πίστευα ότι η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη... να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της…
Τέλος πάντων, ποτέ δεν συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπια της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα  για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας από αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμαι αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα.
Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δεν μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή.
Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει και τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει, κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων…
κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της… Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνεις το αίμα, μας το πίνει. Δεν μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των ανδρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη τη κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή…
Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, Θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω. Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάνουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είναι όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή…
αχ, πώς αντέχουμε εδώ μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή τη γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σε επίσημους μαχαιροβγάλτες…
Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άνανδρων γαμιάδων και ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη ψειριάρα, φαρμακοδόντρα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν την μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη γκαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακοχρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, τη μισώ
αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σαν σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια…
Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άνδρας… Μας τα πήρε όλα αυτή… Τι θα μείνει όμως από αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είναι αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτα από μας;… Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα. (…) 

 [Η αθανασία είναι οι λέξεις αλλά η μοναξιά είναι άγριο πράγμα. Λίγοι στα γράμματα μας ξέρουν να περιοδεύουν σωστό το λόγο. Ο Δημητριάδης έκλεισε συμβόλαιο με την Αριάδνη: μπαίνει και βγαίνει στο Λαβύρινθο, δίχως να χάνεται. Δρόμοι, σταθμοί, στενά, πτυχές της γης, η γη κουνιέται και στις ρωγμές της βγαίνουν αποσιωπητικά. Ύστερα από τόση άσκηση, τόση προσήλωση και τόση πίστη στην κοπριά της γλώσσας, η σωτηρία έρχεται από τον παράδεισο της λέξης: από την έκπτωση, τη περιπέτεια, τα πάθη και τις μεταμορφώσεις της- Δημήτρης Δημητριάδης ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ, σχέδιο ενός μυθιστορήματος]