Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

ΞΕΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΥ: μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία – ο άλυτος αλγόριθμος αναζήτησης της ευτυχίας

«Ο Σίσυφος-Ξένος διάκειται υπεροπτικά απέναντι στα ιστορικά ή θεολογικά διδάγματα που θέλουν οι Άλλοι να του μεταφέρουν, διότι του είναι Ακατανόητα εν συγκρίσει με το απλούστατο φαινόμενο της ζωής. Ο Σίσυφος, όπως και όλοι οι χαρακτήρες που έπλασε ο Καμύ, δεν μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό του ότι είναι αδέξιος ή ότι απευθύνει ανόητες εκκλήσεις προς τον κόσμο που τον περιπτύσσει.  Οι ερωτήσεις του, αντιθέτως είναι εύστοχες, πλην όμως δεν πρόκειται να τύχουν αποκρίσεως, εφόσον το ασαφές σύμπαν, όπου αυτές απευθύνονται, είναι Παράλογο και Αδιάφορο». Η σημαντική αυτή παρατήρηση του Αλέξη Ζήρα στο δοκίμιό του για τον Καμύ «Μαθητεία στο Παράλογο», αποκτά άλλη βαρύτητα, νοηματοδοτείται εκ νέου, εάν κάνουμε την εξής μετατόπιση: είναι παρά-λογο το σύμπαν, διότι ο Λόγος των προσώπων του Καμύ, η θέαση του κόσμου, η οπτική τους πάνω στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, είναι διαφορετικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μέσον όρο. Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει παρα-λογισμός και α-λογία.  Υπάρχουν πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και διαφορετικές οδούς προσέγγισης. Παράλογος είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει αυτήν την διαφορετικότητα και να την αποδεχθεί ως υπαρκτή, αναμενόμενη και φυσιολογική. Παράλογο είναι το μονοδιάστατο σύμπαν που διαμορφώνουν οι βεβαιότητες της μιας αλήθειας, του ενός και μόνου Λόγου… Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας. [Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού»]


Πού έγκειται όμως αυτή η διαφορετικότητα των ηρώων του Καμύ και πώς καταφέρνει ο ίδιος να την εντοπίσει, να την καταγράψει, να την αναπλάσει και να την διαχειριστεί; Ας δούμε την περίπτωση του Ξένου.
Ο Α. Καμύ ολοκληρώνει τον Ξένο τον Μάιο του 1940 και τον εκδίδει το 1942. Έναν χρόνο μετά, το 1943, ο Leo Kanner θα δημοσιεύσει μια έρευνα για τον «πρώιμο βρεφικό αυτισμό» και δύο χρόνια αργότερα, το 1944, ο Hans Asperger θα δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του πάνω σε μια ομάδα παιδιών που παρουσίαζαν μια μορφή αναπτυξιακής διαταραχής, μιλώντας για «αυτιστική ψυχοπάθεια». Σαράντα σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1981, η Lorna Wing θα μιλήσει για σύνδρομο Asperger περιγράφοντας μια ομάδα παιδιών και ενηλίκων με παράξενες κοινωνικές, γλωσσικές και γνωσιακές δεξιότητες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου, ο όρος χρησιμοποιείται από τους ειδικούς, όταν αναφέρονται σε διαταραχές του φάσματος του αυτισμού που παρατηρούνται σε άτομα ικανά νοητικά, με ευχέρεια λόγου (Βάγια Παπαγεωργίου 2005). Σήμερα, αρκετοί άνθρωποι, λίγο ή πολύ, έχουμε ακούσει για αυτήν τη νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από σοβαρή απόκλιση στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση και στην επικοινωνία (Klin κ.α.2000). Πρόκειται για μια αυτιστική διαταραχή, όπως έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε αυτό που παρεκκλίνει από τον μέσο όρο του “νευροτυπικού', του φυσιολογικού ανθρώπου. Από την άλλη μεριά, για τον Αυτισμό έχουμε ακούσει όλοι. Πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε εμείς ως φυσιολογικοί τον διαφορετικό κόσμο του αυτισμού; Πόσο ο δικός μας κόσμος αποτελεί τον κανόνα, πόσο μετουσιώνει τους νόμους της λογικής και πόσο ο κόσμος ενός Άλλου που αντιλαμβάνεται διαφορετικά τις ανθρώπινες σχέσεις και που η επικοινωνία έχει γι’ αυτόν τους δικούς της κανόνες, είναι παράλογος; Εάν η πλειοψηφία των ανθρώπων είχε τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής, τότε ο θεωρούμενος φυσιολογικός, ο μέσος, ο νευροτυπικός  άνθρωπος, θα ήταν ο διαταραγμένος. Εκείνος εν τέλει θα ήταν ο Ξένος.
Ο Καμύ, παρόλο που υποθέτουμε πως δεν γνώριζε τίποτε για τον αυτισμό και πολύ περισσότερο ήταν εντελώς αδύνατον να γνωρίζει οτιδήποτε για το σύνδρομο Asperger, ωστόσο ψυχογραφώντας την προσωπικότητα του Ξένου, κάνει την πρώτη σκιαγράφηση του πνευματικού και συναισθηματικού κόσμου του Αυτιστικού ανθρώπου, ιδιαίτερα αυτού που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος, γιατί διαθέτει δημιουργικό λόγο και υψηλό νοητικό οπλισμό. Όπως
έχει σημειώσει και ο ψυχίατρος Christopher Badcock, ειδικός σε θέματα αυτισμού και ψυχώσεων, στο περιοδικό Psychology today (2010):
At the very time that Asperger and Kanner were first independently describing autism during the early 1940s, Albert Camus published his most famous novel, The Outsider (L’ Étranger). Although Camus knew nothing of autism, the book is a striking depiction of a high-functioning autistic.
Πού, όμως, μπορεί πραγματικά μια τέτοια διαπίστωση να στηριχθεί; Πόσο τεκμηριωμένη επιστημονικά, πόσο δικαιολογημένη ιστορικά και προ πάντων κατά πόσο δικαιωμένη λογοτεχνικά ενδέχεται να είναι; Ξεκινώντας με το πρώτο: σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα για τον έλεγχο των διαταραχών ανάπτυξης DSM-IV (APA 1994), για να τεθεί η διάγνωση του Αυτισμού σε έναν άνθρωπο, είτε παιδί είτε ενήλικα, θα πρέπει να υπάρχουν, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τουλάχιστον έξι από τα παρακάτω «συμπτώματα» (με τον περιορισμό να υπάρχουν δύο τουλάχιστον από τον πρώτο τομέα και τουλάχιστον από ένα στους άλλους δύο τομείς):
1. Ποιοτική έκπτωση στην κοινωνική συναλλαγή, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα: α. έκδηλη έκπτωση στη χρήση εξωλεκτικών συμπεριφορών, όπως το κοινωνικό χαμόγελο, η βλεμματική επαφή, η έκφραση του προσώπου και οι χειρονομίες για την ρύθμιση της κοινωνικής συναλλαγής, β.αποτυχία στην ανάπτυξη ανάλογων με το αναπτυξιακό επίπεδο σχέσεων με τους συνομηλίκους, γ. έλλειψη αυθόρμητης επιδίωξης συμμετοχής σε απολαύσεις, ενδιαφέροντα ή επιτεύγματα με άλλους ανθρώπους, δ. έλλειψη κοινωνικής ή συγκινησιακής αμοιβαιότητας.
2. Ποιοτική έκπτωση στην επικοινωνία, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: Α. καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλούμενης γλώσσας, ή σε άτομα με επαρκή ομιλία: α. έκπτωση της ικανότητας να αρχίσουν ή να συνεχίσουν μια συζήτηση με άλλους, β. χρήση ιδιοσυγκρασιακής γλώσσας, Β. έλλειψη ποικίλλοντος αυθόρμητου παιχνιδιού με παίξιμο ρόλων ή κοινωνική μίμηση.
3. Περιορισμένα, επαναληπτικά και στερεότυπα πρότυπα συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων, όπως εκδηλώνονται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: α. ενασχόληση με περιορισμένα και στερεότυπα πρότυπα ενδιαφέροντος, η οποία είναι μη φυσιολογική είτε σε ένταση είτε σε εστίαση, β. εμμονή σε ειδικές μη λειτουργικές συνήθειες ή “τελετουργίες', στερεότυποι και επαναληπτικοί κινητικοί μανιερισμοί, γ. επίμονη ενασχόληση με τμήματα αντικειμένων ή δευτερεύουσες λεπτομέρειες. (Ε.Κακούρος- Κ.Μανιαδάκη 2002)
Τι σημαίνουν όμως οι όροι: έκπτωση, ποιότητα, έλλειψη, στερεότυπο, φυσιολογικό, πρότυπο, περιορισμένο; Με ποιον τρόπο ορίζονται, σταθμίζονται και μετριούνται; Αν θελήσουμε να διαγράψουμε από την μνήμη μας ό, τι μάς έμαθε η συμβίωσή μας με άτομα που σκέπτονται, αισθάνονται και επικοινωνούν με έναν συγκεκριμένο  τρόπο, ο οποίος επικράτησε, γιατί βολεύει ή ταιριάζει ίσως στους πιο πολλούς, θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όπως φαίνονται εξ αρχής.
Παρολαυτά, ακόμη και μ’ αυτήν την “άκαμπτη' ή και αμφιλεγόμενη, στον βαθμό που είναι αρκετά υποκειμενική, αξιολόγηση, ο  Μερσώ, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του Καμύ στον Ξένο, συγκεντρώνει με βεβαιότητα τα εξής χαρακτηριστικά:
1.α.,1.δ.,(σε μεγαλύτερο βαθμό), 1.β.,1.γ.(σε μικρότερο)
2.Α.(σε άτομα με επαρκή ομιλία): α
3.α.και 3.γ(εν μέρει)
Αλλά εάν κάποιος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με σκεπτικισμό τη βεβαιότητα μιας διαπίστωσης, όπως η παραπάνω, πολύ δύσκολα θα αμφισβητούσε την ύπαρξη αρκετών χαρακτηριστικών, από όσα αναφέρουν οι σύγχρονοι ερευνητές για το σύνδρομο Asperger ή, κατά άλλους για τον αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας, στον Μερσώ, διαβάζοντας προσεκτικά τον Ξένο, μέσα βεβαίως από ένα τέτοιο πρίσμα.
[…] [Aπόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο]

5. Μόνωση και συνύπαρξη: κατανοώντας τον Άλλον
Να είμαστε ευχαριστημένοι ως άνθρωποι που κατέρρευσε η μακρόχρονη εξαπάτησή μας και είδαμε αυτό που μάς απειλεί. Να είμαστε ευχαριστημένοι ως καλλιτέχνες που απαλλαγήκαμε από την νάρκη και την κουφότητα… ενώπιον της αθλιότητας, των φυλακών, του αίματος (Αλμπέρ Καμύ)
Αντί επιλόγου
Ένας κόσμος που μπορούμε να τον εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν Ξένος. Σ’ αυτήν την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσπαση του ανθρώπου από την ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παραλόγου. (Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σισύφου)[95]

Ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι δεν ανήκει πουθενά, σαν να προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, όπου όλα είναι απλά, εξηγήσιμα, κυριολεκτικά, όπου όλοι λένε ακριβώς ό, τι σκέπτονται χωρίς τα φίλτρα του κοινωνικού συναισθήματος, όπου η σκέψη για την σκέψη είναι πολύ πιο εύκολη από την σκέψη για την δράση, όπου ο χρόνος έχει τους δικούς του εσωτερικούς ρυθμούς, όπου οι άνθρωποι μιλούν μόνο όταν είναι ανάγκη ή μιλούν μόνο για ό, τι πραγματικά επιθυμούν… και ξαφνικά διαπιστώνει πως βρίσκεται ανάμεσα σε όντα που δεν ενοχλούνται από τους δυνατούς θορύβους, τα έντονα χρώματα και το φως, τα οποία μάλιστα πολλές φορές τα θεωρούν και ως μέρος της ψυχαγωγίας τους, που «άλλα λένε και άλλα εννοούν»· που οι λέξεις τους ως κύριο μέσο επικοινωνίας, αλλάζουν σημασίες ανάλογα με τον επιτονισμό και την χροιά της φωνής τους, το βλέμμα ή την έκφραση του προσώπου, τις χειρονομίες και την στάση του σώματος· που η επικοινωνία τους καθορίζεται από το πού βρίσκονται, ποιος είναι ο σκοπός, το μέσον, ο αποδέκτης του μηνύματος, που θα πρέπει να καθορίζουν το ύφος του επικοινωνιακού τους οργάνου από τις κάθε φορά περιστάσεις. Ένας κόσμος τόσο πολύπλοκος, για να ειπωθεί ακόμα και το πιο απλό πράγμα… Πού βρίσκεται ο πολιτισμός από τον οποίο προήλθε; Τι μέλλον έχει σ’ έναν κόσμο τόσο διαφορετικό, που τους κανόνες του δεν μπορεί να κατανοήσει, πόσο μάλλον να αφομοιώσει, που τον αισθάνεται παράλογο κι εκείνος τον αντιμετωπίζει ως Ξένο; Η απάντηση, όπως και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί μέσα από την γνώση, την συνειδητότητα, την ανατοποθέτηση του Εγώ και του Άλλου.

Από την άλλη πλευρά, δεν θα πάψουμε να αναρωτιόμαστε, αλλά και να θαυμάζουμε το πώς κατάφερε ο Καμύ να αποτυπώσει με τέτοιαν ακρίβεια αυτόν τον επιφανειακά απλό αλλά κατά βάθος τόσο πολύπλοκο ψυχισμό, χωρίς να μπορεί βέβαια να γνωρίζει τις έρευνες που θα γίνονταν στον τομέα αυτόν από την επιστήμη της Ψυχιατρικής τα 70 χρόνια που ακολούθησαν την πρώτη έκδοση του Ξένου. Αλλά η απάντηση σε μιαν τέτοιαν αναρώτηση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Είτε αποδώσουμε το παραπάνω γεγονός στην διορατική παρατηρητικότητά του, είτε σε εσωτερικά του στοιχεία είτε σε χαρακτηριστικά ανθρώπων του άμεσου περιβάλλοντός του είτε απλά και μόνο στην αφηγηματική του ιδιοφυία, τίποτε κατ’ ουσίαν δεν αλλάζει. Ο Καμύ έχει δημιουργήσει έναν (αντι)ήρωα-σύμβολο του ανθρώπου που καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες, ενός που είναι Ξένος στην κοινωνία όπου ζει:
Ο ήρωας του βιβλίου καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες. Με την έννοια αυτή είναι ξένος στην κοινωνία που ζει. Ζει στο περιθώριο, στα περίχωρα της ιδιωτικής, μοναχικής αισθησιακής ζωής. (Αλμπέρ Καμύ, Πρόλογος στην αγγλική έκδοση του Ξένου)

Ο «απροσάρμοστος» στις συλλογικές συμβάσεις κινεί στην πρώτη ευκαιρία τους διωκτικούς μηχανισμούς της κοινωνίας, η οποία εφαρμόζει μιαν εξοντωτική στρατηγική έναντί του, που εξυπηρετεί, σύμφωνα με τα πρωτογονικά ακόμη, στο στοχαστικό τους πυρήνα, ένστικτά της, την αυτοπροστασία της. Όποιος δεν εφαρμόζει τον Κανόνα εξοντώνεται: ας  παραδειγματιστούν όσοι υποψιάζονται πως η θεσμική αυτή λογική, κάπου χωλαίνει.
Η πεποίθηση του Γάλλου συγγραφέα ότι το άτομο είναι αθώο μπροστά στην πολυπλοκότητα και το παράδοξο του κόσμου, τον οδηγεί στη σκέψη ότι η μοναδική διέξοδος από την εμπλοκή βρίσκεται στο γεγονός της εξέγερσης… Η εξέγερση για τον Καμύ ισοδυναμεί με κατάφαση στο γεγονός της ζωής. Παραπαίοντας, στερημένος καθ’ ολοκληρίαν από την δυνατότητα αναγωγής σε σταθερές αξίες, ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί κάποιο λόγο συνύπαρξης με τον κόσμο… Οι ελάχιστα ήρωες των έργων του Καμύ ουδέποτε διαθέσιμοι σε περιπέτειες που έχουν ως αυτοσκοπό την δράση αναζητούν απλώς την δικαίωση της καθημερινής τους ζωής. (Αλέξης Ζήρας, “Μαθητεία στο Παράλογο)

Πόσο δραστικότερα προβάλλουν τα παραπάνω, εάν τα θεωρήσουμε μέσα από την ματιά του ανθρώπου που, αθώος από την συμβατικότητα της κοινωνικότητας, από το ειθισμένο της συνύπαρξης, αναζητά το λελογισμένο, το αποδεκτό, το κατανοητό, που γι’ αυτόν η εξέγερση συνιστά την κατάφαση στο δικαίωμα τού να είναι κανείς διαφορετικός. Γι’ αυτό και για τον Καμύ η επανάσταση γίνεται αποδεκτή, όσο διαρκεί ως πράξη εναντίωσης του ατόμου στο συλλογικά καθιερωμένο και αποδεκτό. Όταν αυτή δημιουργεί μιαν καινούργια νόρμα, όπου η ατομικότητα καλείται να καθυποταχθεί στις επιταγές ενός νέου μαζικού κανόνα, παύει να αποτελεί εξέγερση. Το διαφορετικό άτομο εξακολουθεί να παραμένει ένας παρίας.
Αξίζει στο σημείο αυτό να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο πώς αντέδρασαν διαβάζοντας τα χειρόγραφα του νέου τότε συγγραφέα, προτού εκδοθούν από τον οίκο Γκαλιμάρ, σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, για να μπορέσουμε να σταθμίσουμε την επίδραση που άσκησε το έργο του.

Ο δάσκαλός του στο λύκειο του Αλγερίου, και αργότερα στη Φιλοσοφική Σχολή, Ζαν Γκρενιέ, (για τον οποίο ο ίδιος ο Καμύ είχε αναρωτηθεί: «θα ξέρω άραγε ποτέ πόσα πολλά τού οφείλω;»), θα πει: “Διάβασα τα χειρόγραφά σου. Ο Ξένος πολύ πετυχημένος- ιδίως το δεύτερο μέρος παρά την επιρροή του Κάφκα που κάπως με ενοχλεί. Οι σελίδες που αναφέρονται στην φυλακή είναι ανεπανάληπτες…  Ο Ζαν Πωλάν (1884 - 1968), λογοτεχνικός κριτικός, συγγραφέας και διευθυντής επί τριακονταετία της λογοτεχνικής επιθεώρησης La Nouvelle Revue Francaise, θα πει: «Στ’ αλήθεια ο Ξένος είναι καταραμένα καλός», προσθέτοντας όταν έγραφε στον ίδιο τον Καμύ, «Θεωρώ τον Ξένο πολύ μεγάλο έργο. Άλλοτε μού θυμίζει τον Κάφκα και άλλοτε τον Ευγένιο Συ, πράγμα που είναι σημάδι του διαφορετικού, όλων αυτών που επιτυγχάνει με την πιο παράξενη ενότητα.»

Ο Ρεμόν Κενώ (υπερρεαλιστής ποιητής, μέλος Επιτροπής Ανάγνωσης και επιμελητής του εκδοτικού οίκου Γκαλιμάρ) ο οποίος έκανε την διόρθωση των πρώτων τυπογραφικών δοκιμίων του Ξένου, θα γράψει σε μια επιστολή του προς τον  Καμύ: «Επιτρέψτε μου να σάς εκφράσω την συμπάθεια και την εκτίμηση που νιώθω για το έργο σας: είναι πολύ μεγάλη».
Ο Αντρέ Μαλρώ με εξαιρετική οξυδέρκεια θα παρατηρήσει για το μυθιστόρημα αυτού του νέου συγγραφέα: «Μόλις τελείωσα τα χειρόγραφα του Καμύ… Όσον αφορά τον Ξένο, πρόκειται εμφανώς για κάτι το σημαντικό. Η δύναμη και η απλότητα των μέσων που τελικά αναγκάζουν τον αναγνώστη να δεχτεί την άποψη του ήρωα αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο βαθμό που η τύχη του βιβλίου εξαρτάται από το κατά πόσον τούτος ο χαρακτήρας είναι πειστικός ή όχι. Κι αυτό που έχει να πει ο Καμύ πείθοντάς μας παράλληλα δεν είναι αμελητέο.» Θα γράψει στον ίδιο: «Αυτό που έχει σημασία είναι πως και με τα δύο βιβλία (τον Ξένο και τον Μύθο του Σίσυφου) συγκαταλέγεστε μεταξύ των συγγραφέων που υπάρχουν, έχουν φωνή και σύντομα θα έχουν αναγνώστες και παρουσία. Δεν είναι και τόσο πολλοί… Κάνετε ένα είδος ηθικής αλληγορίας για το παράλογο. Δεν έχετε παρά να ασχοληθείτε και με την ψυχολογία».

Ο Αλμπέρ Καμύ θα ζήσει μια πολύ έντονη ζωή σε μια εποχή κρίσεων, ανακατατάξεων και αντιπαραθέσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας. Θα γίνει μέλος του Αντιφασιστικού Κινήματος το 1933, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλγερίου το 1934, του Αντιστασιακού Δικτύου “Μάχη' το 1942 αλλά και της Unesco, οργανώσεις από τις οποίες και θα αποχωρήσει για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Θα αρθρογραφήσει σε πολλές εφημερίδες της Γαλλίας και του Αλγερίου, θα γράψει άλλα δύο εμβληματικά μυθιστορήματα: Η πανούκλα το  1947 και Η πτώση το 1956. Θα βραβευθεί από την Σουηδική Ακαδημία το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ. Θα σχετισθεί, θα συνεργασθεί αλλά και θα αντιπαρατεθεί με μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, όπως ο Αντρέ Μαλρώ, ο Λουί Αραγκόν, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Θα ασχοληθεί παθιασμένα με το θέατρο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, επικεφαλής θιάσου, συγγραφέας. Θα διασκευάσει και θα σκηνοθετήσει έργα, όπως το Ρέκβιεμ για μια Καλόγρια του Φώκνερ(1956), Ο Ιππότης του Ολμέντο του Λόπε ντε Βέγκα(1957), οι Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι (1959). Θα γράψει σημαντικά φιλοσοφικά, πολιτικά και κριτικά δοκίμια, όπως τα Επίκαιρα Ι,ΙΙ,ΙΙΙ και ο Επαναστατημένος Άνθρωπος. Και αφού δώσει μια πολύχρονη νικηφόρα μάχη με την φυματίωση, θα σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μαζί με τον Μισέλ Γκαλιμάρ το 1960 στη Γαλλία. Το ημιτελές χειρόγραφό του Ο Πρώτος Άνθρωπος που θα βρεθεί στην τσάντα του στο χώρο του ατυχήματος, θα εκδοθεί το 1994 από τον οίκο Γκαλιμάρ.
Με το οριακό του έργο αναμφισβήτητα σφράγισε την πορεία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας υιοθετώντας μιαν ιδιαίτερη και παράδοξη για τους περισσότερους αφηγηματική οπτική. Με την πρωτοτυπία και τον ριζοσπαστισμό της σκέψης του καθόρισε την εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, θέτοντας με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο τον αυτοκαθορισμό του Εγώ μέσα από τον Άλλον, την έννοια και τις διαστάσεις της εξέγερσης.

Ως εκ τούτου οι ελάχιστα ήρωες του Καμύ διεκδικούν στο όνομα όλων μας, αλλά για τον καθένα χωριστά, αυτό που δεν κατάφεραν οι συλλογικότητες μέχρι στιγμής να επιτύχουν: τον σεβασμό στο μοναδικό πρόσωπο, την ατομική ιδιοσυγκρασία, το δικαίωμα να αισθάνεται, να σκέπτεται και να δρα κανείς με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, σε μια κοινωνία που θα αποδέχεται το διαφορετικό όχι ως δικαίωμα, αλλά ως αναγκαστικό, ως μόνο τρόπο ολοκλήρωσης του Εαυτού. Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας.
`


[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού», εκδ. .poema…, 2014 - Άννα Αφεντουλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο ασχολήθηκε με την ποίηση του Α. Εμπειρίκου και τη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία. Ζει στην Πρέβεζα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η ποιητική της συλλογήΕλλείπον Σημείο (2010) ήταν στη μικρή λίστα υποψήφιων βιβλίων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περ. «διαβάζω». Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος Θεσσαλονίκη 2012 (Ιανός) καθώς και στην ανθολογία The Red Thread, Contemporary tales from Athens to Essex (AutoPrint, Essex 2013). Πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι η ποιητική συλλογή Ιστορίες εικονικής ισορροπίας(Εκδόσεις Γαβριηλίδης) ]

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Νάνος Βαλαωρίτης, Και γιατί να μην φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο;

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ: Ένα κοριτσάκι γύρευε μια φορά από τη μάνα της το φεγγάρι. Αλλά η μάνα της που ήτανε πονηρή και δεν ήξερε τι να κάνει πήγε σ’ ένα μαγαζί και ρώτησε πόσο κάνει το φεγγάρι. Ο υπάλληλος του μαγαζιού την κοίταξε με ύφος παράξενο και της είπε: «Δεν πάτε αλλού να κοροϊδέψετε κυρία μου» - αλλά η κυρία επέμενε λέγοντας:  «Πήγαινέ με στο Διευθυντή αλλιώς το κοριτσάκι μου θα πεθάνει». Και την πήγανε τέλος πάντων στο Διευθυντή. «Κυρία μου εμείς δυστυχώς δεν πουλάμε το φεγγάρι. Γιατί δεν πηγαίνετε στο φαναρτζίδικο κι ίσως εκείνοι θα σας πούνε πού να πάτε» (ένα παραμύθι του Νάνου Βαλαωρίτη με καλό συμβολικό τέλος, από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή παραμυθολογία: «κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινίσει»)



Και πήγε η δυστυχισμένη στο φαναρτζίδικο και ζήτησε το φεγγάρι. Και της είπανε: «Τώρα ήρθες ευλογημένη – αν ερχόσουνα πέντε λεπτά πριν κάτι θα γινότανε – αλλά τώρα έφυγε ο πρώτος φαναρτζής που ανάβει κάθε νύχτα το φεγγάρι». Τότε πήγε γυρεύοντας τον φαναρτζή σπίτι του. Κι άνοιξε η γυναίκα του φαναρτζή – και της είπε γιατί ήταν ανάγκη – και τον ξύπνησαν- κι αγουροξυπνημένος καθώς ήτανε της λέει: «Τρελαθήκατε κυρία μου, το φεγγάρι έχει ώρες που έφυγε. Πώς θέλετε να το φέρουμε πίσω; Πηγαίνετε στο βασιλιά κι ίσως εκείνος να σας κάνει αυτή τη χάρη». Και έτρεξε στο βασιλιά και τον παρακάλεσε να ξαναφέρει το φεγγάρι, γιατί ήθελε να το ’χει η κόρη της να παίξει. Κι ο βασιλιάς κατσούφιασε και φώναξε τον αστρολόγο, κι ο αστρολόγος ξύνοντας το κεφάλι του είπε:
«Μεγαλειότατε ένας μόνο μπορεί να φέρει πίσω το φεγγάρι που έφυγε από τη γη. Ο μέγας μάγος».
«Και πού μένει αυτός», ρώτησε ο βασιλιάς.
«Μένει σε μια σπηλιά σ’ ένα βουνό»
«Φωνάξτε τον», είπε ο βασιλιάς και τον φέρανε. Κι ο Μέγας Μάγος ρώτησε αν το κοριτσάκι ήταν φρόνιμο, αν έτρωγε το φαγητό του και αν είχε καλούς τρόπους.
Και του είπανε πως ήταν φρόνιμο, πως έτρωγε το φαγητό του και πως είχε καλούς τρόπους.

Και τότες ο Μέγας Μάγος κουνώντας τα δάχτυλά του άρχισε να τραβάει το φεγγάρι πίσω στη γη. Και το φεγγάρι άρχισε νάρχεται και να πλησιάζει, κι όλοι τρομάξανε πολύ κι είπανε να σταματήσει. Αλλά ο Μέγας Μάγος είπε: «Τώρα πια είναι αργά. Μόνο αν θέλει το κοριτσάκι να σταματήσει, θα σταματήσει το φεγγάρι νάρχεται» Κι έγινε πανικός στον κόσμο: γιατί μεγάλωνε τόσο πολύ το φεγγάρι όσο πλησίαζε και σε λίγο θάτρωγε τη γη ολόκληρη. Τρέξανε λοιπόν να βρουν το κοριτσάκι – να την πείσουνε ν ’αφήσει το φεγγάρι να φύγει.
Αλλά εκείνη έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι». Και το φεγγάρι ερχότανε. Τότε της τάξανε – ο ίδιος ο βασιλιάς – να γίνει βασίλισσα της γης, αλλά ν’ αφήσει το φεγγάρι. Μα το κοριτσάκι αρνήθηκε κι έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι – δεν θέλω τίποτα άλλο». Κι έγινε απελπισία μεγάλη – και το ρολόι της σκέψης στο μυαλό ολονών σταμάτησε – αλλά κάποιος βρέθηκε – ένας γελωτοποιός – που είπε: «Και γιατί να μη φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο και να της το πάμε και να νομίζει πως ήρθε», και τρέξανε στα μαγαζιά και παραγγείλανε στους φαναρτζήδες ένα φεγγάρι ολομέταξο μ’ ένα φανάρι μέσα για να φέγγει και το πήρανε οι σαλτιμπάγκοι που ντύθηκαν άνθρωποι του φεγγαριού και το πήρανε στο σπίτι του κοριτσιού και το κοριτσάκι ευχαριστήθηκε πολύ – και γέλασε, και είπε:
«Ευχαριστώ φεγγάρι που ήρθες – τώρα μπορείς να φύγεις». Κι άρχισε πάλι να φεύγει το φεγγάρι τ’ αληθινό κι όλα γινότανε πάλι όπως πριν, κι από τότες κάθε χρόνο περιδιαβάζουνε ένα φεγγάρι ψεύτικο τις απόκριες στους δρόμους για να γιορτάσουνε την απολύτρωσή τους από το φεγγάρι που ερχόταν, και ντύνονται για να γελάσουν οι άνθρωποι της γης – άνθρωποι του φεγγαριού».

                                                                    
Αντέγραψα την ιστορία  ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (Εκδόσεις Αιγόκερως 1986). 

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα; Ερωτηματικά εισπνέοντας, θαυμαστικά εκπνέοντας, ψάχνω τη στιγμή. Διάβαζα χθες την ιστορία του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ, του φτωχότερου ανάμεσα στους φτωχούς, που όλο του το βιος ήταν ένα κομμάτι μολύβι. Ο γείτονάς του ο ψαράς το χρειαζότανε για βαρίδι στα δίχτυα του, κι όταν του το έδωσε πρόθυμα, εκείνος του υποσχέθηκε την πρώτη ψαριά από το μεγάλο ποτάμι. Μα όταν έριξε τα δίχτυα, έβγαλε ένα μοναδικό ψάρι, ως έναν πήχη μακρύ και μία πιθαμή χοντρό. Τι κι αν τα έριξε πάλι και πάλι και γέμιζαν μέχρι να σπάσουν, στον Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ αναλογούσε εκείνο το πρώτο ψάρι. Το πήρε ευλογώντας τον Θεό και το έδωσε στη γυναίκα του, που κι αυτή απόρησε βλέποντας μόνον ένα και τέτοιο ψάρι. Καθώς το έξυνε όμως στην κουζίνα, βγήκε μέσα από την κοιλιά του ένα πετράδι τόσο μεγάλο και λαμπερό που εκείνη τη νύχτα φώτισε ολόκληρη την κάμαρα. Σε ποια νερά μαύρα και κρύα κολυμπάει το ψάρι μου; Η μήπως είναι πράσινα και διάφανα και στον πάτο μού κρύβεται κάποιας λίμνης; Τρέχει και κρύβεται ανάμεσα σε κοφτερά βράχια, τρέχει και τρέμει γιατί είμαι η μοίρα του. Γι' αυτό όλοι του οι δρόμοι οδηγούν σε μένα. Ακόμα και μέσα σε μια λακούβα με νερό της βροχής έχω διακρίνει την ουρά του. Δεν έχω ούτε αγκίστρι ούτε μαχαίρι, αλλά κι αν μπορούσα να το αρπάξω με γυμνά χέρια, μόλις το ένιωθα να σπαρταράει, θα το πετούσα πίσω στο νερό. Ούτε πάνω σε πέτρες μπορώ να το χτυπήσω, είναι μυστήριο που δεν μπορώ να το λιώσω με τα χέρια μου και να κάνω την αγωνία του διαμάντι, και να κάνω την ασφυξία του αεράκι που να φυσάει μέσα από τις αράδες, φέρνοντας τις λέξεις πίσω μπρος για να διηγηθούν, έτσι μόνες τους, την ιστορία μου. Την ιστορία κάποιου που δε θέλει, που δεν μπορεί να σκοτώσει με τα χέρια του κι όμως σκοτώνει συνεχώς με τη σκέψη του την ίδια πάντα γυναίκα. [Μαρία Μήτσορα, Από τη μέση και κάτω]


Oι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια.
Βλέπει ένα όνειρο. Μια μαύρη μεταλλική γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες ενός ποταμού, κάνοντας στον αέρα μία παράξενη στροφή. Εκεί ψηλά στέκεται μαζί με την αγαπημένη του, που τώρα είναι γοργόνα, κοιτάζουν κι απορούνε με τόσα χασάπικα παραταγμένα στην κοντινή τους όχθη. Οι μεγάλες επιγραφές τους διαλαλούν κάθε είδος κρέατος: τίγρης, ελαφιού, λιονταριού, φιδιού, αντιλόπης. Αυτοκίνητα σταματούν κι ανθρώπινες φιγούρες γεμίζουν βιαστικά τα πορτ μπαγκάζ, ενώ άλλα αυτοκίνητα πίσω τους κορνάρουν με ανυπομονησία. Κι όλα τα φώτα, μεγάλα και μικρά, είναι ένα πένθιμο μωβ. Εκείνος νιώθει βαθιά απελπισμένος, σκύβει από πάνω της κι η αφή του τρέχει πριν από τα χέρια του να την αγκαλιάσει, κι η όσφρηση πριν από τη μύτη του χώνεται μέσα στα μακριά της μαλλιά. Όμως τίποτα επάνω της δεν του είναι γνώριμο, ακόμα κι η γεύση του λαιμού της είναι σαν καρβουνιασμένη κι η όσφρηση τού μιλάει και τού λέει – ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει. Η αφή του τη μισεί, κάνει τα χέρια του να τη χτυπάνε αλύπητα. Τη βλέπει με το σαγόνι χαλαρό, με το λακκάκι που τον τρελαίνει, γεμάτο με μια βουλίτσα αίμα. Τη σηκώνει και δεν ξέρει πώς να την ξεφορτωθεί. Κάποιο από τα χασάπικα, σκέφτεται, θα την πάρει γι' ανθρώπινο κρέας από τη μέση κι επάνω. Κατεβαίνει τα σκαλιά της γέφυρας κουβαλώντας τη στα μπράτσα του, και σε κάθε σκαλί το βάρος της γίνεται και πιο ελαφρύ, κι ό,τι άδειο έχει μείνει πια από εκείνη γίνεται και πιο πολύτιμο.

Χτυπάνε όλα μαζί τα κουδούνια της κόλασης. Εγκαταλείποντας την άψυχη γοργόνα στα σκαλοπάτια του ύπνου, ξεσκεπάζει το κεφάλι του. Από το παράθυρο βλέπει ότι η νύχτα είναι ακόμα βαθιά. Συνεχίζει να χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Η Βίκυ στέκεται και τρεμοσβήνει στο χαμηλό φως του διαδρόμου... Αμήχανοι κι οι δύο, όρθιοι στην κουζίνα, εκείνος φτιάχνει καφέ. «Με χτύπησε» ψελλίζει η Βίκυ κι είναι σίγουρος ότι παράκουσε –τώρα θα του πει 'με χτύπησες αλλά δεν με σκότωσες, γι' αυτό ήρθα' –, όμως οι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια. Η Βίκυ, που στηρίζεται στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μάτια καρφωμένα στο ράφι με τα μπαχαρικά, λέει τώρα πιο δυνατά και καθαρά «ψιθύριζα τ' όνομά σου στον ύπνο μου, του τα είπα όλα και με χτύπησε». Τώρα καταλαβαίνει. Ενάμιση χρόνο τη μισούσε επειδή δεν άφηνε τον άντρα της, κι ήρθε επιτέλους στο σπίτι του για να ζήσουν μαζί. Ακόμα ζαλισμένος, διπλοκλειδώνει το ημιτελές μυθιστόρημά του στο συρτάρι του γραφείου.

Τις επόμενες δέκα μέρες η Βίκυ φοράει τα ρούχα του, καθαρίζει και μαγειρεύει ψάρι. Μέσα από το σκοτεινό συρτάρι, το μυθιστόρημα κρυφά διαμαρτύρεται. Στην κρεβατοκάμαρα όμως, ελπίζει ακόμα να βρει βαθιά μέσα στην κοιλιά της το πετράδι του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ. Κι έπειτα, την ενδέκατη μέρα, γυρίζοντας αργά στο σπίτι από τη δουλειά, «Έκπληξη!» του λέει ανοίγοντας την πόρτα. Φοράει ένα μαύρο κολλητό φουστάνι και γύρω από τον λαιμό της έχει τυλίξει μια πορτοκαλιά εσάρπα. Στο καθιστικό, τα ρούχα, τα παπούτσια της είναι πεταμένα παντού. «Να βγούμε έξω να το γιορτάσουμε! Ήξερα ότι σήμερα αυτός θα έλειπε από την Αθήνα, μπήκα στο σπίτι και πήρα τα πράγματά μου». Η έκπληξη βρίσκεται αλλού – πλάι στο γραφείο του, έχει εγκαταστήσει ένα ενυδρείο φωτισμένο, στο διάφανο πράσινο νερό κολυμπάει ένα μεγάλο μαύρο ψάρι με πορτοκαλιά χαίτη. «Απορώ που το τάιζε, που το βρήκα ζωντανό» λέει η Βίκυ, «το προηγούμενο, σε μία έκρηξη ζήλιας, το είχε δολοφονήσει με βραστό νερό... μερικές φορές το μέλλον τρέχει καταπάνω μας, πριν να σε γνωρίσω το είχα ήδη βαφτίσει κρυφά με τ' όνομά σου». Υπνωτισμένος κοιτάζει το συνονόματο ψάρι να ξεπροβάλλει ανάμεσα από δύο κοφτερά βράχια. Ανοιγοκλείνοντας το στόμα, με ακατάληπτες φυσαλίδες, ποια τέλεια φράση του υπαγορεύει; Η φωνή της Βίκυς σηκώνει κύματα που θολώνουν το παρόν, ρωτάει, ξαναρωτάει ποια παπούτσια να φορέσει, βιάζεται να πάνε για χορό. Το ψάρι υποχωρεί στα φύκια για να κρυφτεί. Η τυφλή θεά τον κορόιδεψε, δεν θα τελειώσει το μυθιστόρημα ποτέ.
Καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά

Προδημοσίευση από τη νέα συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μήτσορα, Από τη μέση και κάτω, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Είδα ένα όνειρο ότι κρατούσα ένα λάστιχο που εκσφενδόνιζε τα γράμματα της αλφαβήτου

Κάτω από το φως του κόσμου οι σιδηροτροχιές φωτίζονται σε λούμεν. Υπάρχει η αποβάθρα και η κίτρινη γραμμή της, πίσω από την οποία στέκεται μια εγκατάλειψη, περιμένοντας τον επόμενο συρμό. Ανοιχτά και κλειστά τραύματα ταξιδεύουν στα βαγόνια, ανεβοκατεβαίνουν κυλιόμενες σκάλες, στο τρένο των 12.32 από Άγιο Αντώνιο μια φυγή με κάρτα απεριορίστων διαδρομών περιμένει να αποβιβαστεί στην Κοραή. Στα νότια προάστια, τρυπάνε τη γη για να χωρέσουν ένα κυλινδρικό κενό από το οποίο θα μετακινούνται χιλιάδες επιβάτες μηνιαίως και θα εξυπηρετούνται ταυτόχρονα οι απορίες τους και εναλλάξ οι αμηχανίες τους. Συν διαδρομή προς τη θάλασσα θεωρητικά μπορούν να θάψουν μια-δυο θλίψεις τους ή να αποχωριστούν και μερικές απογοητεύσεις τους, αν το εισιτήριο ήταν μετ’ επιστροφής [Αμιλήτου Άννα]


            Πα­λιὰ ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι ἄ­κου­γα τὸ βα­γό­νι τοῦ τράμ, νὰ γλύ­φει τὶς ρά­γες, κου­δου­νί­ζον­τας πρὸς τὸ φα­νά­ρι μὲ τὸ χα­ρω­πό του καμ­πα­νά­κι. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι αὐ­τὸ τὸ καμ­πα­νά­κι, κα­θό­μουν σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να, ὑ­γρὴ ἀ­πὸ νε­ό­τη­τα, γκρί­ζα ἀ­πὸ ὡ­ρι­μό­τη­τα, ἄ­κου­γα τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο καὶ κου­δού­νι­ζα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κὴ φυ­γή. Εἶ­χα δυ­ὸ χῶ­ρες καὶ δὲ χω­ροῦ­σα σὲ κα­μιά. Εἶ­χα δυ­ὸ ξέ­νες γλῶσ­σες καὶ λέ­ξεις-μω­ρὰ ὀρ­φα­νὲς ἀ­πὸ πα­τέ­ρα. Ἤ­θε­λα νὰ χορ­δί­σω τὶς λέ­ξεις στὸ κλει­δὶ τοῦ φά. Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν βρό­χι­νη, ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη, τὸ χι­ό­νι φρυ­γά­νι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πα­πού­τσια μου.
            Μὲ αὐ­τὴν τὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς φυ­γῆς τα­ξί­δευ­α ἀ­συ­νό­δευ­τη. Ὕ­στε­ρα κα­τά­λα­βα. Ὅ­λες οἱ σύν­θε­τες λέ­ξεις ποὺ πε­ρι­έ­χουν τὸ -γρά­φος πο­νᾶ­νε. Τὸ ὁ­λο­γρά­φως ἔ­χει ἕ­να χτυ­πο­κάρ­δι. Τὸ δι­κό­γρα­φο ζεῖ μὲ ἀ­ναλ­γη­τι­κά, δὲν τὸ ξέ­ρε­τε;
            Εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ μά­να μου ἤ­μουν ἐ­γώ. Κρα­τοῦ­σα ἕ­να λά­στι­χο ποὺ ἐκ­σφεν­δό­νι­ζε τὰ γράμ­μα­τα τῆς ἀλ­φα­βή­του.

Μια φορά κι έναν καιρό η Αγάπη ήταν σαν παραμύθι
Μά­να
Νύ­χτω­σε και λεί­πει. Λύ­πη. Μυ­ρί­ζουν οι απου­σί­ες της, γλυ­κε­ρὴ κο­λώ­νια, εξα­τμί­ζον­ται στην κα­ρέ­κλα με­τὰ την ανα­χώ­ρη­σή της. Το με­ση­μέ­ρι κλά­δε­ψαν τις μου­ρι­ές, με κοι­τάνε απὸ το ανοι­χτὸ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λο του σα­λο­νιού, απὸ τη φω­τει­νὴ πλευ­ρὰ της σι­ω­πής. Φα­λα­κρὰ γυ­μνὰ κου­φά­ρια, μοιά­ζουν με ακτι­νο­γρα­φί­ες του εαυ­τού τους, προ­βλέ­ψεις, συ­νι­στώ­με­νες δό­σεις.
 
Η ψυ­χα­να­λύ­τρια μου ζή­τη­σε να ζω­γρα­φί­σω νε­κρὲς φύ­σεις. 
Ένα μπολ με φρούτα, όπως αυτὸ που ζω­γρά­φι­σα όταν ήμουν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νών. Το κοι­τά­ω κρε­μα­σμέ­νο στον τοίχο, τα φρού­τα δεν έχουν σα­πί­σει από τό­τε. Η λα­δομ­πο­γιὰ δε σα­πί­ζει, το συ­κώ­τι σα­πί­ζει.
 
Έχω ένα δι­α­ζύ­γιο, μια άγα­μη μο­να­χο­κό­ρη και απο­θη­κευ­μέ­νους στο φαρ­μα­κείο του σπι­τιού μερικούς βαθ­μιαίους θα­νά­τους. Εί­ναι στρογ­γυ­λοὶ και ξη­ροί. Έχω κι άλ­λους υγροὺς σε χρω­μα­τι­στά μπου­κά­λια. Τους έχω κρύ­ψει απὸ τον εαυ­τό μου. Ένα πο­τή­ρι εί­ναι πά­ρα πο­λὺ και τα πολ­λὰ δε φτά­νουν. Θα κα­τα­πι­ώ το βαθ­μια­ίο με τρεις γου­λι­ές. Στην υγεί­α δε δί­νουν πολλοί ση­μα­σί­α, είναι σαν την κα­θα­ρι­ό­τη­τα: δεν είναι δι­α­κρι­τή. Μό­νο η βρω­μιὰ είναι δι­α­κρι­τή.

Κό­ρη
Είμαι ερω­τευ­μέ­νη. Έχω τον αγα­πη­μέ­νο μου, περ­πα­τάμε στα πε­ρι­βό­λια με τα γε­ρά­νια, τις λε­μο­νι­ές και τις πορ­το­κα­λι­ές. Θα γεν­νή­σω έναν λε­μο­ναν­θό. Έψα­χνα χρό­νια στο λε­ξι­κό, αν με γέν­νη­σε η μά­να, ποι­ος γέν­νη­σε τις λέ­ξεις. Πάν­τα ανα­ζη­τούσα τους ορισμούς. Στα δε­κα­ο­κτὼ  η για­τρός μου, είπε «Δεν έχεις τί­πο­τα κο­ρί­τσι μου, πάνε σπί­τι σου». Πέ­ρα­σαν χρό­νια με δι­ά­γνω­ση ένα ορι­σμέ­νο τί­πο­τα. Μυρ­μηγ­κιά­ζει στα γό­να­τα, το ορι­σμέ­νο τί­πο­τα γί­νε­ται αό­ρι­στο κά­τι. Είχα το ελάτ­τω­μα, δεν πή­γαι­να κα­λον­τυ­μέ­νη στον προ­θά­λα­μο της απελ­πι­σί­ας.
Σή­με­ρα το από­γευ­μα έλα­βα ένα τη­λε­φώ­νη­μα, έλε­γε μέ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «Φαρ­μα­κευ­τι­κή: θηλυκό επί­θε­το χω­ρὶς ουσι­α­στι­κό. Από­πει­ρα: ουσί­ας ουσι­α­στι­κὸ με επι­θε­τι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό». H ομι­λί­α είναι ένας κύ­λιν­δρος: μό­λις φτά­νει στο τέ­λος ακουμ­πά­ει στην αρ­χή.
Κά­πο­τε ήξε­ρα τρεις γλώσ­σες και δε μι­λούσα κα­μιά. Τώ­ρα με­γά­λω­σα χω­ρὶς λε­ξο­τα­νὶλ και δεν μι­λώ τη μη­τρι­κή μου γλώσ­σα. Πε­ρι­μέ­νω ένα παι­δὶ που θα το ονο­μά­σου­με Στό­μα και θα το ανα­θρέ­ψου­με με λε­ξη­τα­νίλ. Όπως λέ­ω πάν­τα, μπο­ρείς να κά­νεις πολλά πράγ­μα­τα με το στό­μα, μεταξύ άλ­λων να προ­φέ­ρεις ωραί­ες φρά­σεις σε ελ­λι­πή γραμ­μα­τι­κή. Οι γα­ζί­ες θα αν­θί­σουν και πά­λι. Ο κα­λός μου άνοι­ξε χθες στο σα­λό­νι όλα τα βι­βλί­α που έχω δι­α­βά­σει και μου είπε ότι οι λέ­ξεις έλει­παν. Έλυ­παν.


[ΠΗΓΗ: Άν­να Αμί­λη­του,  Θε­ρα­πευ­τι­κ
επι­δεί­νω­ση - Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ Ιστορίες Μπονζάι  http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Αμούρ-Αμούρ: ο ποταμός και καταρράκτης Έρως

Και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέτα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μία ανταύγεια ηχεί, μία σταγόνα πλημμυρίζει και μια φωνή ανθεί. Ένα παιδί στέκει ορθό σε ξέφωτο άλσους σιωπηλού και ακαριαίως μεγαλώνει μπροστα σε μια γυναίκα. ‘Ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, συνυφασμένη με τη ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο ή ένα γάντι. Ιδού και μία εφημερίς, που γίνεται δάσος μυροβόλον ή και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες. Η Ποίησις μεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην Ποίησι. Η συμμετοχή μας σε οιονδήποτε φαινόμενον ή γεγονός δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθημα, μία παρόρμησις, μια λέξις, μπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπμά αντικείμενα με ζωή παλλόμενη και μορφή δική τους [Ανδρέας Εμπειρίκος, από το βιβλίο του ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ]


Κάποτε, προ πολλών ετών, σε μια εκδρομή που έκανα στην Ελβετία, σταμάτησα για να θαυμάσω ένα μεγάλο καταρράκτη, που κυλούσε ορμητικά επάνω από γρανιτώδεις βράχους, μέσα σε πλούσια βλάστησι. Την εποχή εκείνη, που μπορώ να την ονομάσω περίοδον εντατικών αναζητήσεων, ωθούμενος από μία εσωτερική ανάγκη σχεδόν οργανική, προσπαθώ να βρω, με τα ποιήματα που έγραφα τότε, έναν αμεσώτερο και πληρέστερο τρόπο εκφράσεως. Το θέαμα του καταρράκτου μου εγέννησε αιφνιδίως μιαν ιδέα. Καθώς έβλεπα τα νερά να πέφτουν από ψηλά και να εξακολουθούν γάργαρα το δρόμο τους, σκέφτηκα πόσον ενδιαφέρον θα ήτο, αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω και στις σφαίρες της ποιητικής δημιουργίας το ίδιο προτσές που καθιστά το κύλισμα ή την πτώσι των υδάτων, μια τόσο πλούσια, γοητευτική και αναμφισβήτητη πραγματικότητα, αντί να περιγράψω αυτό το κύλισμα, ή κάποιο άλλο φαινόμενο ή γεγονός ή αίσθημα ή μιαν ιδέα, επί τη βάσει σχεδίου ή τύπου εκ των προτέρων καθορισμένου.

Ήθελα, δηλαδή, να συμπεριλάβω στα ποιητικά μου, όλα τα στοιχεία που στην καθιερωμένη ποίηση, θεληματικά ή άθελα, αποκλείονται ή μας ξεφεύγουν. Και ήθελα να τα συμπεριλάβω κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ένα ποίημα να μην αποτελείται απλώς, από ένα ή περισσότερα υποκειμενικά ή αντικειμενικά θέματα λογικώς καθωρισμένα και αναπτυσσόμενα μόνον εντός συνειδητών ορίων, μα να αποτελείται από οποιαδήποτε στοιχεία που θα παρουσιάζοντο μέσα στη ροή του γίγνεσθαί του, ανεξάρτητα από κάθε συμβατική ή τυποποιημένη αισθητική ηθική, ή λογική κατασκευή. Εν τοιαύτη περιπτώσει, συλλογιζόμουν, θα είχαμε ένα ποίημα δυναμικό και ολοκληρωτικό, ένα ποίημα αυτούσιο, ένα ποίημα γεγονός, στην θέσι μιας αλληλουχίας στατικών περιγραφών ωρισμένων γεγονότων ή συναισθημάτων περιγραφομένων δια της άλφα ή βήτα τεχνοτροπίας.
Από την ημέρα που μου γεννήθηκε η ιδέα αυτή, θέλησα να την εφαρμόσω, και άρχισα να γράφω νέα ποιήματα, προσπαθών να επιτύχω αυτό που επιζητούσα. Τα ποιήματα αυτά, παρουσίαζαν, βέβαια, μια μεγάλη εξέλιξη και μια πολύ αισθητή διαφορά, αλλά και αυτά, καίτοι μου ήρεζαν περισσότερο από τα παλαιά μου, δεν με ικανοποιούσαν ως προς τις νέες μου επιδιώξεις. Ενώ διέφεραν από τα άλλα στη μορφή, δεν διέφεραν αρκετά στην ουσία. Είταν φανερό πως εκείνο που μου έλειπε ήτο ένα μέσον ανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Σκέφτηκα όμως, πως ο μόνος τρόπος να αντεπεξέλθω σε όλες τις δυσκολίες, είταν να μην παραιτηθώ, μα να συνεχίσω τις αναζητήσεις μου, να γράφω, με τη βεβαιότητα πως η ιδέα ήτο καλή και πως αργά ή γρήγορα, θα εύρισκα τον τρόπο να την κάνω να καρποφορήσει. Ποιος ξέρει, ίσως να έψαχνα ακόμη μέχρι σήμερα, αν η συγκλονιστική για μένα επαφή με τον υπερρεαλισμό δεν μου άνοιγε τα μάτια. Από την ημέρα εκείνη, μπορώ να πω, πως μονομιάς σχεδόν, διέκρινα πού βρισκόταν ο δρόμος και ρίχθηκα με ενθουσιασμό, με αληθινή αγαλλίαση, στο ρεύμα του ιστορικού κινήματος. Είχα ακούσει το κάλεσμά του και το δέχτηκα. Είχα ακούσει τη φωνή του, τη φωνή εκείνη, που τόσο σωστά είπε ο Μπρετόν, στο πρώτο του μανιφέστο, πως εξακολουθεί να ψάλλει και στις παραμονές του θανάτου και επάνω από τις καταιγίδες.
………………………………………………..
Και έτσι, ένας νέος κόσμος ανοίχθηκε μπροστά μου, σαν ξαφνικό λουλούδισμα θαυμάτων ανεξάντλητων. Ένας κόσμος γύρω μου και εντός μου, ατελεύτητος και ακαταμέτρητος, ένας κόσμος αλήθεια μαγευτικός, του οποίου ο υπερρεαλισμός μα έδωσε μια για πάντα τα ολοφάνερα κλειδιά.

Και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέτα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μία ανταύγεια ηχεί, μία σταγόνα πλημμυρίζει και μια φωνή ανθεί. Ένα παιδί στέκει ορθό σε ξέφωτο άλσους σιωπηλού και ακαριαίως μεγαλώνει μπροστα σε μια γυναίκα. ‘Ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, συνυφασμένη με τη ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο ή ένα γάντι. Ιδού και μία εφημερίς, που γίνεται δάσος μυροβόλον ή και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες. Η Ποίησις μεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην Ποίησι. Η συμμετοχή μας σε οιονδήποτε φαινόμενον ή γεγονός δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθημα, μία παρόρμησις, μια λέξις, μπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπμά αντικείμενα με ζωή παλλόμενη και μορφή δική τους.
……………………………………………………..
Μπορώ να πω λοιπόν, ότι ο καταρράκτης, περί του οποίου μίλησα στη αρχή, δεν εσταμάτησε στην Ελβετία. Τα νερά του πέφτουν από μεγάλο ύψος, κυλούν και εξακολουθούν να ρέουν. Επάνω και μέσα στον αφρό των αλλεπαλλήλων πτώσεων, βλέπω να παίζουν μεγάλες και διάφανες σαν από κρύσταλλο σφαίρες, που τις κρατούν στα χέρια τους αφροντυμένες μπαλαρίνες. Τις βλέπω να παίζουν και να πηδούν και να συγκρούονται, πότε παρασυρόμενες από τα ορμητικά νερά και πότε ξεφεύγοντας και ανεβαίνοντας, καθώς μπαλόνια που ξεγλιστρούν μέσα από χέρια παιδιών σε κήπους ή σε πλατείες. Και τις βλέπω να ξαναπιάνονται απ’ τα νερά και να χοροπηδούν πάλι στον αφρό, που άσπρος σαν γάλα, αγάλλεται στο κύλισμά του, ραντίζοντας τον θεατή και τα πέριξ κλαριά, με τη δροσιά του υγρού ψιμυθίου που σκορπά, σαν σύννεφο ελαφράς βροχής, στην βοερή καταβαράθρωσί της, η πτώσις των υδάτων.
Και είναι η δόξα του καταρράκτου αυτού, η δόξα του Ρίο Μπογκότα. Και είναι η μαγεία του, η μαγεία του τριπλού άλματος της κοιλάδος Υοσεμίτα. Και είναι η γοητεία του, η γοητεία όλων των νεροσυρμών των άλπεων, των Πυρρηναίων και των Απεννίνων. Η δε βοή του, είναι φωνή αγγέλου που πίπτει αεί και εσαεί εντός χαοτικής αβύσσου. Τα τσακισμένα του φτερά συγγχέονται και συνυφαίνονται με τους αφρούς της πτώσεως, και ένας αετός ζυγιάζεται ψηλά και ακούει το ασώπαστο τραγούδι της βοής, που αχολογά παντοτινά και λέει: «Αχά-αχά», καθώς ηχώ που αναπέμπεται από σπήλαια και βαραθρώδη βάθη.

Και έτσι, εκ του ύψους προς το βάθος, πέφτει και πέφτει το νερό κυλώντας την βροντή του, και ως πέφτει, σχηματίζεται μπροστά στο μελανό γρανίτη, μια σκάλα ατέρμων από αφρό, που χάνεται μες το γαλάζιο επάνω.
Ο καταρράκτης ηδονίζεται στη μεταμόρφωσή του και μεταβάλλεται από ραγδαίο νερό, σε ρεύμα ανέμπορο, που χύνεται πρώτα σε κοίτη στενή χειμάρρου και έπειτα εξελίσσεται και ελίσσεται στην λαγκαδιά και πέρα απ’ την κοιλάδα, σε ρεύμα ταχύ που βρέχει παχιές όχθες, αι όσο φαρδαίνει γαληνεύει και κρύβει τη δύναμή του, σιωπηλά στην ανοιχτή του άπλα – την όμοια με αυτήν που εκτείνεται από τα τωρινά στα παιδικα μου χρόνια, τότε που γνώρισα κι εγώ το Δούναβη και τα πλατιά ποτάμια
………………………………….
Οι εικόνες αυτές, μπορούν βεβαίως να έχουν ένα λογικό ή μη λογικό ειρμό, που να αποτελεί τρόπον τινά ένα θέμα. Όμως, σε αυτό το θέμα, δεν αποκλείεται να παρεισφρήσει και κάποιος άλλος ειρμός συσχετίσεως, που εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ξένο ή παράσιτο στοιχείο, ενώ κατά βάθος είναι σχετικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να προκύψει ένα αμάλγαμα δύο ή περισσοτέρων εικόνων, που να αποτελεί μια νέα σύνθεση, ανάλογη με εκείνη που θα παρουσίαζε μία εικών θεατρικού έργου, εις την οποία θα εισήρχετο και θα ελάμβανε μέρος οργανικό εις την εκτυλισσόμενη δράση, ένα πρόσωπο άλλου θεατρικού έργου ή ένα άλλως πως ξένο πρόσωπο π.χ. ο Οθέλλος στη σκηνή της δολοφονίας του Καίσαρος ή εγώ στη σκηνή του μπαλκονιού, εις τον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα. Τούτο δεν συμβαίνει συχνά εις την υπό τον έλεγχο της λογικής διατελούσα ποίηση ή τέχνη, συμβαίνει όμως συνεχώς, μέσα στα συναισθήματα, στα όνειρα και στις φαντασιώσεις μας. Και θα συμβαίνει τούτο πάντοτε, όχι προς ζημίαν, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά προς μέγιστον πλουτισμόν και όφελος της ποιήσεως και των τεχνών, κάθε φορά που ένας ποιητής ή καλλιτέχνης, θα δέχεται να χρησιμοποιήσει ό,τι κατά βάθος αποτελεί αυτό τούτο το γίγνεσθαι και την υπόσταση, όχι μόνο της ποιήσεως μα και της ζωής εν γένει …………………..

Δυο τάσεις εχαρακτήριζον κυρίως τα παιχνίδια των αγοριών: η πολεμική και η ερωτική. Ένα παιδί κατέβρεχε ανηλεώς ένα μικρό του σύντροφο. Ένα άλλο προσπαθούσε να πετροβολήσει ένα σκυλί. Ένα τρίτο ίππευε ξαφνικά ένα από τα άλογα και ορμώντας μέσα στον ποταμό, παραμέριζε τους άλλους λουομένους και εξέπεμπε φωνή θριάμβου, προσθέτοντας στην επική του δράση, παιάνα γέλωτος γαργάρου και ύβρεων στιλπνών. Και ενώ μερικά αγόρια επάλευαν στα μαλακά χώματα, κοντά στον ποταμό, άλλα ιστάμενα επί της όχθης, ηγωνίζοντο ποιο θα εκτοξεύσει τα ούρα του εις απόστασιν μεγαλυτέραν. Άλλα πάλι, προκαλούσαν στύσεις και παράβαλαν τα γεννητικά των όργανα εις οξύτατον ανταγωνισμόν. Εξ αυτών μερικά κατέληγαν εις εκσπερματώσεις, δι’ ατομικών ή αμοιβαίων ψαύσεων και θωπειών, ενώ άλλα, πιο φιλικώς διακείμενα στον ρεμβασμόν, απεσύροντο σε ερημικά σημεία της όχθης, όπου επεζήτουν τον κατευνασμόν, αυνανιζόμενα σιωπηρώς ή εν μέσω αναφωνήσεων και στεναγμών, πίσω από κλάδους ή πυκνά δενδρύλλια. Τα πιο θαρραλέα και τα κάπως πιο ώριμα αγόρια, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της πραγματικότητος, για να φθάσουν σε πληρέστερα σε πιο ολοκληρωτικά αποτελέσματα. Αυτά άφηναν τους ομοφύλους των και προχωρούσαν σε ένα άλλο σημείο του ποταμού, όχι πολύ μακριά από την ξύλινη γέφυρα, όπου τα νερά ήσαν πιο ρηχά και όπου ήρχοντο, συχνά, μικρές τατάρισσες με φουντωτά σαλβάρια και νεαρές ημίγυμνες τσιγγανοπούλες για να ποτίσουν τα άλογα. Εκεί όμως ανεκόπτετο η προς τα πρόσω φορά ωρισμένων αγοριών. Τα παιδιά αυτά εφοβούντο να προέλθουν σε πράξεις πιο λυσιτελείς, αλλ’ αφ’ ετέρου δεν επεθύμουν να παραιτηθούν των μυχιαιτέρων βλέψεών των, επιστρέφοντα τελείως άπρακτα, σε μια συμβολική μέση λύση, περιοριζόμενα σε γαύρες επιδείξεις του πέους των εξ αποστάσεως, ραντίζοντας ενίοτε την χλόη και τον ποταμό, με αλλεπάλληλα αναβρύσματα λευκών σταγόνων. Τουναντίον, τα άλλα αγόρια, που ήσαν μαχητικότερα και πιο αποφασιστικά, ωρμούσαν χωρίς να ορρωδήσουν και προσπαθούσαν να έλθουν σε άμεση επαφή με τα κορίτσια, των οποίων τα ράκη επέτερεπαν να φαίνεται καμιά φορά το αιδοίον ή καποιον άλλο θέλγητρον του σώματός των, εξ εκείνων που από αμνημονεύτων χρόνων, διδασκόμεθα ότι πρέπει να καλύπτει, εν πνεύματο ενοχής, η αιδημοσύνη.  Οι μικρές τατάρισσες και οι τσιγγανοπούλες, οσάκις είχαν να κάμουν με τα αγόρια που δεν επετίθεντο, έμεναν επί τόπου και παρατηρούσαν έκθαμβες τα γεννητικά όργανα των παιδιών, με ένα κράμα λαχταριστού ενδιαφέροντος και εντρόμου περιεργείας. Οσάκις όμως είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τα πιο απαιτητικά και τα πιο τολμηρά αγόρια, που δεν εδίσταζαν να ορμήσουν επάνω τους, ετρέποντο εις φυγήν, σαν τρομαγμένα περιστέρια ή έβαζαν τις φωνές, ζητώντας βοήθεια από γονείς ή διαβάτας, οι οποίοι, καταφθάνοντας, διασκόρπιζαν τους νεαρούς κατακτητάς, με ιαχάς, πετροβολήματα και ύβρεις.
…………………………………………
Και ο Αμούρ ποτίζει πάντοτε την χώρα αυτή… Τις ατέρμονες ερημικές εκτάσεις, που ενιαχού τις σκεπάζει η τούνδρα, μέσα στη φλόγα του καλοκαιριού, και αλλού τις καλύπτουν πυκνά και παμμεγέθη δάση, τις διασχίζουν τα μικρά νευρώδη ιππάρια των νομάδων και των κατακτητών, ενώ εις τον γλαυκό αιθέρα, ταξιδεύουυν ακοίμητοι και έτοιμοι πάντοτε να επιτεθούν, γύπες και αετοί, κουρσεύοντας στο διάβα των την πανίδα των υψιπέδων. Αίφνης ένας ήχος οξύς σαν διαπεραστική κραυγή ξεσκίζει τον αέρα. Τούτη τη φορά δεν προέρχεται από ζώο που το χτύπησαν θανάσιμα τα νύχια και το ράμφος ενός αρπακτικού. Μία τολύπη σκάει στον ορίζοντα και ευθύς την ακολουθούν και άλλες πολλές αμέτρητες – τόσες που σχηματίζουν ένα σύννεφο, που το σπρώχνει και το κατευθύνει η φορά του ανέμου. Μία βοή υπόκωφη πλησιάζει και ένας γδούπος ακούεται σαν να διαβαίνει μια αγέλη από μαμούθ ή από γιγάντια ελάφια του τεταρτογενούς. Έτσι περνά ο Υπερσιβηρικός, ο χαλύβδινος ρήγας της Ασίας.

Και ο Αμούρ εξακολουθεί να ρέει, ποτίζοντας όχι μόνο τις χώρες που διασχίζει μα και ολόκληρη την ενδοχώρα εις την οποίαν εισχώρησε και που ένα μικρό της μόνο μέρος περιέχουν οι σελίδες τούτες.

Και είναι για μένα πάντοτε ο ΑΜΟΥΡ, ο ποταμός, ο Αμούρ ο Έρως: προς αυτόν θα συγκλίνουν πάντοτε και θα εκτοξεύονται πάλι από αυτόν, οι παλμοί και οι παρωθήσεις μας… Στις όχθες του θα πολεμούν και θα ειρηνεύουν, θα καταστρέφουν και θα δημιουργούν, θα κοπιάζουν και θα αναπαύονται, θα θρηνούν και αγάλλονται, θα διψούν και θα δροσίζονται όσοι από μας λέγουν το ΝΑΙ και όσοι από μας λέγουν το ΟΧΙ! Είπα πάντοτε ΝΑΙ. Πάντα και πάντοτε. Πάντα και πάντοτε θα ρέει ο ΑΜΟΥΡ, και εντός και εκτός, με την παντάνασσα ορμή του, όπως και χθες όπως και σήμερα, όπως και τώρα που πλημμυρίζει μέσα μου και ξεχειλίζει και με αναγκάζει να κραυγάσω με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου: ΑΜΟΥΡ, ΑΜΟΥΡ!!!

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα, όμως, βαθιά, η ψυχή τους λαχταράει τον παράδεισο

Έτσι, βλέπουν θαμπά τον άλλον που κοιτάει από απέναντι. Κι ο άλλος από απέναντι θαμπά πολύ τους βλέπει. Γι’ αυτό κι όλο τον γυρνοφέρνουνε φιλύποπτοι προτού διαβούν την πύλη. Συχνά, κάστρο τους φαίνεται, γι' αυτό τον πολεμούν. Καλπάζουν γύρω του με ιαχές. Σέρνουν δεμένο στο άρμα τους πιο καλό του παλικάρι. Είναι φορές που μπαίνουν στο οχυρό του και σαν ζήτουλες. Κρατούν ραβδί ή ένα κορίτσι να τους οδηγεί, τάχα τυφλούς, από το χέρι. Όμως αυτοί, μέσα απ’ τα μάτια τα μισόκλειστα, μετρούν τα πάντα. Ψάχνουν τα αδύνατα σημεία του εχθρού. Τα καταγράφουν. Φεύγουν ξανά το σούρουπο. Διασταυρώνονται στο δρόμο. Καθώς επιστρέφουν, οι σπιούνοι, ο ένας απ’ του άλλου το κάστρο. Δεν κοιτάζονται καν. Δεν μιλάνε. Ως να ’ρθει η νύχτα και να κουραστούν. Να μιμηθούν ότι ελπίζουν στην ειρήνη. Να συνθηκολογήσουν σε κρεβάτια ανομολόγητα. Απεγνωσμένοι, όλο σάρκα, μες στα αίματα. Φιλιά και κλάματα. Όρκοι και τρυφερές δαγκωματιές στην πλάτη. Και η παλάμη ν’ αγκαλιάζει ένα βυζί. [Πάνος Σταθογιάννης, Τετράδια Λογοτεχνίας]


Μα ξημερώνει, ευτυχώς, στο συρματόπλεγμα. Ο κόσμος φανερώνει όλη την ύλη του. Μπαίνουν τσιμέντα με το λυσσασμένο φως, ζητάνε λύτρα. Τεφτέρια βγαίνουν κι απαιτούνε κατακτήσεις. Μια ζυγαριά γέρνει λοξά, τους επιτρέπει τα ανεπίτρεπτα. Κι αυτό το κάστρο απέναντι – τι πρόκληση! Τι απειλή, τι ξενιτιά, τι κάτι άλλο! Πιάνουν και πάλι το σπαθί. Πιάνουν και πάλι το ραβδί του διακονιάρη.
Αλλιώς, θα έμεναν στη νύχτα εσαεί. Στον απύθμενο ίσκιο ο ένας του άλλου. Με τα μάτια ορθάνοιχτα. Νεοφώτιστοι μέσα στο σκότος. Στην ψευδαίσθηση ότι η μέρα δεν θα ’ρθει ποτέ. Να εκτελούν τα βδελυρά πειράματα, που κάνουνε – τι τρομερό!– τον έρωτα αγάπη. Κι έξω η μέρα ας δείχνει του κόσμου την ύλη ολόκληρη...
*
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα… Όμως, βαθιά, η ψυχή τους λαχταράει τον παράδεισο. Εκεί που όλα τα μάτια είναι ορθάνοιχτα κι αστραφτερά. Γι’ αυτό και με το πρώτο σφύριγμα έρχεται τρέχοντας η έρμη η ψυχούλα. Κουνάει την ουρά της. Απόγευμα συνήθως βροχερό. Κι αυτή – λιανός σκυλάκος με αυτιά πολύ αστεία. Ξαφνικά κοντοστέκεται. «Κι αν δεν», αναρωτιέται. «Κι αν δεν είναι αυτός ο ωραίος βαρκάρης; Ποιος θα κάτσει τιμόνι και ποιος στα κουπιά; Θα πνιγούμε μαζί – δύο άξεστοι. Σιαμαίοι και όχι ανδρόγυνο». Κι απομένει εκεί η ψυχή. Στον υγρό ασφαλτόδρομο. Αν και η αλήθεια της φύσης της είναι να ’ρθει πιο κοντά. Να τριφτεί και να γλείψει. Μα στο τέλος νικάνε τα τόσα «κι αν δεν». Κι αποσύρεται αχάιδευτος ο αυτούρης σκυλάκος.
Είναι που οι έρωτες ορκίζονται πως - όχι, όχι, δεν είναι απελπισία η φυγή, λύτρωση είναι. Δεν ξέρουν ότι ετούτα τα «κι αν δεν» ανήκουν όχι στην ψυχή, αλλά στα τραύματά της. Κι ότι τα τραύματά της πάει να γλείψει φεύγοντας. Την ψώρα της να τρίψει σε μια πέτρα. Χωρίς ούτε ένα χάδι ανάμεσα στ’ αυτιά. Χωρίς ψωμί στο στόμα.

Αν νίκαγε της φύσης της η αλήθεια, θα ’τρεχε καταπάνω μας με αφέλεια. Κι εμείς το ίδιο. Έτσι όπως είναι αφελή τα ωραία θηρία. Θα λεηλατούσαμε ο ένας τον άλλον, μέχρι να δούμε και οι δύο θεού πρόσωπο. Βωμοί μαζί και σφάγια. Γιατί αυτό θα πει παράδεισος – να σε κατασπαράζει η ψυχή που και εσύ κατασπαράζεις. Μυστήρια πράγματα. Οίνος που γίνεται αίμα. Πουλί που βγαίνει από τις τέφρες και πετάει. Αγάπη, δηλαδή - τι τρομερό, τι ανάθεμα!
Μακριά, μακριά από μας…
*
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα… Μη δώσει ο θεός και τα ανοίξουν διάπλατα ποτέ. Θα δουν πρώτη φορά ολόκληρο τον άλλον να κοιτάει από απέναντι. Θα δουν και θα σκιαχτούν από τον πόνο του. Κι ο πόνος του θα μοιάζει με φτερό από κόνδορα. Σίγουρα βέλος θα τον πέτυχε. Σίγουρα άγριο βλέμμα. Θα στροβιλίζεται σε σκότος παγερό. Γεμάτο τρύπες.

Θα τον πονέσουν τότε για τον πόνο του. Σιγά-σιγά τα χέρια τους θα γίνουν ασημένια. Θ’ αγγίζονται και θα σταλάζουν στα πατώματα. Μπροστά σε τζάκια και πυρές χορευτικές. Κι έξω – τα δέντρα στον λευκό ανήφορο. Ζωγραφισμένα με κινέζικο μελάνι. Έξω – ομίχλες, τσίπουρα, περίπατοι. Έξω – φλουριά πρωτοχρονιάτικα.
Και –α, τι τρομερό!– θ’ αγαπηθούν.
Θα θελήσουν εκεί να ριζώσουν. Με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα. Να κοιτάζονται αισχρά. Να θαυμάζουν. «Κοίτα που υπάρχει και αλλιώς το εγώ μου!» να λένε με κατάνυξη. «Τι θαυμαστή απρέπεια! Τι άσμα ασμάτων!»
Και –α, τι τρομερό!– θα γίνουν τότε από έρωτες αγάπη…
***
Τελειώνουν όλοι τους με πένθος.
Τελειώνουν όλοι τους με πένθιμη οργή

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΓΥΡΕΨΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΓΥΝΑΙΚΑ
Στεκόμουνα στα τέσσερα μπρος σε μια πόρτα ανοιχτή. Άδειο το σκότος από πίσω της, μα κάτι έγνεφε εκεί, κάτι ματαίωνε για πάντα. Έλεγα μέσα μου – υπομονή, καλέ μου να δεις που θα την κλείσει αυτή την πόρτα η ανάσα σου. Με κρότο. 
Μα ήμουν τόσο δυσανάγνωστος που δεν ανάσαινα. Φοβόμουν ότι θα με παρερμήνευαν οι ένοικοί της.
Βγήκε, που λέτε, από μέσα ένας βραχνός. Αχειροποίητος σχεδόν, μια έμπνευση, μια τρύπα. «Θέλεις φτερά, μικρέ; Θέλεις το ξίφος που νικάει τα βασίλεια; Θέλεις το νόμισμα που ξέρει να μιμείται; Λέγε, τι θέλεις;»
Σκέφτηκα τότε, αν και άγουρος, ότι η νύχτα είναι νόσος ύπουλη. Βρίσκει τους μόνους και στα μουλωχτά τους μασουλάει. Γι’ αυτό και γύρεψα γυναίκα ίδια μου. Του ζώου της τα χνούδια να γυαλίσω με τη γλώσσα. Το νίτρο να μυρίσω των σπασμών της. Να λησμονηθώ. Να μεγαλώσω.
«Χα», έκανε τότε εκείνος. «Τι φοβιτσιάρης που είσαι, μάτια μου! Τι ανεπίδεκτος!» Και ξαναχώθηκε στο σκότος.
Κι όπως περίμενα μπροστά στην πόρτα την ορθάνοιχτη, να σου η μάνα μου από πίσω. Όλη την ώρα ήταν εκεί. Αθέατη. Κι έσκυβε κάθε τόσο πάνω μου και μου ’λεγε:
«Σήκω, επιτέλους, γιόκα μου! Σταμάτα πια να μπουσουλάς! Πώς θα σου βάλει έτσι ο θάνατος τρικλοποδιά; Δεν είσαι αθάνατος! Δεν είσαι!»
Κι έκλαιγε.
Και μ’ έκλαιγε.

ΑΣ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΕΔΩ, ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ...

Ας μείνουμε εδώ, στη βροχή.
Όπως ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιούνται. Βλέπω στα κατακόρυφα νερά ρούχα να στροβιλίζονται, δόντια ακίνδυνα να αστράφτουν, μάτια να μη βλέπουν τίποτα. Γιατί υπάρχουν πράγματα που είναι αιώνια. Παρότι γήινα. Το βρόχινο νερό, ας πούμε, η πέτρα που κουβαλάει ο άνθρωπος, η δόξα που αποθέτει στην κόμη μας ο έρωτας.
Μην πας πιο κάτω.
Πιο κάτω, τα νερά αγριεύουν. Γίνονται χείμαρροι. Μετά, θολά ποτάμια. Τραβάνε γραμμή για τους μεγάλους καταρράκτες. Έτσι ακούγεται – κανείς δεν επέστρεψε να μας πει αν είναι αλήθεια. Μονάχα ο θεός, αλλά αυτός δεν μιλάει. Μιμείται εξίσου καλά την ύπαρξη και την ανυπαρξία. Η ζωή είναι απλώς μία σκέψη του. Για τη δική μας ζωή μιλάω. Αν στροβιλιστούμε τώρα στη βροχή, η σκέψη του θα γίνει σάρκα. Θα την μυρίσεις πάνω μου. Θα την μυρίσω πάνω σου. Έτσι γίνεται – δεν υπάρχουν αναίμακτες θυσίες. Μα, μη φοβάσαι. Ύστερα, η βροχούλα θα ξεπλύνει το βωμό από τα κόκκινα.
Ούτε μέσα να μπούμε.
Με κούρασαν τα ασφαλή στέγαστρά μας. Δεν βρέχει εκεί. Στους χορούς μας εκεί δεν μπαίνουμε μούσκεμα.
Εκεί, μόνο φυσάει. Θυμάσαι τότε πράγματα αλλόκοτα. Κάποιους ανθρώπους που περάσαν βιαστικά από τη ζωή σου, εξερχόμενοι για λίγο από τη δική τους ζωή΄ ένα μπλε ποδήλατο που σε δυσκόλευε στις ανηφόρες΄ τρεις φόβους που για χρόνια τους ερμήνευες λάθος. Και φυσάει δαιμονισμένα από παντού. Σαν να ’ναι οι τοίχοι μας φασματικοί. Φέρνει διάφορα απέξω. Αίφνης, στο μαξιλάρι σου ανακαλύπτεις ένα ματωμένο φτερό.

Τότε είναι που χωρίζουν οι άνθρωποι.
Τη στιγμή ακριβώς που ανακαλύπτουν ότι συνορεύουν. Κάθονται και μετράνε τα πασαλάκια των ορίων. Μοιάζει να μην τους αφορά που συναντήθηκαν – εκεί, στο ξέφωτο, στους αγρούς. Τελικά, απελαύνονται εντός τους. Αναζητούν τη φύση του σώματός τους, λογχίζουν τα πλευρά τους, γνωρίζουν το καλό και το κακό. Γι’ αυτό και δεν είναι θλίψη αυτό που βλέπεις στα μάτια τους. Σάστισμα είναι. «Τι παραδείσια εξορία ο εαυτός», παρηγορούνται. Δεν θεραπεύονται ποτέ. Μόνο στον ύπνο τους φυτεύουνε μηλιές, αλλά κι εκεί σε γαίες ναρκοθετημένες γύρω γύρω.
Ξέρω – δεν βρέχει τώρα.
Όμως, μπορώ να κάνω έτσι με το χέρι το δεξί και να ’ρθουνε ευθύς τα νέφη να μας συγχωρέσουν. Όλα θα γίνουν γαλανά, υγρά και διάφανα. Ακόμα και αυτά που κάποτε ποδοπατήσαμε αλύτρωτοι – ένα μερμήγκι που έτρεχε για τη φωλιά του, τη μάσκα που ήτανε για χρόνια πρόσωπό μας, το στρώμα που, γνωρίζοντας το βάρος μας, έμαθε καλά τη γλώσσα των νικητών και των ηττημένων. Θυμήσου μόνο πού έκρυψες το γρανιτένιο σου μαχαίρι, ιέρεια. Θυμήσου μόνο ότι η ελευθερία αναρριχάται σε άλλον. Ποτέ κανείς δεν πάτησε στον εαυτό του για ν’ ανέβει ψηλά, να ανοίξει τους κρουνούς στα σύννεφα.
***
(Α, πρέπει αμέσως να συνέλθω. Να βγω μια βόλτα στη βροχή, έστω και μόνος. Μ’ έπιασε πάλι Αυτό από το χέρι σαν μητέρα. Κάπου θέλει να με πάει Αυτό. «Στην ποίηση», λέει. «Στην ποίηση». Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι Αυτό, γιατί είναι αόρατο. Μονάχα ως γλυκασμό το αισθάνομαι. Λέω συχνά πως είναι πνεύμα αγαθό, ας το ακολουθήσω. Μετά όμως αμφιβάλω. Με γλυκασμούς μας παρασέρνουν και τα πνεύματα τα πονηρά. Κι αν μπω στην ποίηση με Αυτό ξεναγό, αν γίνω όργανό του, θα σπείρω στον κόσμο δυνάμεις ανεξέλεγκτες. Γιατί η ποίηση είναι χρησμός που επαληθεύεται. Γίνεται ειμαρμένη. Πώς ν’ αναλάβω τέτοια ευθύνη; Γι’ αυτό και κρατιέμαι μακριά από δαύτη. Στυλώνω το πόδια μου σε Αυτό. Πιάνω μιαν άκρη και μιλάω. Λέω τα δικά μου. Λέω μόνο λόγια. Γιατί όλα πρέπει να ειπωθούν. Τα πιο ταπεινά κυρίως. Όμως εσύ να έρθεις. Να σε χορέψω, να με χορέψεις στη βροχή. Όχι στην ποίηση. Σπάνια εμφανίζομαι πλέον εκεί.)


[ΠΗΓΗ: Πάνος Σταθογιάννης, μικρές Ιστορίες από το τη σελίδα του στο FB και το e-περιοδικό ΓΡΑΦΗ/ Τετράδια Λογοτεχνίας – Ο Πάνος Σταθογιάννης γεννήθηκε στα Λευκάκια Ναυπλίου, σπούδασε δημοσιογραφία και έκανε μεταπτυχιακά σε ζητήματα Κοινωνιολογίας και Μαζικής Επικοινωνίας, Έγραψε ποιήματα, στίχους για τραγούδια, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια κ.ά. Πεζά και ποιητικά του κείμενα έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, σουηδικά, ρωσικά, βουλγαρικά, λιθουανικά, αραβικά. Κάποιο τίτλοι από τα βιβλία του: Ο ΓΡΑΦΙΑΣ (2013), ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙ ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ (2008), ΑΦΗΣΤΕ ΛΙΓΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ, ΚΥΡΙΕ ΚΑΦΚΑ (2004), Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΘΥΜΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (1995), ΤΟ ΜΟΒ ΓΟΗΤΕΥΕΙ ΤΑ ΣΑΚΙΓΚΑΡΙΑ (1993) κ.ά]