Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα; Ερωτηματικά εισπνέοντας, θαυμαστικά εκπνέοντας, ψάχνω τη στιγμή. Διάβαζα χθες την ιστορία του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ, του φτωχότερου ανάμεσα στους φτωχούς, που όλο του το βιος ήταν ένα κομμάτι μολύβι. Ο γείτονάς του ο ψαράς το χρειαζότανε για βαρίδι στα δίχτυα του, κι όταν του το έδωσε πρόθυμα, εκείνος του υποσχέθηκε την πρώτη ψαριά από το μεγάλο ποτάμι. Μα όταν έριξε τα δίχτυα, έβγαλε ένα μοναδικό ψάρι, ως έναν πήχη μακρύ και μία πιθαμή χοντρό. Τι κι αν τα έριξε πάλι και πάλι και γέμιζαν μέχρι να σπάσουν, στον Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ αναλογούσε εκείνο το πρώτο ψάρι. Το πήρε ευλογώντας τον Θεό και το έδωσε στη γυναίκα του, που κι αυτή απόρησε βλέποντας μόνον ένα και τέτοιο ψάρι. Καθώς το έξυνε όμως στην κουζίνα, βγήκε μέσα από την κοιλιά του ένα πετράδι τόσο μεγάλο και λαμπερό που εκείνη τη νύχτα φώτισε ολόκληρη την κάμαρα. Σε ποια νερά μαύρα και κρύα κολυμπάει το ψάρι μου; Η μήπως είναι πράσινα και διάφανα και στον πάτο μού κρύβεται κάποιας λίμνης; Τρέχει και κρύβεται ανάμεσα σε κοφτερά βράχια, τρέχει και τρέμει γιατί είμαι η μοίρα του. Γι' αυτό όλοι του οι δρόμοι οδηγούν σε μένα. Ακόμα και μέσα σε μια λακούβα με νερό της βροχής έχω διακρίνει την ουρά του. Δεν έχω ούτε αγκίστρι ούτε μαχαίρι, αλλά κι αν μπορούσα να το αρπάξω με γυμνά χέρια, μόλις το ένιωθα να σπαρταράει, θα το πετούσα πίσω στο νερό. Ούτε πάνω σε πέτρες μπορώ να το χτυπήσω, είναι μυστήριο που δεν μπορώ να το λιώσω με τα χέρια μου και να κάνω την αγωνία του διαμάντι, και να κάνω την ασφυξία του αεράκι που να φυσάει μέσα από τις αράδες, φέρνοντας τις λέξεις πίσω μπρος για να διηγηθούν, έτσι μόνες τους, την ιστορία μου. Την ιστορία κάποιου που δε θέλει, που δεν μπορεί να σκοτώσει με τα χέρια του κι όμως σκοτώνει συνεχώς με τη σκέψη του την ίδια πάντα γυναίκα. [Μαρία Μήτσορα, Από τη μέση και κάτω]


Oι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια.
Βλέπει ένα όνειρο. Μια μαύρη μεταλλική γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες ενός ποταμού, κάνοντας στον αέρα μία παράξενη στροφή. Εκεί ψηλά στέκεται μαζί με την αγαπημένη του, που τώρα είναι γοργόνα, κοιτάζουν κι απορούνε με τόσα χασάπικα παραταγμένα στην κοντινή τους όχθη. Οι μεγάλες επιγραφές τους διαλαλούν κάθε είδος κρέατος: τίγρης, ελαφιού, λιονταριού, φιδιού, αντιλόπης. Αυτοκίνητα σταματούν κι ανθρώπινες φιγούρες γεμίζουν βιαστικά τα πορτ μπαγκάζ, ενώ άλλα αυτοκίνητα πίσω τους κορνάρουν με ανυπομονησία. Κι όλα τα φώτα, μεγάλα και μικρά, είναι ένα πένθιμο μωβ. Εκείνος νιώθει βαθιά απελπισμένος, σκύβει από πάνω της κι η αφή του τρέχει πριν από τα χέρια του να την αγκαλιάσει, κι η όσφρηση πριν από τη μύτη του χώνεται μέσα στα μακριά της μαλλιά. Όμως τίποτα επάνω της δεν του είναι γνώριμο, ακόμα κι η γεύση του λαιμού της είναι σαν καρβουνιασμένη κι η όσφρηση τού μιλάει και τού λέει – ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει. Η αφή του τη μισεί, κάνει τα χέρια του να τη χτυπάνε αλύπητα. Τη βλέπει με το σαγόνι χαλαρό, με το λακκάκι που τον τρελαίνει, γεμάτο με μια βουλίτσα αίμα. Τη σηκώνει και δεν ξέρει πώς να την ξεφορτωθεί. Κάποιο από τα χασάπικα, σκέφτεται, θα την πάρει γι' ανθρώπινο κρέας από τη μέση κι επάνω. Κατεβαίνει τα σκαλιά της γέφυρας κουβαλώντας τη στα μπράτσα του, και σε κάθε σκαλί το βάρος της γίνεται και πιο ελαφρύ, κι ό,τι άδειο έχει μείνει πια από εκείνη γίνεται και πιο πολύτιμο.

Χτυπάνε όλα μαζί τα κουδούνια της κόλασης. Εγκαταλείποντας την άψυχη γοργόνα στα σκαλοπάτια του ύπνου, ξεσκεπάζει το κεφάλι του. Από το παράθυρο βλέπει ότι η νύχτα είναι ακόμα βαθιά. Συνεχίζει να χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Η Βίκυ στέκεται και τρεμοσβήνει στο χαμηλό φως του διαδρόμου... Αμήχανοι κι οι δύο, όρθιοι στην κουζίνα, εκείνος φτιάχνει καφέ. «Με χτύπησε» ψελλίζει η Βίκυ κι είναι σίγουρος ότι παράκουσε –τώρα θα του πει 'με χτύπησες αλλά δεν με σκότωσες, γι' αυτό ήρθα' –, όμως οι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια. Η Βίκυ, που στηρίζεται στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μάτια καρφωμένα στο ράφι με τα μπαχαρικά, λέει τώρα πιο δυνατά και καθαρά «ψιθύριζα τ' όνομά σου στον ύπνο μου, του τα είπα όλα και με χτύπησε». Τώρα καταλαβαίνει. Ενάμιση χρόνο τη μισούσε επειδή δεν άφηνε τον άντρα της, κι ήρθε επιτέλους στο σπίτι του για να ζήσουν μαζί. Ακόμα ζαλισμένος, διπλοκλειδώνει το ημιτελές μυθιστόρημά του στο συρτάρι του γραφείου.

Τις επόμενες δέκα μέρες η Βίκυ φοράει τα ρούχα του, καθαρίζει και μαγειρεύει ψάρι. Μέσα από το σκοτεινό συρτάρι, το μυθιστόρημα κρυφά διαμαρτύρεται. Στην κρεβατοκάμαρα όμως, ελπίζει ακόμα να βρει βαθιά μέσα στην κοιλιά της το πετράδι του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ. Κι έπειτα, την ενδέκατη μέρα, γυρίζοντας αργά στο σπίτι από τη δουλειά, «Έκπληξη!» του λέει ανοίγοντας την πόρτα. Φοράει ένα μαύρο κολλητό φουστάνι και γύρω από τον λαιμό της έχει τυλίξει μια πορτοκαλιά εσάρπα. Στο καθιστικό, τα ρούχα, τα παπούτσια της είναι πεταμένα παντού. «Να βγούμε έξω να το γιορτάσουμε! Ήξερα ότι σήμερα αυτός θα έλειπε από την Αθήνα, μπήκα στο σπίτι και πήρα τα πράγματά μου». Η έκπληξη βρίσκεται αλλού – πλάι στο γραφείο του, έχει εγκαταστήσει ένα ενυδρείο φωτισμένο, στο διάφανο πράσινο νερό κολυμπάει ένα μεγάλο μαύρο ψάρι με πορτοκαλιά χαίτη. «Απορώ που το τάιζε, που το βρήκα ζωντανό» λέει η Βίκυ, «το προηγούμενο, σε μία έκρηξη ζήλιας, το είχε δολοφονήσει με βραστό νερό... μερικές φορές το μέλλον τρέχει καταπάνω μας, πριν να σε γνωρίσω το είχα ήδη βαφτίσει κρυφά με τ' όνομά σου». Υπνωτισμένος κοιτάζει το συνονόματο ψάρι να ξεπροβάλλει ανάμεσα από δύο κοφτερά βράχια. Ανοιγοκλείνοντας το στόμα, με ακατάληπτες φυσαλίδες, ποια τέλεια φράση του υπαγορεύει; Η φωνή της Βίκυς σηκώνει κύματα που θολώνουν το παρόν, ρωτάει, ξαναρωτάει ποια παπούτσια να φορέσει, βιάζεται να πάνε για χορό. Το ψάρι υποχωρεί στα φύκια για να κρυφτεί. Η τυφλή θεά τον κορόιδεψε, δεν θα τελειώσει το μυθιστόρημα ποτέ.
Καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά

Προδημοσίευση από τη νέα συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μήτσορα, Από τη μέση και κάτω, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Είδα ένα όνειρο ότι κρατούσα ένα λάστιχο που εκσφενδόνιζε τα γράμματα της αλφαβήτου

Κάτω από το φως του κόσμου οι σιδηροτροχιές φωτίζονται σε λούμεν. Υπάρχει η αποβάθρα και η κίτρινη γραμμή της, πίσω από την οποία στέκεται μια εγκατάλειψη, περιμένοντας τον επόμενο συρμό. Ανοιχτά και κλειστά τραύματα ταξιδεύουν στα βαγόνια, ανεβοκατεβαίνουν κυλιόμενες σκάλες, στο τρένο των 12.32 από Άγιο Αντώνιο μια φυγή με κάρτα απεριορίστων διαδρομών περιμένει να αποβιβαστεί στην Κοραή. Στα νότια προάστια, τρυπάνε τη γη για να χωρέσουν ένα κυλινδρικό κενό από το οποίο θα μετακινούνται χιλιάδες επιβάτες μηνιαίως και θα εξυπηρετούνται ταυτόχρονα οι απορίες τους και εναλλάξ οι αμηχανίες τους. Συν διαδρομή προς τη θάλασσα θεωρητικά μπορούν να θάψουν μια-δυο θλίψεις τους ή να αποχωριστούν και μερικές απογοητεύσεις τους, αν το εισιτήριο ήταν μετ’ επιστροφής [Αμιλήτου Άννα]


            Πα­λιὰ ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι ἄ­κου­γα τὸ βα­γό­νι τοῦ τράμ, νὰ γλύ­φει τὶς ρά­γες, κου­δου­νί­ζον­τας πρὸς τὸ φα­νά­ρι μὲ τὸ χα­ρω­πό του καμ­πα­νά­κι. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι αὐ­τὸ τὸ καμ­πα­νά­κι, κα­θό­μουν σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να, ὑ­γρὴ ἀ­πὸ νε­ό­τη­τα, γκρί­ζα ἀ­πὸ ὡ­ρι­μό­τη­τα, ἄ­κου­γα τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο καὶ κου­δού­νι­ζα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κὴ φυ­γή. Εἶ­χα δυ­ὸ χῶ­ρες καὶ δὲ χω­ροῦ­σα σὲ κα­μιά. Εἶ­χα δυ­ὸ ξέ­νες γλῶσ­σες καὶ λέ­ξεις-μω­ρὰ ὀρ­φα­νὲς ἀ­πὸ πα­τέ­ρα. Ἤ­θε­λα νὰ χορ­δί­σω τὶς λέ­ξεις στὸ κλει­δὶ τοῦ φά. Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν βρό­χι­νη, ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη, τὸ χι­ό­νι φρυ­γά­νι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πα­πού­τσια μου.
            Μὲ αὐ­τὴν τὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς φυ­γῆς τα­ξί­δευ­α ἀ­συ­νό­δευ­τη. Ὕ­στε­ρα κα­τά­λα­βα. Ὅ­λες οἱ σύν­θε­τες λέ­ξεις ποὺ πε­ρι­έ­χουν τὸ -γρά­φος πο­νᾶ­νε. Τὸ ὁ­λο­γρά­φως ἔ­χει ἕ­να χτυ­πο­κάρ­δι. Τὸ δι­κό­γρα­φο ζεῖ μὲ ἀ­ναλ­γη­τι­κά, δὲν τὸ ξέ­ρε­τε;
            Εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ μά­να μου ἤ­μουν ἐ­γώ. Κρα­τοῦ­σα ἕ­να λά­στι­χο ποὺ ἐκ­σφεν­δό­νι­ζε τὰ γράμ­μα­τα τῆς ἀλ­φα­βή­του.

Μια φορά κι έναν καιρό η Αγάπη ήταν σαν παραμύθι
Μά­να
Νύ­χτω­σε και λεί­πει. Λύ­πη. Μυ­ρί­ζουν οι απου­σί­ες της, γλυ­κε­ρὴ κο­λώ­νια, εξα­τμί­ζον­ται στην κα­ρέ­κλα με­τὰ την ανα­χώ­ρη­σή της. Το με­ση­μέ­ρι κλά­δε­ψαν τις μου­ρι­ές, με κοι­τάνε απὸ το ανοι­χτὸ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λο του σα­λο­νιού, απὸ τη φω­τει­νὴ πλευ­ρὰ της σι­ω­πής. Φα­λα­κρὰ γυ­μνὰ κου­φά­ρια, μοιά­ζουν με ακτι­νο­γρα­φί­ες του εαυ­τού τους, προ­βλέ­ψεις, συ­νι­στώ­με­νες δό­σεις.
 
Η ψυ­χα­να­λύ­τρια μου ζή­τη­σε να ζω­γρα­φί­σω νε­κρὲς φύ­σεις. 
Ένα μπολ με φρούτα, όπως αυτὸ που ζω­γρά­φι­σα όταν ήμουν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νών. Το κοι­τά­ω κρε­μα­σμέ­νο στον τοίχο, τα φρού­τα δεν έχουν σα­πί­σει από τό­τε. Η λα­δομ­πο­γιὰ δε σα­πί­ζει, το συ­κώ­τι σα­πί­ζει.
 
Έχω ένα δι­α­ζύ­γιο, μια άγα­μη μο­να­χο­κό­ρη και απο­θη­κευ­μέ­νους στο φαρ­μα­κείο του σπι­τιού μερικούς βαθ­μιαίους θα­νά­τους. Εί­ναι στρογ­γυ­λοὶ και ξη­ροί. Έχω κι άλ­λους υγροὺς σε χρω­μα­τι­στά μπου­κά­λια. Τους έχω κρύ­ψει απὸ τον εαυ­τό μου. Ένα πο­τή­ρι εί­ναι πά­ρα πο­λὺ και τα πολ­λὰ δε φτά­νουν. Θα κα­τα­πι­ώ το βαθ­μια­ίο με τρεις γου­λι­ές. Στην υγεί­α δε δί­νουν πολλοί ση­μα­σί­α, είναι σαν την κα­θα­ρι­ό­τη­τα: δεν είναι δι­α­κρι­τή. Μό­νο η βρω­μιὰ είναι δι­α­κρι­τή.

Κό­ρη
Είμαι ερω­τευ­μέ­νη. Έχω τον αγα­πη­μέ­νο μου, περ­πα­τάμε στα πε­ρι­βό­λια με τα γε­ρά­νια, τις λε­μο­νι­ές και τις πορ­το­κα­λι­ές. Θα γεν­νή­σω έναν λε­μο­ναν­θό. Έψα­χνα χρό­νια στο λε­ξι­κό, αν με γέν­νη­σε η μά­να, ποι­ος γέν­νη­σε τις λέ­ξεις. Πάν­τα ανα­ζη­τούσα τους ορισμούς. Στα δε­κα­ο­κτὼ  η για­τρός μου, είπε «Δεν έχεις τί­πο­τα κο­ρί­τσι μου, πάνε σπί­τι σου». Πέ­ρα­σαν χρό­νια με δι­ά­γνω­ση ένα ορι­σμέ­νο τί­πο­τα. Μυρ­μηγ­κιά­ζει στα γό­να­τα, το ορι­σμέ­νο τί­πο­τα γί­νε­ται αό­ρι­στο κά­τι. Είχα το ελάτ­τω­μα, δεν πή­γαι­να κα­λον­τυ­μέ­νη στον προ­θά­λα­μο της απελ­πι­σί­ας.
Σή­με­ρα το από­γευ­μα έλα­βα ένα τη­λε­φώ­νη­μα, έλε­γε μέ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «Φαρ­μα­κευ­τι­κή: θηλυκό επί­θε­το χω­ρὶς ουσι­α­στι­κό. Από­πει­ρα: ουσί­ας ουσι­α­στι­κὸ με επι­θε­τι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό». H ομι­λί­α είναι ένας κύ­λιν­δρος: μό­λις φτά­νει στο τέ­λος ακουμ­πά­ει στην αρ­χή.
Κά­πο­τε ήξε­ρα τρεις γλώσ­σες και δε μι­λούσα κα­μιά. Τώ­ρα με­γά­λω­σα χω­ρὶς λε­ξο­τα­νὶλ και δεν μι­λώ τη μη­τρι­κή μου γλώσ­σα. Πε­ρι­μέ­νω ένα παι­δὶ που θα το ονο­μά­σου­με Στό­μα και θα το ανα­θρέ­ψου­με με λε­ξη­τα­νίλ. Όπως λέ­ω πάν­τα, μπο­ρείς να κά­νεις πολλά πράγ­μα­τα με το στό­μα, μεταξύ άλ­λων να προ­φέ­ρεις ωραί­ες φρά­σεις σε ελ­λι­πή γραμ­μα­τι­κή. Οι γα­ζί­ες θα αν­θί­σουν και πά­λι. Ο κα­λός μου άνοι­ξε χθες στο σα­λό­νι όλα τα βι­βλί­α που έχω δι­α­βά­σει και μου είπε ότι οι λέ­ξεις έλει­παν. Έλυ­παν.


[ΠΗΓΗ: Άν­να Αμί­λη­του,  Θε­ρα­πευ­τι­κ
επι­δεί­νω­ση - Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ Ιστορίες Μπονζάι  http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Αμούρ-Αμούρ: ο ποταμός και καταρράκτης Έρως

Και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέτα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μία ανταύγεια ηχεί, μία σταγόνα πλημμυρίζει και μια φωνή ανθεί. Ένα παιδί στέκει ορθό σε ξέφωτο άλσους σιωπηλού και ακαριαίως μεγαλώνει μπροστα σε μια γυναίκα. ‘Ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, συνυφασμένη με τη ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο ή ένα γάντι. Ιδού και μία εφημερίς, που γίνεται δάσος μυροβόλον ή και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες. Η Ποίησις μεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην Ποίησι. Η συμμετοχή μας σε οιονδήποτε φαινόμενον ή γεγονός δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθημα, μία παρόρμησις, μια λέξις, μπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπμά αντικείμενα με ζωή παλλόμενη και μορφή δική τους [Ανδρέας Εμπειρίκος, από το βιβλίο του ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ]


Κάποτε, προ πολλών ετών, σε μια εκδρομή που έκανα στην Ελβετία, σταμάτησα για να θαυμάσω ένα μεγάλο καταρράκτη, που κυλούσε ορμητικά επάνω από γρανιτώδεις βράχους, μέσα σε πλούσια βλάστησι. Την εποχή εκείνη, που μπορώ να την ονομάσω περίοδον εντατικών αναζητήσεων, ωθούμενος από μία εσωτερική ανάγκη σχεδόν οργανική, προσπαθώ να βρω, με τα ποιήματα που έγραφα τότε, έναν αμεσώτερο και πληρέστερο τρόπο εκφράσεως. Το θέαμα του καταρράκτου μου εγέννησε αιφνιδίως μιαν ιδέα. Καθώς έβλεπα τα νερά να πέφτουν από ψηλά και να εξακολουθούν γάργαρα το δρόμο τους, σκέφτηκα πόσον ενδιαφέρον θα ήτο, αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω και στις σφαίρες της ποιητικής δημιουργίας το ίδιο προτσές που καθιστά το κύλισμα ή την πτώσι των υδάτων, μια τόσο πλούσια, γοητευτική και αναμφισβήτητη πραγματικότητα, αντί να περιγράψω αυτό το κύλισμα, ή κάποιο άλλο φαινόμενο ή γεγονός ή αίσθημα ή μιαν ιδέα, επί τη βάσει σχεδίου ή τύπου εκ των προτέρων καθορισμένου.

Ήθελα, δηλαδή, να συμπεριλάβω στα ποιητικά μου, όλα τα στοιχεία που στην καθιερωμένη ποίηση, θεληματικά ή άθελα, αποκλείονται ή μας ξεφεύγουν. Και ήθελα να τα συμπεριλάβω κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ένα ποίημα να μην αποτελείται απλώς, από ένα ή περισσότερα υποκειμενικά ή αντικειμενικά θέματα λογικώς καθωρισμένα και αναπτυσσόμενα μόνον εντός συνειδητών ορίων, μα να αποτελείται από οποιαδήποτε στοιχεία που θα παρουσιάζοντο μέσα στη ροή του γίγνεσθαί του, ανεξάρτητα από κάθε συμβατική ή τυποποιημένη αισθητική ηθική, ή λογική κατασκευή. Εν τοιαύτη περιπτώσει, συλλογιζόμουν, θα είχαμε ένα ποίημα δυναμικό και ολοκληρωτικό, ένα ποίημα αυτούσιο, ένα ποίημα γεγονός, στην θέσι μιας αλληλουχίας στατικών περιγραφών ωρισμένων γεγονότων ή συναισθημάτων περιγραφομένων δια της άλφα ή βήτα τεχνοτροπίας.
Από την ημέρα που μου γεννήθηκε η ιδέα αυτή, θέλησα να την εφαρμόσω, και άρχισα να γράφω νέα ποιήματα, προσπαθών να επιτύχω αυτό που επιζητούσα. Τα ποιήματα αυτά, παρουσίαζαν, βέβαια, μια μεγάλη εξέλιξη και μια πολύ αισθητή διαφορά, αλλά και αυτά, καίτοι μου ήρεζαν περισσότερο από τα παλαιά μου, δεν με ικανοποιούσαν ως προς τις νέες μου επιδιώξεις. Ενώ διέφεραν από τα άλλα στη μορφή, δεν διέφεραν αρκετά στην ουσία. Είταν φανερό πως εκείνο που μου έλειπε ήτο ένα μέσον ανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Σκέφτηκα όμως, πως ο μόνος τρόπος να αντεπεξέλθω σε όλες τις δυσκολίες, είταν να μην παραιτηθώ, μα να συνεχίσω τις αναζητήσεις μου, να γράφω, με τη βεβαιότητα πως η ιδέα ήτο καλή και πως αργά ή γρήγορα, θα εύρισκα τον τρόπο να την κάνω να καρποφορήσει. Ποιος ξέρει, ίσως να έψαχνα ακόμη μέχρι σήμερα, αν η συγκλονιστική για μένα επαφή με τον υπερρεαλισμό δεν μου άνοιγε τα μάτια. Από την ημέρα εκείνη, μπορώ να πω, πως μονομιάς σχεδόν, διέκρινα πού βρισκόταν ο δρόμος και ρίχθηκα με ενθουσιασμό, με αληθινή αγαλλίαση, στο ρεύμα του ιστορικού κινήματος. Είχα ακούσει το κάλεσμά του και το δέχτηκα. Είχα ακούσει τη φωνή του, τη φωνή εκείνη, που τόσο σωστά είπε ο Μπρετόν, στο πρώτο του μανιφέστο, πως εξακολουθεί να ψάλλει και στις παραμονές του θανάτου και επάνω από τις καταιγίδες.
………………………………………………..
Και έτσι, ένας νέος κόσμος ανοίχθηκε μπροστά μου, σαν ξαφνικό λουλούδισμα θαυμάτων ανεξάντλητων. Ένας κόσμος γύρω μου και εντός μου, ατελεύτητος και ακαταμέτρητος, ένας κόσμος αλήθεια μαγευτικός, του οποίου ο υπερρεαλισμός μα έδωσε μια για πάντα τα ολοφάνερα κλειδιά.

Και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέτα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μία ανταύγεια ηχεί, μία σταγόνα πλημμυρίζει και μια φωνή ανθεί. Ένα παιδί στέκει ορθό σε ξέφωτο άλσους σιωπηλού και ακαριαίως μεγαλώνει μπροστα σε μια γυναίκα. ‘Ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό. Μία φωτογραφία ζει, έχει ολόκληρη δική της δράση, συνυφασμένη με τη ζωή του θεατή, όπως ένα φλουρί, ένα κρύσταλλο ή ένα γάντι. Ιδού και μία εφημερίς, που γίνεται δάσος μυροβόλον ή και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες. Η Ποίησις μεταγγίζεται στη ζωή και η ζωή στην Ποίησι. Η συμμετοχή μας σε οιονδήποτε φαινόμενον ή γεγονός δεν αποκλείεται πια καθόλου. Ένα συναίσθημα, μία παρόρμησις, μια λέξις, μπορούν να γίνουν χειροπιαστές οντότητες, στιλπμά αντικείμενα με ζωή παλλόμενη και μορφή δική τους.
……………………………………………………..
Μπορώ να πω λοιπόν, ότι ο καταρράκτης, περί του οποίου μίλησα στη αρχή, δεν εσταμάτησε στην Ελβετία. Τα νερά του πέφτουν από μεγάλο ύψος, κυλούν και εξακολουθούν να ρέουν. Επάνω και μέσα στον αφρό των αλλεπαλλήλων πτώσεων, βλέπω να παίζουν μεγάλες και διάφανες σαν από κρύσταλλο σφαίρες, που τις κρατούν στα χέρια τους αφροντυμένες μπαλαρίνες. Τις βλέπω να παίζουν και να πηδούν και να συγκρούονται, πότε παρασυρόμενες από τα ορμητικά νερά και πότε ξεφεύγοντας και ανεβαίνοντας, καθώς μπαλόνια που ξεγλιστρούν μέσα από χέρια παιδιών σε κήπους ή σε πλατείες. Και τις βλέπω να ξαναπιάνονται απ’ τα νερά και να χοροπηδούν πάλι στον αφρό, που άσπρος σαν γάλα, αγάλλεται στο κύλισμά του, ραντίζοντας τον θεατή και τα πέριξ κλαριά, με τη δροσιά του υγρού ψιμυθίου που σκορπά, σαν σύννεφο ελαφράς βροχής, στην βοερή καταβαράθρωσί της, η πτώσις των υδάτων.
Και είναι η δόξα του καταρράκτου αυτού, η δόξα του Ρίο Μπογκότα. Και είναι η μαγεία του, η μαγεία του τριπλού άλματος της κοιλάδος Υοσεμίτα. Και είναι η γοητεία του, η γοητεία όλων των νεροσυρμών των άλπεων, των Πυρρηναίων και των Απεννίνων. Η δε βοή του, είναι φωνή αγγέλου που πίπτει αεί και εσαεί εντός χαοτικής αβύσσου. Τα τσακισμένα του φτερά συγγχέονται και συνυφαίνονται με τους αφρούς της πτώσεως, και ένας αετός ζυγιάζεται ψηλά και ακούει το ασώπαστο τραγούδι της βοής, που αχολογά παντοτινά και λέει: «Αχά-αχά», καθώς ηχώ που αναπέμπεται από σπήλαια και βαραθρώδη βάθη.

Και έτσι, εκ του ύψους προς το βάθος, πέφτει και πέφτει το νερό κυλώντας την βροντή του, και ως πέφτει, σχηματίζεται μπροστά στο μελανό γρανίτη, μια σκάλα ατέρμων από αφρό, που χάνεται μες το γαλάζιο επάνω.
Ο καταρράκτης ηδονίζεται στη μεταμόρφωσή του και μεταβάλλεται από ραγδαίο νερό, σε ρεύμα ανέμπορο, που χύνεται πρώτα σε κοίτη στενή χειμάρρου και έπειτα εξελίσσεται και ελίσσεται στην λαγκαδιά και πέρα απ’ την κοιλάδα, σε ρεύμα ταχύ που βρέχει παχιές όχθες, αι όσο φαρδαίνει γαληνεύει και κρύβει τη δύναμή του, σιωπηλά στην ανοιχτή του άπλα – την όμοια με αυτήν που εκτείνεται από τα τωρινά στα παιδικα μου χρόνια, τότε που γνώρισα κι εγώ το Δούναβη και τα πλατιά ποτάμια
………………………………….
Οι εικόνες αυτές, μπορούν βεβαίως να έχουν ένα λογικό ή μη λογικό ειρμό, που να αποτελεί τρόπον τινά ένα θέμα. Όμως, σε αυτό το θέμα, δεν αποκλείεται να παρεισφρήσει και κάποιος άλλος ειρμός συσχετίσεως, που εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ξένο ή παράσιτο στοιχείο, ενώ κατά βάθος είναι σχετικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί να προκύψει ένα αμάλγαμα δύο ή περισσοτέρων εικόνων, που να αποτελεί μια νέα σύνθεση, ανάλογη με εκείνη που θα παρουσίαζε μία εικών θεατρικού έργου, εις την οποία θα εισήρχετο και θα ελάμβανε μέρος οργανικό εις την εκτυλισσόμενη δράση, ένα πρόσωπο άλλου θεατρικού έργου ή ένα άλλως πως ξένο πρόσωπο π.χ. ο Οθέλλος στη σκηνή της δολοφονίας του Καίσαρος ή εγώ στη σκηνή του μπαλκονιού, εις τον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα. Τούτο δεν συμβαίνει συχνά εις την υπό τον έλεγχο της λογικής διατελούσα ποίηση ή τέχνη, συμβαίνει όμως συνεχώς, μέσα στα συναισθήματα, στα όνειρα και στις φαντασιώσεις μας. Και θα συμβαίνει τούτο πάντοτε, όχι προς ζημίαν, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά προς μέγιστον πλουτισμόν και όφελος της ποιήσεως και των τεχνών, κάθε φορά που ένας ποιητής ή καλλιτέχνης, θα δέχεται να χρησιμοποιήσει ό,τι κατά βάθος αποτελεί αυτό τούτο το γίγνεσθαι και την υπόσταση, όχι μόνο της ποιήσεως μα και της ζωής εν γένει …………………..

Δυο τάσεις εχαρακτήριζον κυρίως τα παιχνίδια των αγοριών: η πολεμική και η ερωτική. Ένα παιδί κατέβρεχε ανηλεώς ένα μικρό του σύντροφο. Ένα άλλο προσπαθούσε να πετροβολήσει ένα σκυλί. Ένα τρίτο ίππευε ξαφνικά ένα από τα άλογα και ορμώντας μέσα στον ποταμό, παραμέριζε τους άλλους λουομένους και εξέπεμπε φωνή θριάμβου, προσθέτοντας στην επική του δράση, παιάνα γέλωτος γαργάρου και ύβρεων στιλπνών. Και ενώ μερικά αγόρια επάλευαν στα μαλακά χώματα, κοντά στον ποταμό, άλλα ιστάμενα επί της όχθης, ηγωνίζοντο ποιο θα εκτοξεύσει τα ούρα του εις απόστασιν μεγαλυτέραν. Άλλα πάλι, προκαλούσαν στύσεις και παράβαλαν τα γεννητικά των όργανα εις οξύτατον ανταγωνισμόν. Εξ αυτών μερικά κατέληγαν εις εκσπερματώσεις, δι’ ατομικών ή αμοιβαίων ψαύσεων και θωπειών, ενώ άλλα, πιο φιλικώς διακείμενα στον ρεμβασμόν, απεσύροντο σε ερημικά σημεία της όχθης, όπου επεζήτουν τον κατευνασμόν, αυνανιζόμενα σιωπηρώς ή εν μέσω αναφωνήσεων και στεναγμών, πίσω από κλάδους ή πυκνά δενδρύλλια. Τα πιο θαρραλέα και τα κάπως πιο ώριμα αγόρια, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της πραγματικότητος, για να φθάσουν σε πληρέστερα σε πιο ολοκληρωτικά αποτελέσματα. Αυτά άφηναν τους ομοφύλους των και προχωρούσαν σε ένα άλλο σημείο του ποταμού, όχι πολύ μακριά από την ξύλινη γέφυρα, όπου τα νερά ήσαν πιο ρηχά και όπου ήρχοντο, συχνά, μικρές τατάρισσες με φουντωτά σαλβάρια και νεαρές ημίγυμνες τσιγγανοπούλες για να ποτίσουν τα άλογα. Εκεί όμως ανεκόπτετο η προς τα πρόσω φορά ωρισμένων αγοριών. Τα παιδιά αυτά εφοβούντο να προέλθουν σε πράξεις πιο λυσιτελείς, αλλ’ αφ’ ετέρου δεν επεθύμουν να παραιτηθούν των μυχιαιτέρων βλέψεών των, επιστρέφοντα τελείως άπρακτα, σε μια συμβολική μέση λύση, περιοριζόμενα σε γαύρες επιδείξεις του πέους των εξ αποστάσεως, ραντίζοντας ενίοτε την χλόη και τον ποταμό, με αλλεπάλληλα αναβρύσματα λευκών σταγόνων. Τουναντίον, τα άλλα αγόρια, που ήσαν μαχητικότερα και πιο αποφασιστικά, ωρμούσαν χωρίς να ορρωδήσουν και προσπαθούσαν να έλθουν σε άμεση επαφή με τα κορίτσια, των οποίων τα ράκη επέτερεπαν να φαίνεται καμιά φορά το αιδοίον ή καποιον άλλο θέλγητρον του σώματός των, εξ εκείνων που από αμνημονεύτων χρόνων, διδασκόμεθα ότι πρέπει να καλύπτει, εν πνεύματο ενοχής, η αιδημοσύνη.  Οι μικρές τατάρισσες και οι τσιγγανοπούλες, οσάκις είχαν να κάμουν με τα αγόρια που δεν επετίθεντο, έμεναν επί τόπου και παρατηρούσαν έκθαμβες τα γεννητικά όργανα των παιδιών, με ένα κράμα λαχταριστού ενδιαφέροντος και εντρόμου περιεργείας. Οσάκις όμως είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τα πιο απαιτητικά και τα πιο τολμηρά αγόρια, που δεν εδίσταζαν να ορμήσουν επάνω τους, ετρέποντο εις φυγήν, σαν τρομαγμένα περιστέρια ή έβαζαν τις φωνές, ζητώντας βοήθεια από γονείς ή διαβάτας, οι οποίοι, καταφθάνοντας, διασκόρπιζαν τους νεαρούς κατακτητάς, με ιαχάς, πετροβολήματα και ύβρεις.
…………………………………………
Και ο Αμούρ ποτίζει πάντοτε την χώρα αυτή… Τις ατέρμονες ερημικές εκτάσεις, που ενιαχού τις σκεπάζει η τούνδρα, μέσα στη φλόγα του καλοκαιριού, και αλλού τις καλύπτουν πυκνά και παμμεγέθη δάση, τις διασχίζουν τα μικρά νευρώδη ιππάρια των νομάδων και των κατακτητών, ενώ εις τον γλαυκό αιθέρα, ταξιδεύουυν ακοίμητοι και έτοιμοι πάντοτε να επιτεθούν, γύπες και αετοί, κουρσεύοντας στο διάβα των την πανίδα των υψιπέδων. Αίφνης ένας ήχος οξύς σαν διαπεραστική κραυγή ξεσκίζει τον αέρα. Τούτη τη φορά δεν προέρχεται από ζώο που το χτύπησαν θανάσιμα τα νύχια και το ράμφος ενός αρπακτικού. Μία τολύπη σκάει στον ορίζοντα και ευθύς την ακολουθούν και άλλες πολλές αμέτρητες – τόσες που σχηματίζουν ένα σύννεφο, που το σπρώχνει και το κατευθύνει η φορά του ανέμου. Μία βοή υπόκωφη πλησιάζει και ένας γδούπος ακούεται σαν να διαβαίνει μια αγέλη από μαμούθ ή από γιγάντια ελάφια του τεταρτογενούς. Έτσι περνά ο Υπερσιβηρικός, ο χαλύβδινος ρήγας της Ασίας.

Και ο Αμούρ εξακολουθεί να ρέει, ποτίζοντας όχι μόνο τις χώρες που διασχίζει μα και ολόκληρη την ενδοχώρα εις την οποίαν εισχώρησε και που ένα μικρό της μόνο μέρος περιέχουν οι σελίδες τούτες.

Και είναι για μένα πάντοτε ο ΑΜΟΥΡ, ο ποταμός, ο Αμούρ ο Έρως: προς αυτόν θα συγκλίνουν πάντοτε και θα εκτοξεύονται πάλι από αυτόν, οι παλμοί και οι παρωθήσεις μας… Στις όχθες του θα πολεμούν και θα ειρηνεύουν, θα καταστρέφουν και θα δημιουργούν, θα κοπιάζουν και θα αναπαύονται, θα θρηνούν και αγάλλονται, θα διψούν και θα δροσίζονται όσοι από μας λέγουν το ΝΑΙ και όσοι από μας λέγουν το ΟΧΙ! Είπα πάντοτε ΝΑΙ. Πάντα και πάντοτε. Πάντα και πάντοτε θα ρέει ο ΑΜΟΥΡ, και εντός και εκτός, με την παντάνασσα ορμή του, όπως και χθες όπως και σήμερα, όπως και τώρα που πλημμυρίζει μέσα μου και ξεχειλίζει και με αναγκάζει να κραυγάσω με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου: ΑΜΟΥΡ, ΑΜΟΥΡ!!!

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα, όμως, βαθιά, η ψυχή τους λαχταράει τον παράδεισο

Έτσι, βλέπουν θαμπά τον άλλον που κοιτάει από απέναντι. Κι ο άλλος από απέναντι θαμπά πολύ τους βλέπει. Γι’ αυτό κι όλο τον γυρνοφέρνουνε φιλύποπτοι προτού διαβούν την πύλη. Συχνά, κάστρο τους φαίνεται, γι' αυτό τον πολεμούν. Καλπάζουν γύρω του με ιαχές. Σέρνουν δεμένο στο άρμα τους πιο καλό του παλικάρι. Είναι φορές που μπαίνουν στο οχυρό του και σαν ζήτουλες. Κρατούν ραβδί ή ένα κορίτσι να τους οδηγεί, τάχα τυφλούς, από το χέρι. Όμως αυτοί, μέσα απ’ τα μάτια τα μισόκλειστα, μετρούν τα πάντα. Ψάχνουν τα αδύνατα σημεία του εχθρού. Τα καταγράφουν. Φεύγουν ξανά το σούρουπο. Διασταυρώνονται στο δρόμο. Καθώς επιστρέφουν, οι σπιούνοι, ο ένας απ’ του άλλου το κάστρο. Δεν κοιτάζονται καν. Δεν μιλάνε. Ως να ’ρθει η νύχτα και να κουραστούν. Να μιμηθούν ότι ελπίζουν στην ειρήνη. Να συνθηκολογήσουν σε κρεβάτια ανομολόγητα. Απεγνωσμένοι, όλο σάρκα, μες στα αίματα. Φιλιά και κλάματα. Όρκοι και τρυφερές δαγκωματιές στην πλάτη. Και η παλάμη ν’ αγκαλιάζει ένα βυζί. [Πάνος Σταθογιάννης, Τετράδια Λογοτεχνίας]


Μα ξημερώνει, ευτυχώς, στο συρματόπλεγμα. Ο κόσμος φανερώνει όλη την ύλη του. Μπαίνουν τσιμέντα με το λυσσασμένο φως, ζητάνε λύτρα. Τεφτέρια βγαίνουν κι απαιτούνε κατακτήσεις. Μια ζυγαριά γέρνει λοξά, τους επιτρέπει τα ανεπίτρεπτα. Κι αυτό το κάστρο απέναντι – τι πρόκληση! Τι απειλή, τι ξενιτιά, τι κάτι άλλο! Πιάνουν και πάλι το σπαθί. Πιάνουν και πάλι το ραβδί του διακονιάρη.
Αλλιώς, θα έμεναν στη νύχτα εσαεί. Στον απύθμενο ίσκιο ο ένας του άλλου. Με τα μάτια ορθάνοιχτα. Νεοφώτιστοι μέσα στο σκότος. Στην ψευδαίσθηση ότι η μέρα δεν θα ’ρθει ποτέ. Να εκτελούν τα βδελυρά πειράματα, που κάνουνε – τι τρομερό!– τον έρωτα αγάπη. Κι έξω η μέρα ας δείχνει του κόσμου την ύλη ολόκληρη...
*
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα… Όμως, βαθιά, η ψυχή τους λαχταράει τον παράδεισο. Εκεί που όλα τα μάτια είναι ορθάνοιχτα κι αστραφτερά. Γι’ αυτό και με το πρώτο σφύριγμα έρχεται τρέχοντας η έρμη η ψυχούλα. Κουνάει την ουρά της. Απόγευμα συνήθως βροχερό. Κι αυτή – λιανός σκυλάκος με αυτιά πολύ αστεία. Ξαφνικά κοντοστέκεται. «Κι αν δεν», αναρωτιέται. «Κι αν δεν είναι αυτός ο ωραίος βαρκάρης; Ποιος θα κάτσει τιμόνι και ποιος στα κουπιά; Θα πνιγούμε μαζί – δύο άξεστοι. Σιαμαίοι και όχι ανδρόγυνο». Κι απομένει εκεί η ψυχή. Στον υγρό ασφαλτόδρομο. Αν και η αλήθεια της φύσης της είναι να ’ρθει πιο κοντά. Να τριφτεί και να γλείψει. Μα στο τέλος νικάνε τα τόσα «κι αν δεν». Κι αποσύρεται αχάιδευτος ο αυτούρης σκυλάκος.
Είναι που οι έρωτες ορκίζονται πως - όχι, όχι, δεν είναι απελπισία η φυγή, λύτρωση είναι. Δεν ξέρουν ότι ετούτα τα «κι αν δεν» ανήκουν όχι στην ψυχή, αλλά στα τραύματά της. Κι ότι τα τραύματά της πάει να γλείψει φεύγοντας. Την ψώρα της να τρίψει σε μια πέτρα. Χωρίς ούτε ένα χάδι ανάμεσα στ’ αυτιά. Χωρίς ψωμί στο στόμα.

Αν νίκαγε της φύσης της η αλήθεια, θα ’τρεχε καταπάνω μας με αφέλεια. Κι εμείς το ίδιο. Έτσι όπως είναι αφελή τα ωραία θηρία. Θα λεηλατούσαμε ο ένας τον άλλον, μέχρι να δούμε και οι δύο θεού πρόσωπο. Βωμοί μαζί και σφάγια. Γιατί αυτό θα πει παράδεισος – να σε κατασπαράζει η ψυχή που και εσύ κατασπαράζεις. Μυστήρια πράγματα. Οίνος που γίνεται αίμα. Πουλί που βγαίνει από τις τέφρες και πετάει. Αγάπη, δηλαδή - τι τρομερό, τι ανάθεμα!
Μακριά, μακριά από μας…
*
Α, τι καλά που οι έρωτες κρατούν τα μάτια τους μισόκλειστα… Μη δώσει ο θεός και τα ανοίξουν διάπλατα ποτέ. Θα δουν πρώτη φορά ολόκληρο τον άλλον να κοιτάει από απέναντι. Θα δουν και θα σκιαχτούν από τον πόνο του. Κι ο πόνος του θα μοιάζει με φτερό από κόνδορα. Σίγουρα βέλος θα τον πέτυχε. Σίγουρα άγριο βλέμμα. Θα στροβιλίζεται σε σκότος παγερό. Γεμάτο τρύπες.

Θα τον πονέσουν τότε για τον πόνο του. Σιγά-σιγά τα χέρια τους θα γίνουν ασημένια. Θ’ αγγίζονται και θα σταλάζουν στα πατώματα. Μπροστά σε τζάκια και πυρές χορευτικές. Κι έξω – τα δέντρα στον λευκό ανήφορο. Ζωγραφισμένα με κινέζικο μελάνι. Έξω – ομίχλες, τσίπουρα, περίπατοι. Έξω – φλουριά πρωτοχρονιάτικα.
Και –α, τι τρομερό!– θ’ αγαπηθούν.
Θα θελήσουν εκεί να ριζώσουν. Με τα μάτια ανοιγμένα διάπλατα. Να κοιτάζονται αισχρά. Να θαυμάζουν. «Κοίτα που υπάρχει και αλλιώς το εγώ μου!» να λένε με κατάνυξη. «Τι θαυμαστή απρέπεια! Τι άσμα ασμάτων!»
Και –α, τι τρομερό!– θα γίνουν τότε από έρωτες αγάπη…
***
Τελειώνουν όλοι τους με πένθος.
Τελειώνουν όλοι τους με πένθιμη οργή

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΓΥΡΕΨΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΓΥΝΑΙΚΑ
Στεκόμουνα στα τέσσερα μπρος σε μια πόρτα ανοιχτή. Άδειο το σκότος από πίσω της, μα κάτι έγνεφε εκεί, κάτι ματαίωνε για πάντα. Έλεγα μέσα μου – υπομονή, καλέ μου να δεις που θα την κλείσει αυτή την πόρτα η ανάσα σου. Με κρότο. 
Μα ήμουν τόσο δυσανάγνωστος που δεν ανάσαινα. Φοβόμουν ότι θα με παρερμήνευαν οι ένοικοί της.
Βγήκε, που λέτε, από μέσα ένας βραχνός. Αχειροποίητος σχεδόν, μια έμπνευση, μια τρύπα. «Θέλεις φτερά, μικρέ; Θέλεις το ξίφος που νικάει τα βασίλεια; Θέλεις το νόμισμα που ξέρει να μιμείται; Λέγε, τι θέλεις;»
Σκέφτηκα τότε, αν και άγουρος, ότι η νύχτα είναι νόσος ύπουλη. Βρίσκει τους μόνους και στα μουλωχτά τους μασουλάει. Γι’ αυτό και γύρεψα γυναίκα ίδια μου. Του ζώου της τα χνούδια να γυαλίσω με τη γλώσσα. Το νίτρο να μυρίσω των σπασμών της. Να λησμονηθώ. Να μεγαλώσω.
«Χα», έκανε τότε εκείνος. «Τι φοβιτσιάρης που είσαι, μάτια μου! Τι ανεπίδεκτος!» Και ξαναχώθηκε στο σκότος.
Κι όπως περίμενα μπροστά στην πόρτα την ορθάνοιχτη, να σου η μάνα μου από πίσω. Όλη την ώρα ήταν εκεί. Αθέατη. Κι έσκυβε κάθε τόσο πάνω μου και μου ’λεγε:
«Σήκω, επιτέλους, γιόκα μου! Σταμάτα πια να μπουσουλάς! Πώς θα σου βάλει έτσι ο θάνατος τρικλοποδιά; Δεν είσαι αθάνατος! Δεν είσαι!»
Κι έκλαιγε.
Και μ’ έκλαιγε.

ΑΣ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΕΔΩ, ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ...

Ας μείνουμε εδώ, στη βροχή.
Όπως ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιούνται. Βλέπω στα κατακόρυφα νερά ρούχα να στροβιλίζονται, δόντια ακίνδυνα να αστράφτουν, μάτια να μη βλέπουν τίποτα. Γιατί υπάρχουν πράγματα που είναι αιώνια. Παρότι γήινα. Το βρόχινο νερό, ας πούμε, η πέτρα που κουβαλάει ο άνθρωπος, η δόξα που αποθέτει στην κόμη μας ο έρωτας.
Μην πας πιο κάτω.
Πιο κάτω, τα νερά αγριεύουν. Γίνονται χείμαρροι. Μετά, θολά ποτάμια. Τραβάνε γραμμή για τους μεγάλους καταρράκτες. Έτσι ακούγεται – κανείς δεν επέστρεψε να μας πει αν είναι αλήθεια. Μονάχα ο θεός, αλλά αυτός δεν μιλάει. Μιμείται εξίσου καλά την ύπαρξη και την ανυπαρξία. Η ζωή είναι απλώς μία σκέψη του. Για τη δική μας ζωή μιλάω. Αν στροβιλιστούμε τώρα στη βροχή, η σκέψη του θα γίνει σάρκα. Θα την μυρίσεις πάνω μου. Θα την μυρίσω πάνω σου. Έτσι γίνεται – δεν υπάρχουν αναίμακτες θυσίες. Μα, μη φοβάσαι. Ύστερα, η βροχούλα θα ξεπλύνει το βωμό από τα κόκκινα.
Ούτε μέσα να μπούμε.
Με κούρασαν τα ασφαλή στέγαστρά μας. Δεν βρέχει εκεί. Στους χορούς μας εκεί δεν μπαίνουμε μούσκεμα.
Εκεί, μόνο φυσάει. Θυμάσαι τότε πράγματα αλλόκοτα. Κάποιους ανθρώπους που περάσαν βιαστικά από τη ζωή σου, εξερχόμενοι για λίγο από τη δική τους ζωή΄ ένα μπλε ποδήλατο που σε δυσκόλευε στις ανηφόρες΄ τρεις φόβους που για χρόνια τους ερμήνευες λάθος. Και φυσάει δαιμονισμένα από παντού. Σαν να ’ναι οι τοίχοι μας φασματικοί. Φέρνει διάφορα απέξω. Αίφνης, στο μαξιλάρι σου ανακαλύπτεις ένα ματωμένο φτερό.

Τότε είναι που χωρίζουν οι άνθρωποι.
Τη στιγμή ακριβώς που ανακαλύπτουν ότι συνορεύουν. Κάθονται και μετράνε τα πασαλάκια των ορίων. Μοιάζει να μην τους αφορά που συναντήθηκαν – εκεί, στο ξέφωτο, στους αγρούς. Τελικά, απελαύνονται εντός τους. Αναζητούν τη φύση του σώματός τους, λογχίζουν τα πλευρά τους, γνωρίζουν το καλό και το κακό. Γι’ αυτό και δεν είναι θλίψη αυτό που βλέπεις στα μάτια τους. Σάστισμα είναι. «Τι παραδείσια εξορία ο εαυτός», παρηγορούνται. Δεν θεραπεύονται ποτέ. Μόνο στον ύπνο τους φυτεύουνε μηλιές, αλλά κι εκεί σε γαίες ναρκοθετημένες γύρω γύρω.
Ξέρω – δεν βρέχει τώρα.
Όμως, μπορώ να κάνω έτσι με το χέρι το δεξί και να ’ρθουνε ευθύς τα νέφη να μας συγχωρέσουν. Όλα θα γίνουν γαλανά, υγρά και διάφανα. Ακόμα και αυτά που κάποτε ποδοπατήσαμε αλύτρωτοι – ένα μερμήγκι που έτρεχε για τη φωλιά του, τη μάσκα που ήτανε για χρόνια πρόσωπό μας, το στρώμα που, γνωρίζοντας το βάρος μας, έμαθε καλά τη γλώσσα των νικητών και των ηττημένων. Θυμήσου μόνο πού έκρυψες το γρανιτένιο σου μαχαίρι, ιέρεια. Θυμήσου μόνο ότι η ελευθερία αναρριχάται σε άλλον. Ποτέ κανείς δεν πάτησε στον εαυτό του για ν’ ανέβει ψηλά, να ανοίξει τους κρουνούς στα σύννεφα.
***
(Α, πρέπει αμέσως να συνέλθω. Να βγω μια βόλτα στη βροχή, έστω και μόνος. Μ’ έπιασε πάλι Αυτό από το χέρι σαν μητέρα. Κάπου θέλει να με πάει Αυτό. «Στην ποίηση», λέει. «Στην ποίηση». Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι Αυτό, γιατί είναι αόρατο. Μονάχα ως γλυκασμό το αισθάνομαι. Λέω συχνά πως είναι πνεύμα αγαθό, ας το ακολουθήσω. Μετά όμως αμφιβάλω. Με γλυκασμούς μας παρασέρνουν και τα πνεύματα τα πονηρά. Κι αν μπω στην ποίηση με Αυτό ξεναγό, αν γίνω όργανό του, θα σπείρω στον κόσμο δυνάμεις ανεξέλεγκτες. Γιατί η ποίηση είναι χρησμός που επαληθεύεται. Γίνεται ειμαρμένη. Πώς ν’ αναλάβω τέτοια ευθύνη; Γι’ αυτό και κρατιέμαι μακριά από δαύτη. Στυλώνω το πόδια μου σε Αυτό. Πιάνω μιαν άκρη και μιλάω. Λέω τα δικά μου. Λέω μόνο λόγια. Γιατί όλα πρέπει να ειπωθούν. Τα πιο ταπεινά κυρίως. Όμως εσύ να έρθεις. Να σε χορέψω, να με χορέψεις στη βροχή. Όχι στην ποίηση. Σπάνια εμφανίζομαι πλέον εκεί.)


[ΠΗΓΗ: Πάνος Σταθογιάννης, μικρές Ιστορίες από το τη σελίδα του στο FB και το e-περιοδικό ΓΡΑΦΗ/ Τετράδια Λογοτεχνίας – Ο Πάνος Σταθογιάννης γεννήθηκε στα Λευκάκια Ναυπλίου, σπούδασε δημοσιογραφία και έκανε μεταπτυχιακά σε ζητήματα Κοινωνιολογίας και Μαζικής Επικοινωνίας, Έγραψε ποιήματα, στίχους για τραγούδια, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια κ.ά. Πεζά και ποιητικά του κείμενα έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, σουηδικά, ρωσικά, βουλγαρικά, λιθουανικά, αραβικά. Κάποιο τίτλοι από τα βιβλία του: Ο ΓΡΑΦΙΑΣ (2013), ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙ ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ (2008), ΑΦΗΣΤΕ ΛΙΓΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ, ΚΥΡΙΕ ΚΑΦΚΑ (2004), Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΘΥΜΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (1995), ΤΟ ΜΟΒ ΓΟΗΤΕΥΕΙ ΤΑ ΣΑΚΙΓΚΑΡΙΑ (1993) κ.ά]

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (σχέδιο ενός προφητικού μυθιστορήματος)

Όσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήταν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για το λόγο του και για τη χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλοι μαζί παλαμάκια. Γριές που είχαν δει αμέτρητες φορές παρόμοια γεγονότα, που είχαν ζήσει σφαγές αλώσεις, προσφυγές, επιδρομές κάθε λογής βαρβάρων ή πολιτισμένων, διωγμούς και εξανδραποδισμούς, πόλεις ακμαίες και φουντωμένα δάση και κάμπους μεστωμένους να καίγονται σαν τα δαδιά και να μη μένει τίποτα όρθιο από τους μόχθους γενεών και γενεών, να στήνονται πενήντα πενήντα μπροστά σε εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο για να αφανιστεί ο σπόρος της ζωής μέσα τους, και τα νερά να γίνονται κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο απ’ το αίμα, κι ανθρώπους να τρελαίνονται απ’ τις αβάσταχτες συμφορές και να τρέχουν κατάμαυροι απ’ τα δάκρυα από δω κι από κει ουρλιάζοντας σαν τα τσακάλια και σχίζοντας τα μάγουλά τους μέσα στον αδυσώπητο ίλιγγο της αποκάλυψης του πύρινου κενού της ζωής και στον εφιάλτη της υπέρβασης εκείνου του ορίου που την κάνει τόσο ανυπόφορη όσο και μια χούφτα αναμμένα κάρβουνα χωμένα μες στο στόμα, γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πουν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ’ αυτοκίνητα, αντί να σηκώνουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άνδρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι (…)   

Τα νήματα που πλέκουν το σχοινί για τον πνιγμό και τη σωτηρία είναι: ο χωρισμός των φυλών, η στειρότητα, η άσκοπη φυγή, η στράτευση, ο παντοειδής πόλεμος, οι σπαρτοί εχθροί, η ερωτική ανατροπή, η ήττα, η κατοχή, η υποδοχή του φόνου, η εξαγρίωση της αμαρτίας και της αρετής, και ο άνδρας, το ανδρογύναιο, η γυναίκα σφίγγοντας τη ζωή με τα δόντια, ένα κομμάτι αιμόφυρτου λόγου (από το ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ του Δ.Ν. Μαρωνίτη για το ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ)

α] Μεσαίωνας της Μήτρας: πυρπολισμοί δημοσίων κτιρίων, καταστροφές μνημείων και εθνικών συμβόλων, δολοφονικές επιθέσεις εναντίον προσώπων που τα θεωρούσαν υπεύθυνα για το κακό που τους είχε βρει…



 (…) Τη χρονιά εκείνη, καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί. Αυτό συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, μέχρι που συμπληρώθηκε γενιά χωρίς καμιά γενιά καινούργια γενιά να ’ρθει στον κόσμο (…) Εκτός από ολιγάριθμες εξαιρέσεις βίαιων αντιδράσεων σ’ αυτή τη ξεθεμελιωτική συμφορά που πολύ αργότερα ονομάστηκε Μεσαίωνας της Μήτρας………………………………

το σώμα δεν άντεχε πια να σηκώνει το βάρος εκείνου του άλλου σώματος, του πολυκέφαλου και αξεδίψαστου, του αΐδιου και άναρχου και ενικού, που χτυπιέται μέσα σε κάθε σώμα με εξωφρενικές και άσπλαχνες διαθέσεις (…) Γιατί ο πόλεμος που, με σύντομα διαλείμματα παραπλανητικής εκεχειρίας, κρατούσε πάνω από χίλια χρόνια, είχε πάρει τους τελευταίους μήνες μια τελεσίδικη τροπή

Κι όταν ένα πρωί μαθεύτηκε η αυτοκτονία δύο στρατηγών συγχρόνως, του ενός μάλιστα μπροστά στους στρατιώτες του την ώρα της πρωινής επιθεώρησης, δεν αμφέβαλλε κανείς πια ότι ο εχθρικός στρατός θα περνούσε απ’ ώρα σε ώρα τα σύνορα και θα ’κλεινε με αυτόν τον τρόπο μιαν υπόθεση που κρατούσε σε εκκρεμότητα έναν ολόκληρο λαό εξουθενωμένο απ’ την πλέξη της ίδια του της ιστορίας κι ανίκανο πια ν’ αντισταθεί στα πιεστικά κελεύσματα μιας ενστικτώδους εγωπάθειας και μιας ανεξέλεγκτης αλλά συνειδητής περιφρόνησης προς καθετί που συνεργούσε στην επιβίωση του έθνους………………………

Θα νόμιζε κανείς ότι από τη μια στιγμή στην άλλη (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στον φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου μετά την αναγγελία πως κατέρρευσε το νότιο μέτωπο, επιβεβαίωση που επισφραγίστηκε με το λόγο του Προέδρου της Δημοκρατίας – σε τόνο αυστηρό και δήθεν μεγαλοπρεπή (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ ενώ χιλιάδες κοπρόσκυλα κάθε λογής τραβάνε με τα δόντια τους τη σκατωμένη του πορφύρα γρυλίζοντας εν χορώ τον τέως εθνικό ύμνο της Βασιλίδος που τώρα ξετσίπωτα –μια σκάρτη Ανδρομάχη- περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι νιώθοντας αχόρταγα μέσα στο γανωμένο κόλπο της τη σιδερένια βάλανο των νέων κυρίαρχων της Γης), υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος, και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας.

β] Εκείνες τις στιγμές δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα

(…) Εντωμεταξύ, τίποτε πια δεν μπορούσε να μείνει κρυφό, και μολονότι τα νέα που έφταναν ήταν αντιφατικά και συγκεχυμένα προκαλώντας αλληλοαναιρούμενες εξάρσεις στα πλήθη ποτέ δεν έφερναν έναν αέρα αισιοδοξίας το αντίθετο, οι ελπίδες όλο λιγόστευαν, (τις στιγμές εκείνες, τίποτε δεν υπήρχε πιο αόριστο από τη λέξη ελπίδα και τίποτε πιο σκοτεινό απ’ το νόημά της), ώσπου μαθεύτηκε πως είχε καταρρεύσει και το ανατολικό μέτωπο, κι αυτό έκανε τον κόσμο να επιταχύνει την κίνησή του προς τα βόρεια. Μέσα στο γενικό χάος, η κίνηση αυτή είχε τη θέση της γιατί ήταν μια κίνηση καθαρής απελπισίας με τάσης συγχρόνως αυτοκαταστροφής κι αυτοσυντήρησης αφού η χώρα ήταν κυκλωμένη απ’ όλες βέβαια τις μεριές μα είχε και τις βουνοκορφές της στα βόρεια που πρόσφεραν για λίγο την αυτοανακουφιστική ψευδαίσθηση του απόρθητου καταφύγιου, όμως, καθώς δεν είχε καμιά διέξοδο προς τη θάλασσα, το αίσθημα της ασφυξίας ξαφνικά και του αδιέξοδου, της παγίδευσης, της περίσφιγξης, του κλοιού, του πνιγμού, έκανε τα πλήθη, κι εκείνα που είχαν παραμείνει στις πόλεις κι εκείνα που είχαν κατακλύσει όλα τα περάσματα προς τα βουνά, να στριφογυρίζουν αφανώς γύρω από τον εαυτό τους μέχρι που κάποια στιγμή όλοι ανεξαιρέτως σταμάτησαν και περίμεναν, σαν ένας άνθρωπος που δεν τον παίρνει ο ύπνος κι οργώνει προς όλες τις κατευθύνσεις το κρεβάτι του προσπαθώντας ν’ αποφύγει το αίτιο της αϋπνίας, αλλά συνεχώς ανακαλώντας το με τους ανεπαρκέστατους, τους τραγικά ατελέσφορους εξορκισμούς του, ώσπου ξεθεωμένος, λαχανιασμένος, στέκεται δέσμιος του μπερδεμένου νήματος της ανημπόριας του, σαν να τον έδεσε αυτή η ίδια

και τότε έρχεται σαν ευαγγελισμός εκείνο που θα ’ρχόταν πιο νωρίς, στην ώρα του, αν δεν είχε καταβληθεί τόση ξέφρενη προσπάθεια να γλυτώσει η ψυχή το μεσονύκτιο μαρτύριό της προτού δοκιμαστεί μέχρις εσχάτων απ’ αυτό (…)

Εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα. Όλοι μαζί, σα μια ψυχή, ένιωθαν την ανάγκη ν’ αφεθούν σε κάτι που θα χιμούσε απάνω τους και θα τους χάραζε με ανεξίτηλα σημάδια, ένιωθαν την ανάγκη ν’ αλλαξοπιστήσουν, να περάσουν σε μιαν άλλη διάσταση, να υποστούν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, ν’ απαρνηθούν τη γλώσσα τους, να κυλιστούν στην ντροπή και στον εξευτελισμό, να ξεγυμνωθούν μπροστά σε όλους και ν’ αρχίσουν νε λένε και να κάνουν αυτά που πριν θα τα αποκαλούσαν φοβερά,
……………………………………………………………………….
Και όπως μαραζώνει, φτύνοντας αίμα, μια ψυχή και εκλιπαρεί στις ώρες της διαύγειας της, να την ποτίσουν με κάτι πολύ δυνατό για να ξεχάσει το μαρτύριο της να μην το νιώθει, ή να τη βοηθήσουν να ξοφλήσει μια ώρα αρχύτερα για να πάρουν τέλος τα σεκλέτια της γιατί δεν είναι αυτό ζωή, έτσι ακριβώς και η χώρα ολόκληρη ένιωθε να εισβάλει μέσα της, με τη διεισδυτική ικανότητα πολιορκητικού πέους, ο ξένος στρατός σα μια δύναμη ικανή να τη γλιτώσει από τον βραχνά που ήταν για την ίδια ο εαυτός της, σα μια βίαιη κι ακαριαία επέμβαση γιατρών πάνω στο σώμα που χτυπιέται από τους πόνους…
όταν επέρχεται ο στιγμιαίος κορεσμός με τη χαλάρωση της ζώνης του απόλυτου και τυφλού πόθου αλλά προσμένει δίπλα τους ο άνδρας ή ο Θεός έτοιμος, έπειτα από τη συγκλονιστική κρίση, για την επόμενη προσφορά της αβυσσαλέας δύναμής του που μόνο με μια εξοντωτική απουσία συγκρίνεται.

Όποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας, όπως δεν μπορεί να καταλάβει κι εκείνος που δεν έχει νιώσει το ίδιο το κορμί του ανύπαρκτο ανενεργό, ανυπόληπτο, ανεπιθύμητο, ανυπόστατο κι ανύπανδρο, με την περιβόητη κινητήρια δύναμή του κομμένη σύρριζα και ξεκομμένη απ’ το εσώτατο πυρ της συγκίνησης. Μα και το ν’ αντικρίζεις έναν τόσο πλατύ θάνατο σαν αυτό το σύσσωμο του έθνους, ισοδυναμεί με το να εξαντλείς ολόκληρη τη ζωή, τη ζωή της μέρας όμως, γιατί η άλλη ζωή, εκείνη που ξεκινάει ασύλληπτα, ανεννόητα απ’ την ασύλητη μήτρα της νύχτας, είναι το ανεξάντλητο, ο βαθύς θάνατος, αυτό που μπορεί να παρομοιαστεί με την υπερθετική στίλβη της ομορφιάς ενός ώριμου εφήβου σε διαρκή σύγκορμη, μέσα κι έξω, στύση που δεν αφήνει σε ησυχία καμιά ανθρώπινη καρδιά, οδηγεί σε απονενοημένες πράξεις, σε εθνικά μποτιλιαρίσματα, διασαλεύσεις των εθνικών πλαισίων και σε κραυγές του είδους:
…………………………………………………………….
γ] Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα

(…) Ήταν τόσες πολλές οι λιποταξίες απ’ τα δύο μέτωπα που είχαν καταρρεύσει, τόσες πολλές οι περιπτώσεις ριψάσπιδων ή απλώς «δειλών» αλλ’ αποφασισμένων να μη θυσιάσουν ούτε μια σταγόνα απ’ το αίμα τους, ούτε ένα δευτερόλεπτο απ’ τη ζωή τους για την πατρίδα: - ώστε έπειτα απ’ την πρώτη απορία, διαμαρτυρία κι αγανάκτηση του άμαχου πληθυσμού που κατά βάθος ένιωθε μιαν ανείπωτη αγαλλίαση μπροστά σ’ αυτή την ηθική ανατροπή, το ρίξανε όλοι στο καλαμπούρι κι άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορα βλάστημα ανέκδοτα που περνούσαν όλη την Ιστορία και τους δαφνοστεφείς πρωταγωνιστές της γενεές δεκατέσσερις και προκαλούσαν με τις εύστοχες και ωμές περιγραφές τους ακατάσχετα γέλια.
Εκείνες τις ώρες πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά η μετάβαση απ’ τον έναν κύκλο στον άλλο, αμετάκλητα

Με το γέλιο. Έτσι, κανέναν απολύτως δε βρήκε απροετοίμαστο η είδηση πως όπου να ’ναι θα υποχωρούσαν και τ’ άλλα δύο μέτωπα, έφταναν μάλιστα από παντού λιποτάχτες, βρώμικοι, κουρελιασμένοι, με γένια πολλών εβδομάδων, θεονήστικοι κι αγριεμένοι, ξεζουμισμένοι απ’ τη βδέλλα της εμπόλεμης ζωής, πατικωμένοι απ’ το πέλμα του πολέμου, που, χωρίς να κρύβουν την πράξη τους, ίσα ίσα διαλαλώντας την χωρίς μισόλογα, εξιστορούσαν διάφορα περιστατικά, με ύφος ήρωα, για την, «εκατό τοις εκατό δικαιολογημένη», όπως έλεγαν, χεζούρα και αηδία των στρατιωτών ……………
κυρίως όμως είχαν να λένε για τη ψυχική διάλυση που επικρατούσε σε όλες τις γραμμές, για τους φόνους που γίνονταν μέρα μεσημέρι για ένα πιάτο παλιοφαϊ ή για τις τσούπρες των διπλανών χωριών που, λες και ήταν βαλτές οι κουφάλες, έσπερναν τη διχόνοια ανάμεσα στους στρατιώτες και την αντιζηλία πηγαίνοντας, οι λιμασμένες, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο
……………………………………………………………………..
(Γιατί ο κόσμος των πεθαμένων είναι το υπέρλαμπρο και ζοφερό ναυάγιο που, πολλές χιλιάδες οργιές κάτω απ’ την ασημένια λουρίδα του νερού, μας κρατάει κλειδωμένους στην κοιλιά του και μας παρέχει, σε ώρες δυσβάσταχτης κι αδιέξοδης οδύνης, τη δυνατότητα να σκαρώνουμε παρομοιώσεις που με τον ακραιφνώς εικονικό τους χαρακτήρα ανακουφίζουν το αίμα από το μανιασμένο παφλασμό του πάνω στα έρημα γυμνά τους κόκαλα…

Τι άλλο είναι ο παράδεισος, τουλάχιστον για εκείνους που υφίστανται την απάτη και τον μαγνητισμό της ύλης συνειδητά, παρά τον πολυπόθητο και σπανιότατα κατορθωτό πέρασμα της ψυχής από την αφασία της γλώσσας στο παλλόμενο, γεώδες, αχειρότμητο κι αλάξευτο βασίλειο των λέξεων, εν ζωή; Η αθανασία είναι οι λέξεις. Η βασιλεία των ουρανών είναι μια ψυχή ομιλούσα αχαλίνωτα) (…)

Θα χρειαζόταν πολλοί τόμοι για να χωρέσουν τα όνειρα και οι παραισθήσεις όλων εκείνων των στρατιωτών, που μόλις έβγαιναν από τον παροξυσμό των κρίσεων τους, κάθονταν και λέγανε ο ένας στον άλλο τι τράβηξαν, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που θέλει να μεταγγίσει στου άλλου την ψυχή εκείνο που βαραίνει τη δική του.

Απ’ τις πιο συχνές (γιατί υπήρχε μια κοινότητα ονείρων και παραισθήσεων) ήταν η περίπτωση που ο φαντάρος ένιωθε το ζωστήρα του ν’ αρχίζει ξαφνικά ν’ ανεβαίνει απ’ τη μέση στο λαιμό του και να τον σφίγγει τόσο δυνατά που ορισμένοι κόντευαν στ’ αλήθεια να σκάσουν κι έβγαζαν ξύπνιοι απάνθρωπα ουρλιαχτά σφαδάζοντας καταγής, «ώσπου να φύγει, όπως έλεγαν, η μαύρη γάτα από άνω τους» Άλλοι πάλι, εκεί που κάπνιζαν, έβλεπαν το ίδιο τους το χέρι να υψώνεται με μια ακαταμάχητη κίνηση σα να το κινούσε μια χθόνια δύναμη, να πλησιάζει με τη σιγουριά μοιραίου κακού στο πρόσωπό τους και να σβήνει το τσιγάρο μες στο μάτι τους.
……………………………………………………………………….
Δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που περίμεναν με φρίκη τη νύχτα γιατί κάποια στιγμή, γύρω στα βαθιά μεσάνυχτα, φούντωνε πίσω απ’ τα κόκαλα του κρανίου τους ένα βουβό κύμα κι ένιωθαν τον ουρανό να συσπειρώνεται ολόκληρος μέσα τους κάνοντας το κεφάλι τους να σφύζει από γαλαξίες κι αχανείς εκτάσεις που η διαπεραστική τους σιωπή τους πίεζε να βγάζουν άναρθρες κραυγές και να χτυπιούνται στα κρεβάτια τους σε σεληνιασμένοι. (…)

Γενιές ολόκληρες φαντάρων αποδεκατίστηκαν από τα ίδια όλοι όνειρα που έρχονταν και ξαναέρχονταν με το πείσμα της απελπισμένης προσπάθειας που καταβάλλει μια ερωτευμένη καρδιά για να σταλάξει σε μια άλλη ακατάδεκτη καρδιά τον έρωτά της, κι έβλεπες αμούστακα φανταράκια ν’ αφηγούνται τα ίδια όνειρα που είχαν δει πριν από πολλά χρόνια, και τα ’βλεπαν ακόμα, γέροι φαντάροι, αιωνόβιοι, που είχε λιώσει το χακί επάνω τους κι αυτοί είχαν λιώσει μέσα στο χακί: έβλεπαν πως τους κυνηγούσε ολόκληρο το χωριό τους κι αυτοί έτρεχαν να κρυφτούν κι έτρεχαν και το χωριό έτρεχε από πίσω τους κι όλο τους έφτανε κι όλο του ξέφευγαν κι ήταν σα να έτρεχαν χωρίς να τρέχουν, με μια υπέρτατη αγωνία μες στο στήθος, και κάποια στιγμή, μ’ ένα ξαφνικό πέρασμα που μόνον η φρίκη το πετυχαίνει, έπεφταν όλοι οι συγχωριανοί τους πάνω τους και τους ξεσκίζανε κι έπαιρναν ο καθένας από ένα κομμάτι και πετούσαν τα κόκαλα στα σκυλιά κι έβλεπαν πια μόνο τα κόκαλα μέσα στο στόμα τω σκυλιών κι αυτά τα στόματα γεμάτα με τα ίδια τους τα κόκαλα τους έκανε να τινάζονται αλαφιασμένοι μες στον ύπνο τους με δύσπνοια και με την αίσθηση του ροκανίσματος του σκελετού τους μες στο ίδιο τους το στόμα.

Ή εκείνο το άλλο πως ήταν καθισμένοι μες στην τάξη του σχολείου κι ο δάσκαλος τους έκανε μάθημα ιστορίας κρατώντας ένα τεράστιο μαχαίρι ανάμεσα στα πόδια του, και το παράθυρο το σκέπαζε το ταλαντευόμενο σώμα ενός απαγχονισμένου μαθητή που η ρεύση του έτρεχε ακόμα απ’ την άκρη του λασπωμένου παπουτσιού του και ξαφνικά άνοιγε η πόρτα κι έμπαινε μια πανύψηλη γυναίκα που τα βυζιά της κρέμονταν ως κάτω στα σάπια σανίδια και πλησίαζε έναν έναν τους μαθητές και τους φιλούσε παράφορα στο στόμα κόβοντας με τα πριονωτά της δόντια ένα μεγάλο κομμάτι από τη γλώσσα τους που μετά το έφτυνε σκουπίζοντας τα αίματα με μια σημαία που είχε δεμένη στη μέση της κι όταν τελείωνε τα φιλιά, γύριζε στο δάσκαλο, το πρόσωπό της τότε γινόταν σαν από θειάφι, το σώμα της έκαιγε σαν το πυρωμένο σίδερο μα και βρωμούσε σαν ψοφίμι, έπαιρνε το μαχαίρι που κρατούσε ανάμεσα στα πόδια του, τον έβαζε να γονατίσει του ’κοβε το κεφάλι και, πιάνοντάς το απ’ τα μαλλιά, το σήκωνε τόσο ψηλά που γκρεμιζόταν το ταβάνι και τα μάτια του αποκεφαλισμένου σπίθιζαν τόσο διαπεραστικά που σου άναβαν τα μάτια, κι ύστερα εκείνη έχωνε το κεφάλι μες στο στόμα της κι άρχιζε να το μασάει και να το μασάει, μ’ έναν αβάσταχτα γλοιώδη τρόπο… (…)

Πολλοί τρελάθηκαν. Πολλοί έπεσαν σε ανίατο μαρασμό που τους έκανε να σέρνονται σαν ξεβιδωμένες ψυχές ανάμεσα στα σκουριασμένα τανκς και στις τέντες με τα ανύπαρκτα πυρομαχικά. Οι απόπειρες αυτοκτονίας δεν είχαν πια σταματημό, κανείς δεν ήταν πια σε θέση να υπολογίσει τον αριθμό τους. Δίπλα σε κάθε στρατόπεδο, μικρό ή μεγάλο, είχε με τον καιρό σχηματιστεί κι από ένα νεκροταφείο που δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα βαθύ σκάμμα όπου πετούσαν κάθε τόσο τα καινούργια πτώματα σκεπάζοντάς τα με μερικές φτυαριές χώμα, μόνο και μόνο για το φόβο των ορνέων ……………………………..

Οι λέξεις είχαν ξεφύγει οριστικά απ’ τη δικαιοδοσία των πολιτικών και των στρατιωτικών που δεν ήξεραν πια με τι να καμουφλάρουν μια πραγματικότητα που πρώτα αυτούς τους ίδιους άρχισε να τρομάζει σπέρνοντας σ’ αυτές τις αδυσώπητες, αδίσταχτες, αδιάντροπες, αδάκρυτες καρδιές τον υπονομευτικό φόβο του απείρου, της μοναξιάς και του θανάτου, κι έκαναν την εμφάνισή τους κρούσματα

πρωθυπουργών και υπουργών που δεν έπεφταν για ύπνο αν δεν ήταν βέβαιοι πως όλη τη νύχτα θα τους κρατούσε το χέρι ο καμαριέρης τους και λέρωναν το βρακί τους την ώρα των συνεδριάσεων του υπουργικού συμβουλίου επειδή έβλεπαν μπροστά τους ξαπλωμένο πάνω στο μακρύ γυαλιστερό τραπέζι το ίδιο τους το πτώμα σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης, ντυμένο με την απροκάλυπτη γύμνια της απόλυτης εκμηδένισης, ή κρούσματα αξιωματικών, κυρίως ανωτέρων, που δεν μπορούσαν πια να μένουν μόνοι τους σ’ ένα άδειο δωμάτιο, έτρεμαν το σκοτάδι κι άνοιγαν συνεχώς συζητήσεις πάνω στο θέμα της διαλυόμενης, όπως έλεγαν, σκόνης στην οποία θα καταλήγαμε «μέσα σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού». (…)

δ] Μεταφυσικές του Δόγματος σε μια αιωνιότητα αμείωτου κενού της Συνειδητής πολυσχιδούς Σχιζοφρένειας

(…) Και τη χρονιά εκείνη που καμιά γυναίκα δεν έπιασε παιδί κι οι άνδρες στέκονταν δυο δυο στους δρόμους και τα καφενεία κι έφτυναν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου σα να ’φτυναν όμως ο καθένας το δικό του πρόσωπο κι έπειτα φεύγανε αγκαλιασμένοι και ζευγάρωναν μεταξύ τους σε σκοτεινά υπόγεια ή χλιαρά πλυσταριά όπου δεν μπορούσαν να τους ανακαλύψουν οι ξέφρενες γυναίκες με την επιδημία της ακαρπίας σφηνωμένη στα σπλάχνα τους – τους έψαχναν στα μπορντέλα και τα μπαρ, κι αυτό το ψάξιμο το μάταιο τις έκανε ακόμα πιο όμορφες, πιο λιμπιστερές, πιο μαγνητικές, πιο γυναίκες, πιο ικανές να προκαλέσουν ξέφρενους έρωτες, πιο απαλές, τύλιγε τις ανιχνευτικές κινήσεις τους με μια μαρμαρυγή απελπισίας που χαραζόταν στο μυαλό του θεατή και δεν έφευγε ποτέ, γιατί με αυτό το ψάξιμο οι γυναίκες κατάλαβαν πως υπάρχουν πολλών ειδών απελπισίες και πως ένα είδος τους ανήκει αποκλειστικά και στους αιώνες –

τη χρονιά εκείνη έγιναν οι περισσότερες συνωμοσίες στα ανώτατα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχθηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιος της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες κι εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με τη βοήθεια των αλληλοκαθρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι από αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία, (…)

οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη μ’ ένα πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τους έβγαλαν από τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν τη χώρα απ’ την ολοκληρωτική της εξαφάνιση, (…)

φανατισμένοι λόγιοι έβγαιναν στα μπαλκόνια τους και παρακινούσαν τα σαστισμένα πλήθη ν’ απαρνηθούν τη ζωή, να τρέφονται μόνο με ρίζες και ν’ αναπαράγονται πλαγιάζοντας με ακρωτηριασμένα αγάλματα, μέσα σε μια συναισθηματική κι ιδεολογική παράκρουση όμοια μ’ εκείνων που προσπαθούσαν να επέμβουν στην καυτή πραγματικότητα για να την αλλάξουν ριζικά εφαρμόζοντας πολιτικά προγράμματα που ήταν επινοήσεις άλλων εποχών…

Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μοναχικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων. (…) Δημιουργήθηκαν νέες παρανομίες των ενστίκτων, ενώ οι προαιώνιες έπαψαν πια ν’ αποτελούν αιτίες χλεύης κι αναγορεύτηκαν σε στυλοβάτες της κρατικής πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής. (…) Νομιμοποιήθηκε πια το έγκλημα αποτελώντας πια τον άξονα κάθε δημόσιας και πάνδημης εκδήλωσης. (…) Πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα των παράφορων ερώτων και των απροκάλυπτων ιλιγγιωδών ερωτικών εξομολογήσεων και προσφορών. (…) Όλοι ανακηρύχθηκαν άγιοι κι άρχισαν ν’ αλληλολατρεύονται.

Οι λέξεις απόκτησαν μια πρωτοφανή ένταση κι έτσι όλοι σκέφτονταν πολύ ποιες θα χρησιμοποιήσουν, γιατί ορισμένες μπορούσαν τώρα να κάψουν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα

Μια προσευχή: «Ω ανθρώπινο σπέρμα, εσύ που είσαι η πηγή όλων των ζωτικών εκλύσεων και βεβηλώσεων, ω σάλιο που μοσχομυρίζεις σάρκες ριγηλές με τις αιχμές της ανατρεπτικής ομορφιάς και της ερωτικής μανίας, ω σώμα που ένα σώμα σφύζον σαν εσένα θα ’θελα να ’ναι το τελικό μου φέρετρο για να ανασαίνει γύρω μου το αίμα σου και η λαχτάρα της κατάκτησής σου να γίνει το απόγειο κι η στέψη του θανάτου μου, κι ω λαβύρινθε  της αχανούς πολύκλαδης ψυχής μου που με παιδεύει με τ’ αδηφάγα πλήθη της, ως πότε, ζώο ριζοφάγο, γεωχαρές, βορβορόφιλο, θα κλείνεσαι μες τη σαπίλα και στη δίνη των ρηχών ανταποδόσεων, ως πότε θα με εμποδίζεις εκουσιακούσια να πατήσω σ’ εκείνο το σημείο απ’ όπου θα ’χω πια την αντοχή να δίνω σ’ όλα τα πρόσωπα φωνή, πρόσωπο σ’ όλες τις φωνές; Ω σιωπή μεγάλη σαν το βαθύ λαμπύρισμα των άστρων, σώσον με…»

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠ’ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΗΤΤΑΣ: Το όνομα της χώρας άλλαξε. Το νέο δε θύμιζε σε τίποτε το παλιό

Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει και τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει, κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων…

Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άνανδρων γαμιάδων και ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη ψειριάρα, φαρμακοδόντρα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν την μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη γκαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακοχρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, τη μισώ

αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σαν σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια…

Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άνδρας… Μας τα πήρε όλα αυτή… Τι θα μείνει όμως από αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είναι αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτα από μας;… Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα. (…)