Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΙΕΡΗΣ ΑΡΑΣ, Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΓΚΙΚΙΩΜΟΥ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΥΨΙΣΤΗΣ ΥΒΡΕΩΣ:

Με φύτεψαν αιώνες πριν αλογάριαστους χθόνιοι θεοί. Ούτε από πατρικό χάδι ξέρω, ούτε από μητρική στοργή. Έτσι ορφανό κι ολομόναχο πορεύτηκα μέσα στο χρόνο. Πάντα περήφανο κι αγέρωχο και φορτωμένο μπερεκέτια ατέλειωτα που χόρτασαν λαούς και λαούς.  Οι πιο κοντινοί μου γείτονες είναι οι ουράνιοι θεοί. Εκείνοι ορίζανε παλιά τα πεπρωμένα μου. Όποτε μου ’κλειναν το μάτι, με φώτιζαν ολόκορμο και μ’ έκαναν ν’ αστράφτω. Όταν είχαν σεκλέτια, με φυλάκιζαν σε καταχνιά απροσπέλαστη. Άλλοτε μ’ έλουζαν με καταρράκτες νερού κι άλλοτε ξεφλούδιζε τη σάρκα μου ο ήλιος κι έμενα φαλακρό κι ολοτσίτσιδο να με δέρνουν τα ξεροβόρια [Θωμάς Κοροβίνης, ΤΟ ΒΟΥΝΟ, από τη συλλογή ΤΙ ΠΑΘΟΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ και άλλες ιστορίες, εκδόσεις ΑΓΡΑ 2014] 


Προτού να φτιάξουν τις πολιτείες οι άνθρωποι, δεν κοτούσαν να με ζυγώσουν, γιατί με λογάριαζαν κι εμένα σαν ένα μικρό αυτεξούσιο και κραταιό θεό. Κι επειδή τους κερνούσα σπάταλα τα δώρα μου, έδιναν ισόβιους όρκους πίστης και σεβασμού ότι ποτέ δε θα με πειράξουν και θα με προστατεύουν σαν ό, τι πιο ιερό στον κόσμο. 

Με τον καιρό, όταν ξεκίνησαν οι μεγάλες φατρίες να μάχονται για την κυριαρχία της γης, οι ταπεινές φυλές εύρισκαν καταφύγιο στις κατωφέρειες, σε απόκρημνες σπηλιές, σε ευρύχωρα λαγούμια και σε απρόσιτες σκάφες στα ριζά μου. Άρχισαν να χτίζουν κατοικίες με πρώτη ύλη απ’ τις δεντρόφυτες πλαγιές μου και φερτή ύλη απ’ τα αστείρευτα ποτάμια μου. 
Οι κρυστάλλινες πηγές μου, γάργαρες και κελαρυστές, μιλούσαν και τραγουδούσαν πιο όμορφα απ’ τους ανθρώπους. Σε μια τέτοια πηγή βάφτισε η Θέτις τον μοναχογιό της, στο νερό της τ’ αθάνατο, κρατώντας τον αψήφιστα απ’ τη φτέρνα. Τα ξωτικά κι οι νεράιδες δε μ’ άφησαν ποτέ τις νύχτες της ερημιάς μου ασυντρόφιαστο και τα φεγγάρια, πότε στη χάση, πότε στη φέξη τους, μου ’στελναν στα όνειρά μου τα φιλιά τους και με κρατούσαν σ’ έναν οίστρο ερωτικό.
 

Σιγά σιγά κάποιες φυλές που τις κουμαντάριζαν η αψάδα κι η αχορταγιά μπήκαν στον πειρασμό ν’ ανεβούν πιο ψηλά, να ανακαλύψουν όλα μου τα μυστήρια και να με φτάσουν ως την κορφή. Στην αρχή τρυγούσαν τα φρούτα και ξερίζωναν τα χόρτα μου. Κυνηγούσαν τα ωραία μου ζαρκάδια, τις αλεπούδες και τους σκαντζόχοιρους. Οι αρκούδες μου χτυπήθηκαν στις νεροφαγιές σκύβοντας να ξεδιψάσουν, τα τομάρια τους γδάρθηκαν για να γίνουν ζεστές φορεσιές. Ύστερα τους μιμήθηκαν κι άλλοι, που απέκτησαν τα χούγια τους κι αποθρασύνθηκαν. Τα λημέρια μου πατήθηκαν, οι στέρνες μου μαγαρίστηκαν, οι χείμαρροί μου πήραν να στερεύουν. Οι δρακόλιμνες που βασίλευαν στα οροπέδιά μου φαρμακώθηκαν. Οι καστανιές μου έγιναν έπιπλα για τα σπίτια, τα πλατάνια μου μαδέρια για πλωτά σκάφη, οι οξιές μου μανίκια για κιθαρομπούζουκα. Τα τορνευτά πλευρά μου πελεκήθηκαν, λαξεύτηκαν άτσαλα και μεταμορφώθηκαν σε άγαρμπα νταμάρια. Έχωναν μπαρούτι σε φουρνέλα και τρυπούσαν την ραχοκοκαλιά μου ως το μεδούλι μου. Ποτέ τους δεν αναρωτήθηκαν πως άντεξα σε τόσο πόνο! Όλες αυτές οι πηγές που στάζουν απ’ το σώμα μου είναι οι παλιές μου πληγές που δεν κλείνουν!
Έβαλα μεράκι βαθύ και μ’ έπαιρνε κάθε τόσο το παράπονο. Πώς να τα βγάλω πέρα με τις άπληστες ορδές των απογόνων εκείνων των πρωτανθρώπων που οι καινούριοι τους έλεγαν άγριους, οι αγριάνθρωποι, και που όταν έκαναν και καμιά ζημιά οι καψεροί, την έκαναν για να παλέψουν με τις μάστιγες των καιρών εκείνων, των τόσο μακρινών, που οι νέοι άνθρωποι με τα εξελιγμένα εργαλεία τους, όσο και να μελετούν, δε θα μπορέσουν να φτάσουν ποτέ στην αρχική φύτρα της γέννησής τους. 

Είμαι ένα απροστάτευτο κι ανυπεράσπιστο βουνό· ένας πανάρχαιος θεός που του έκλεψαν τη δύναμη. Εγώ, που δε με βούλιαξε ούτε ο πιο άγριος κατακλυσμός, δε με γκρέμισε ο πιο θυμωμένος σεισμός, δε μ’ έλιωσε η πιο καυτή ηλιαχτίδα, δε με πλάνεψε το πιο ωραίο φεγγάρι, πάντα κρατούσα βαθιά στα σωθικά μου κάποιο μυστικό αφανέρωτο: το χρυσάφι της γης, σ’ αδιάβατα μονοπάτια. Μα τα πατήσανε κι αυτά, έσκαψαν κι έφτασαν μέσα στα έγκατά μου και βάλθηκαν να ξεπατώσουν τη μαλαματένια μου μήτρα, ν’ αρπάξουν το χρυσάφι μου, που είναι για μένα ίδιο, όπως η λάσπη στον πυθμένα των ποταμών μου. 
Δε ζητώ να εκδικηθώ τον άνθρωπο, ούτε εύχομαι να γυρίσει σ’ εκείνα τα πρώτα πρώτα χρόνια που ροβολούσε τις καταρραχιές μου ολόγυμνος και λυσσασμένος απ’ την πείνα. Μα ας σταθεί ως εδώ και ας μ’ αφήσει στη γαλήνη μου, να ξαναγεμίσω δώρα κι ομορφιές, να ζήσω όπως μου έλαχε, όπως μου δόθηκε απ’ τη φύση. Αλλιώς, -ποιος ξέρει!- ίσως και να ήρθε η ώρα της ιερής αράς! Η ώρα του γδικιωμού λόγω της υψίστης Ύβρεως! Όχι από μένα, η μάνα-φύση είναι πιο δυνατή κι από μένα κι απ’ όλα τα πλάσματα. Ο άνθρωπος, που αποδείχτηκε αχάριστος, μπορεί και να ’ναι μόνο ένα καπρίτσιο της κι εκείνη τώρα πια, με τον πόλεμο που της άνοιξε, να το ’ χει μετανιώσει και να τον τσακίσει για πάντα.

[«ΤΟ ΒΟΥΝΟ» από τη συλλογή διηγημάτων του Θωμά Κοροβίνη «ΤΙ ΠΑΘΟΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ και άλλες ιστορίες», εκδόσεις ΑΓΡΑ 2014, είναι αφιερωμένο στους αγωνιστές που εναντιώνονται στο θάνατο του Χρυσού Βουνού και στον Γιάννη Μακριδάκη]

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

ΜΑΥΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΕΣ:

Η λίμνη της δειλίας δεν αποτελούσε μόνο ονειρικό στοιχείο. Υπήρχε. Η δειλία ήταν μία κολλώδης λιπαρή ουσία που κυλούσε στο αίμα των δειλών ανθρώπων. Αυτή η ουσία σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες χρόνων, κώλυε τον δειλό απ’ τα να πάρει έσω και μία θαρραλέα απόφαση. Αν λοιπόν ξεζούμιζε κάποιος πολλούς δειλούς, τότε αποκτούσε πολλά φιαλίδια με την ουσία της δειλίας. Η αναλογία, σύμφωνα με ένα ειδικό άρθρο με τίτλο «Συνταγές και εναλλακτικοί τρόποι διεξαγωγής ενός πολέμου», που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα της κυβέρνησης ήταν ένα φιαλίδιο ανά τέσσερις δειλούς. (Οκτώ διηγήματα με βασικούς ήρωες τα παιδιά όπως δεν θα μπορούσε να τα φανταστεί ένας ενήλικας. Η παραμυθένια τους πλευρά συγκρούεται με τα σκοτεινά σημεία της ζωής τους και πράττουν συνεχώς το αδιανόητο. Η Νεφέλη Δημελή, με το ΣΤΕΓΝΟ ΣΤΟΜΑ (εκδόσεις Χαραμάδα 2012) χτίζει λέξη προς λέξη την όμορφη ατμόσφαιρα των ιστοριών της και ύστερα την αποδομεί με ένα αναπάντεχο τέλος)



Οι Γεύσεις πολέμου ξεκινούν ως συλλογική διήγηση κάποιων που αναζητούν τόπο σωτήριο ή έστω επιβιωτικό, εν μέσω πολέμου και λιμού. Εκείνος που κάθε φορά αναχωρεί από την υπόγεια προσωρινή κατοικία τους προς αναζήτησή του αποχαιρετάται με δισταγμό και αβεβαιότητα προτού τον καταπιεί η σιωπή, η άμεση και η οριστική.  Οι έγκλειστοι παραμένοντες ορμούν στα σώματα των νεκρών τους και σταματούν μετά από λίγες δαγκωνιές. Ο καθένας βλέπει στον άλλον τον κανίβαλο εαυτό του – καθρέφτη του. Όταν λίγο προτού αποφασίσουν ποιος θα είναι ο επόμενος για τα επικίνδυνο ταξίδι, ο αφηγητής αποκοιμιέται και ονειρεύεται τις τρισδιάστατες πόλεις να έχουν «μετατραπεί σε χάρτινη ασπρόμαυρη ζωγραφιά, φτιαγμένη από χέρι ατάλαντου παιδιού» και την δειλία να είναι διαδεδομένη παντού, όπως και στον αληθινό κόσμο.

Αυτή η ουσία ήταν αφάνταστα χρήσιμη. Ύστερα από πειράματα αποδείχτηκε ότι, αν χρησιμοποιούνταν ως ενέσιμο εμφύτευμα στα σώματα των υπερβολικά γενναίων, που με τον αυθορμητισμό τους μπορούσαν να προκαλέσουν κακό στους άλλους και στον εαυτό τους – και ξέρουμε πόσο χρήσιμοι είναι οι γενναίοι σε καιρό πολέμου -, τότε μειωνόταν η μεγάλη τους ανάγκη για περιπέτεια, τουλάχιστον όταν δεν χρειαζόταν. Όμως, η χορήγηση της ενέσιμης δειλίας έπρεπε να επιβλέπεται από εμπειρογνώμονες, να είναι τόση ώστε ο γενναίος να παραμείνει γενναίος. Αν γινόταν κάποιο λάθος κι ο γενναίος γινόταν ολότελα δειλός, τότε έπρεπε να ξεζουμιστεί, ώστε η δειλία του να μην πάει χαμένη.

Το χτίσιμο ενός εργοστασίου παραγωγής δειλίας σε μια θεοσκότεινη πόλη και η δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης δειλών ανθρώπων είναι γεγονός, ενώ οι δειλοί φυσικά φοβούνται να βοηθηθούν από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Ίσως σε κάποιο επόμενο πόλεμο να εξαφανιστεί και το τελευταίο φιαλίδιο, με αποτέλεσμα «να ξεχαστεί ένα κομμάτι Ιστορίας – προκειμένου να επαναληφθεί».

Στο «Μαύρο νερό» η Αργεντινή Εσπεράνζα μεγαλώνει σ’ ένα ορφανοτροφείο που έχει τόσο στενούς διαδρόμους, ώστε κάθε φορά που τους διέσχιζε ο εύσωμος μάγειρας τραβούσε σαν μαγνήτης τη σκόνη από τους τοίχους. Ο χρόνος δεν είναι ποτέ με το μέρος της, ούτε βέβαια η βίαιη διεύθυνση, αλλά το μικρό κορίτσι θα οδηγηθεί στην αλήθεια του χορού, στην θητεία σε μια Ακαδημία και σε μια περιπετειώδη πορεία που καταλήγει σε μια παλιά πηγή νερού, καλυμμένη με μούχλα και σε μια ψυχιατρική κλινική.
Αμέσως μετά, μια παχύσαρκη γυναίκα με όμορφες κόκκινες φακίδες στο πρόσωπο, με άρπαξε αδέξια και με τοποθέτησε πάνω σε ένα παγωμένο τραπέζι. Εκεί άρχισε να με καθαρίζει, και δεν ήθελα. Λάτρευα την κακοσμία του σώματός μου μέχρι εκείνη τη στιγμή, μια παράξενη οσμή από αίμα και υγρά. Ωστόσο, παρά τη θέλησή μου, εκείνη συνέχισε να με πλένει κι εγώ, το έμβρυο, πιο καθαρό από ποτέ, μουρμούρισα κάτι από θυμό. Και μόλις το έκανα οι άνθρωποι στο δωμάτιο γέλασαν, μπροστά στην προσπάθειά μου να μιλήσω. Είτε δεν είχα την ικανότητα να τους πείσω πως ένιωθα δυσαρέσκεια είτε αυτοί δεν ήταν ικανοί να με καταλάβουν. Συνειδητοποίησα ότι κάθε καινούργια μου προσπάθεια να επικοινωνήσω με ανθρώπους θα ήταν χαμένος κόπος.

Η παραπάνω φωνή ανήκει σ’ ένα έμβρυο που θυμάται τα πάντα, αρχής γενομένης με την αποκοπή της συνοχής με την μητέρα του, και συνεχίζει να μονολογεί στα δεκατρία του, για την αναστάτωση που προκάλεσε στην μητέρα του εξαφανιζόμενο για τρεις βδομάδες ακολουθώντας μια ομάδα νατουραλιστών σε μια άβατη παραλία, ζώντας «μερόνυχτα σπουδαίων αποκαλύψεων», εισπράττοντας, ως αντάλλαγμα, την μητρική σιωπή ενός χρόνου. Και κάπου εκεί ένας έρωτας με την Άλις και μια έλλειψη δημιουργούν δυο μισά του εαυτού της, πλασματικά, φαντασιακά, υπαρκτά (««Αιωρούμενο μισό»).

Και οι υπόλοιπες πέντε ιστορίες της Δημελή (γεν. 1977) έχουν ως ήρωες παιδιά ως και έμβρυα ή μωρά που βρίσκονται ανυπεράσπιστα σε έναν κόσμο που αντιλαμβάνονται πλήρως, από τα πρώτα δευτερόλεπτα και με όλες τους τις αισθήσεις. Εκεί αντιμετωπίζονται συνήθως ως ανεπιθύμητα ή «δυσοίωνα», όπως είναι και το παρανόμι του Τζέικομπ στο φερώνυμο κομμάτι. Οι περιπτώσεις ιδίως των βρεφών είναι ιδιαίτερα υποβλητικές - η τελευταία φορά που θυμάμαι ανάλογες διηγήσεις είναι στην Μεταφυσική των σωλήνων της Αμελί Νοτόμπ. Οι ενήλικες αδυνατούν να φανταστούν πως αυτοί οι παρθένοι οργανισμοί αντιλαμβάνονται τα πάντα και επιθυμούν ακόμα περισσότερα. Όσο κι αν αυτοί οι εκκολαπτόμενοι ήρωες αναζητούν μια σωτήρια στην μουσική, τον χορό, την φαντασία ή την μαγεία, η διαδρομή θα τους προδώσει. Η πορεία τους θα είναι προδιαγεγραμμένη, η υπέρβαση των ορίων τους δραματική. Το τέλος θα τους βρει ακόμα και μέσα στην υπερβατικότητα ή την υπερφυσικότητα, ως πεζή πραγματικότητα. Αφήνοντάς μας την αίσθηση ενός φευγαλέου βλέμματος στον δικό τους ή στον παραπέρα κόσμο και τον απόηχο μαύρων παραμυθιών για λευκές ψυχές.

[ΠΗΓΗ: Νεφέλη Δημελή, Στεγνό Στόμα, Εκδόσεις Χαραμάδα 2012 με σκίτσα του Tomasz και αποσπάσματα από τις σελίδες 20 και 28 που αναρτήθηκαν στο ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ: http://pandoxeio.com/ ]

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

«ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΟΝΕΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΝΕ ΜΕ ΧΙΛΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ»

Είμαι ο Βαγγέλης. Με τα τριπλά του χρόνια. Είναι ο γιος μου, ο εγγονός μου, όμως είναι ο αδερφός μου, είναι το σπλάχνο μου, είμαι εκείνος. Είμαι το ομοίωμά του, είμαι το αίμα του, είμαι εκείνος. Είμαι ο Βαγγέλης. Μα είμαι ζωντανός. Τρόπος του λέγειν δηλαδή. Στο μεταξύ πόσες φορές μ’ έχουν πεθάνει και μένα! Όσες αναγνωρίζω, γιατί υπάρχουν κι άλλες ανεπαίσθητες δολοφονίες, άλλα κρυφά φονικά που έχουν συντελεστεί στην πλάτη μου μα δεν τα ξέρω. Ή μάλλον κάνω πως δεν τα ξέρω γιατί δεν αντέχεται τόσο βάρος. Ναι, «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους», λέει ο Καρυωτάκης. 


Μόνον εγώ το ξέρω όμως το πώς είμαι ακόμα ζωντανός. Εκατό ζωές δε θα μου ’φταναν για να γράψω εκατό γραφές και χίλια τραγούδια για να χωρέσουν αυτόν τον ζωντανό θάνατο. Με παίδεψαν πολύ, με τυράννησαν με ποικίλα χοντροκομμένα και άπειρα πιο ανάλαφρα, αβάσταχτα όμως, πρώιμα μπούλινγκ. Εκείνα της δεκαετίας του ’60, μα που ήταν, λες εκ των υστέρων, ο κόσμος πιο απαίδευτος, όμως μέσα στην μετεμφυλιακή του μιζέρια, με το χνώτο του άκαμπτου χωροφύλακα στο σβέρκο, την αχορταγιά των κοτζαμπάσηδων της εποχής, τη βίτσα του δάσκαλου, την παντοκρατορία των στρατόκαβλων και την ανατολίτικη σατραπεία του πατέρα-αφέντη, να βρίσκουν τα αντίβαρά τους σε ανθρώπινες αγκαλιές που άνοιγαν πρόθυμα σε κάθε βασανισμένη γειτονιά. Κακά τα ψέματα, ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος, κι έτσι καθώς φαίνεται θα πάει (χιλιάδες Μαρξ και Φρόυντ να γεννηθούν) αλλά, θαρρείς, τότε μια ιδέα πιο ανθρώπινος. Είχαν ζήσει πόλεμο και πείνα οι δικοί μας, είχαν στερηθεί κι είχαν διδαχτεί και είχαν μιαν ισόβια αγωγή στη συμπόνια. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», λέει ο Αναγνωστάκης. 

Κρατούσα άσβεστη μια φλόγα αντίστασης, έτσι γλίτωσα απ’ τους βασανιστές μου. Δε μπορεί ο καθένας όχι, δεν έχουν όλοι τα ίδια ψυχικά συστατικά. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», λέει ο Σεφέρης. Χωνόμουνα στην αγκαλιά της γιαγιάς μου, αμίλητος, -που να μιλήσεις! Ούτε τώρα θα μιλήσω. Δε θα μιλήσω ποτέ. Αν και, με τον δικό μου τρόπο μιλάω, και μιλάω ανοιχτά πάντοτε, πολύ ανοιχτά, δεν έχω ανάγκη κανέναν, -χρέος είναι εξάλλου- αφού, καθώς χωνόμουνα μέσα στα χαρτιά, μ’ ένα μολύβι έχτισα τον δικό μου κόσμο, δίπλα στο κόσμο μας. Και ανακάλυψα εκεί μια μορφή –όχι πλαστής- ευτυχίας. Βρήκα όμως την ψυχή, είχα το σθένος, πως να το πω, και έχτισα τις αξίες μου, αγάπησα τους ανθρώπους, έζησα παραδείσους ερωτικούς, ανέπτυξα την προσωπικότητά μου, χόρτασα ζωή. Όλα χειροποίητα. Και πάντοτε με εμπόδια. Οι τρικλοποδιές, τα χουνέρια και οι παγίδες μ’ έκαναν ακόμη πιο ατσάλινο. «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας», θα’ λεγε ο Ταχτσής. Όχι μόνον. 

Έκανα κι εγώ μικρότερος κάποια μικρομπούλιγκ, κάποιους πλήγωσα, δε μπορεί. Ο Βαγγέλης –με την άγια ικεσία και την πεντάμορφη αγνότητα στο βλέμμα του- είναι η χωλή Μαρία(κουτσάβλα), η χοντρή κυρία(βαρέλα), η ζαρωμένη γιαγιά(πουρόγρια), ο κουνιστός συμμαθητής(γυναικούλα), ο φιλάσθενος περαστικός(χτικιάρης), ο σακατεμένος παππούς(σκατόγερος). Ατερμάτιστη η ανερμάτιστη ρατσιστική Βαβέλ. 

Όταν η ζωή σου γίνεται μαρτύριο, μπορεί να οδηγηθείς εθελουσίως στην έξοδο. «Ευτυχώς που υπάρχει κι η αυτοκτονία», δηλώνει ένας Γάλλος, ο Γκουαταρί νομίζω. «Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι», αρχίζει ο Σικελιανός το ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα» εξυμνώντας το άφευκτον της γενναίας αυτοχειρίας. Μα εδώ πρόκειται για πεντακάθαρο έγκλημα. 

Αδικώ τις πόλεις που τις βρίζω συχνά –κι όχι άδικα- για άλλους λόγους. Τώρα θα πω «ζήτωσαν τα πολύβουα άστεα» που λειτουργούν ως σύγχρονα καταφύγια θηραμάτων («χωράμε όλοι στο τραπέζι, και τα όρνια και τα σπουργίτια» θα’ λεγε ο Έλιοτ). Βέβαια κανένα καλό αρσενικό –και καλά αρσενικά είναι μόνο τα υψηλής ευαισθησίας- δεν γλυτώνει απ’ την επικροτούμενη τσογλανερί των αιώνιων εσατζήδων, το φασιστικό σώμα που δεν θα καταργηθεί από κανέναν Τσίπρα του πλανήτη. Αυτά τ’ αρσενικά, τα καλύτερα, είναι που δε γλιτώνουν ούτε απ’ τις γυναίκες, τις ερωμένες, τους ερωμένους, τους φίλους μα ούτε κι απ’ τις ίδιες της μανάδες τους. Και δεν υπαινίσσομαι τίποτε το ομοφυλόφιλο –χωρίς βέβαια να το εξαιρώ. Αυτοί είναι οι «γιοι χωρίς μητέρα», έτσι τους βάφτισε ο Ζαν Ζενέ, οι ανθρωπινότεροι των άλλων, των πολλών. Εκείνων των ανασφαλών πορδών που υπηρετούν ισοβίως στο «Λεβεντομαλακιστάν», οι αγάμητες κομπλεξάρες. («Παντέρμη Κρήτη, κόσμημα της γης, μην πας πλέον χαράμι για τα θλιβερά σου κυνικά χωριατόπουλα που τους έμαθες καλά να μην ξεχωρίζουν το τσουτσουνάκι τους απ’ την μπιστόλα, άλλαξε πια τροπάριο, Λεβεντογέννα μου!») 

Τώρα δε μπορεί να με πειράξει πια κανείς απ’ αυτούς. Δεν τρέφω μίσος. Αηδία, μιαν απέραντη αηδία. Και οίκτο. Μα στο βάθος βασιλεύει ένας καγχαστικός θρίαμβος. Τώρα πια δε μπορούν να με «φάνε» εκείνοι. Αν μπορούσαν θα το ’καναν ευχαρίστως. Ακόμη και τώρα που γερνάνε. Μα τι ανάγκη! Έχουν αφήσει άλλους στη θέση τους, αξιότερους σαδίκλες. Είναι αυτοί που με σκότωσαν ξανά στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Και που, αν μπορούσα, θα τους σκότωνα κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η εκδίκηση αυτή είναι ιερή, δεν προσωποποιείται, είναι προϊόν μιας αδικίας ιστορικής, ανήκει στο διηνεκές. Μα δε θα γίνει έτσι ποτέ. Θα κοιμηθώ απόψε παίρνοντας αυτό το σπαραγμένο γιαβράκι στα όνειρά μου, όπως θα κάνω από δω και πέρα κάθε νύχτα, κι όταν κάποτε κάποιο τρένο κι εμένα θα με πάρει, Βαγγέλη μου, του Χάρου μου θα σε κάνω διήγημα.

[ΠΗΓΗ: Θωμάς Κοροβίνης, Εϊμαι ο Βαγγέλης, 16 Μαρτίου 2015, από τη σελίδα του στο Fb]

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΠΕΣΑΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ;

Την συναντήσαμε στο μυθιστόρημα του Ιρβιν Γιάλομ «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και μάθαμε ότι μονάχα γι’ αυτήν έκλαψε. Την ξαναβρήκαμε σε βιογραφικά κείμενα για τον Σίγμουντ Φρόυντ και είδαμε ότι κι εκείνος δεν έμεινε απαθής. Αλλά και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε μαγεύτηκε απ’ το πνεύμα της. Λου Αντρέας- Σαλομέ. Η γυναίκα που παρά το σημαντικό λογοτεχνικό της έργο, τα δοκίμια για την τέχνη, τη θρησκεία, τον ερωτισμό και την ψυχανάλυση, ήταν γραφτό της να μείνει στην ιστορία ως η μούσα του Φρίντριχ Νίτσε, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Σίγμουντ Φρόυντ. Ως η μοιραία γυναίκα ισχυρών ανδρών. Ως «η γυναίκα που κάνει συλλογή αντρών σαν να ήταν τρόπαια».



ΟΠΩΣ ΜΕ ΔΑΣΚΑΛΕΨΕ Ο ΝΙΤΣΕ
Γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο
μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε
και λυπάμαι
που δε μπορώ να κρύψω την ποιητική μου στύση
από σένα, σεμνή θεούσα της ποιήσεως
που με αγαπάς και με συμπονάς
και με συμβουλεύεις και με κακολογείς
σκοτεινό και φιλήδονο
και πως πάω χαμένος με τόσο ταλέντο
κι άκλαφτος, αλλά
γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο
μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε [Αντώνης Αντωνάκος]

Το πορτραίτο αυτής της ομολογουμένως σημαντικής γυναίκας, σκιαγραφεί η Λίντε Ζαλμπέρ (διδάκτωρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας) στο βιβλίο «Λου Αντρέας Σαλομέ: Η βιογραφία μιας μοιραίας γυναίκας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι», στη σειρά «Βιογραφίες» και σε μετάφραση Χριστίνας Αυγερινού Βρυζάκη.
Η Λουίζε Φον Σαλομέ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, στις 12 Φεβρουαρίου του 1861, από πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του τσάρου.
Το Φθινόπωρο του 1880, η Λου εγκαταλείπει μαζί με τη μητέρα της την Τσαρική Αυτοκρατορία για ν’ αρχίσει σπουδές στη Ζυρίχη. Και η σπουδές θα γίνουν έκτοτε και ο τρόπος ζωής της.
Θεολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία Τέχνης, Δογματική, Γενική Ιστορία των Θρησκειών, Λογική και Μεταφυσική… Συνεπαρμένη από τις σπουδές της, διαβάζει μέρα νύχτα χωρίς ξεκούραση και δίχως σταματημό.
Η ιδανική μαθήτρια, κυριολεκτικά μαθήτρια- σφουγγάρι μεγάλων ανδρών, η Λου ερωτεύεται αλλά πάνω απ’ όλα την ερωτεύονται. Πολύ και με πάθος. Ο φιλόσοφος δρ Πάουλ Ρέε και ο Νίτσε με την πρώτη ματιά. Ο ανατολιστής δόκτωρ Φρίντριχ Καρλ Ανδρέας, τον οποίο και θα παντρευτεί το 1887, τελικά. Κι από τότε η ζωή της θα γίνει Τέχνη και γράψιμο. Ταξίδια και καλλιτεχνικά και πνευματικά κινήματα της εποχής.
Η γνωριμία της με τον Ρίλκε θα της προσφέρει την ευκαιρία να επιστρέψει σε παλιότερες καταστάσεις της δικής της ψυχής. Θα ανακαλύψει την ποίηση που την είχε βαθιά καταχωνιασμένη στη δική της ζωή.
Τέσσερις ημέρες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο ποιητής της στέλνει ήδη «τραγούδια νοσταλγίας» και ομολογεί ότι έτρεχε μέσα στην πόλη κρατώντας τριαντάφυλλα, «τρέμοντας από την επιθυμία κάπου να σας συναντήσω».
Την Άνοιξη του 1895 θα γνωρίσει την ψυχανάλυση και τον Φρόυντ ο οποίος ευθύς εξαρχής θα κολακευτεί. Κι από τότε ο Φρόιντ θα αναφέρεται στα γράμματά του στην «χαρούμενη αισιοδοξία της Λου».
Με την κόρη του Φρόυντ, Αννα, η Λου Αντρέας Σαλομέ θα ασχοληθούν με τις πολύπλοκες παιδικές φαντασιώσεις.
Κι έτσι με τέχνη και απόλαυση θα ζήσει ολόκληρη τη ζωή. Απολαμβάνοντας ακόμα και τα γηρατειά της: «Πραγματικά εγώ φθάνω τόσο μακριά ώστε να εξακολουθώ να είμαι διαρκώς περίεργη για το πόσα πράγματα πρέπει να ξετυλίξω το κουβάρι της ζωής, μέχρι να πέσουν στα χέρια μου οι εκπλήξεις που είναι τυλιγμένες μέσα του». Αισθάνεται ότι τα γηρατειά χαρίζουν διεύρυνση.
Η Λου Αντρέας- Σαλομέ πεθαίνει στις 5 Φεβρουαρίου 1937 στο σπίτι της, στο Χάινμπεργκ του Γκέτινγκεν. Αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο έργο, τον απόηχο ενός σπινθηροβόλου πνεύματος και μια τεράστια κι άσβεστη αύρα γοητείας.
Πολύ μελάνι χύθηκε για χάρη της.
Η καινούργια βιογραφία της Λίντε Ζάλμπερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μελάνι».

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
«Είναι πράγματι μια μεγαλοφυία και ως προς τον χαρακτήρα δίχως άλλο ηρωική» (Πέτερ Γκάστ, 1882)
«Η Λου φον Σαλομέ υπήρξε ένας εντελώς φυσικός, σίγουρος για τον εαυτό του άνθρωπος, που διέθετε μια σπάνια πνευματική και ταυτόχρονα ανθρώπινη ένταση σε συνδυασμό με γυναικεία γοητεία. Ηταν εξαιρετικά έξυπνη, μπορούσε να κατανοήσει με εκπληκτική ταχύτητα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά προβλήματα, είχε μια φυσική αμεσότητα και ήταν ανοιχτή σε όλα τα ερωτήματα, τόσο τα πνευματικά όσο και τα ανθρώπινα». (Κουρτ Βολφ, 1963)
«Η Λου Αντρέας είναι η πιο πνευματική από όλες τις σημερινές ποιήτριες, εκείνη με το μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος- αυτό το υπογράφω με τεράστια γράμματα». (Μαρία φον Εμπνερ- Εσενμπαχ (1912).
«Τι θαυμαστά πράγματα μπορεί να αντιληφθεί αυτή η γυναίκα, πώς μεταμορφώνεται στην πιο βαθιά ψυχική κατανόηση καθετί που της προσφέρουν την κατάλληλη στιγμή τα βιβλία και οι άνθρωποι, πως αντιλαμβάνεται, αγαπά, διεισδύει χωρίς φόβο στα πιο καυτά μυστικά, που δεν της κάνουν κακό παρά ακτινοβολούν μονάχα με καθαρή φλόγα». (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, 1913).
«Τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής αυτής της εξαιρετικής γυναίκας ανήκαν στην ψυχανάλυση, στην οποία συνέβαλε με την αξιόλογη επιστημονική εργασία της και την οποία επίσης άσκησε» (Σίγμουντ Φρόιντ, 1937)
«Η Λου ωφέλησε χωρίς αμφιβολία όλους τους μεγάλους της άντρες, καθώς μπορούσε να ταυτίζεται με το ευάλωτο τμήμα της προσωπικότητάς τους που είχε τόση ανάγκη από στήριξη. Όμως όλοι οι άντρες που την ερωτεύθηκαν, υποχρεώθηκαν στο τέλος να ανακαλύψουν ότι η Λου δεν τους είχε δώσει πραγματικά κάτι από τον εαυτό της». (Πάουλ Ροάζεν, 1969)

[ΠΗΓΗ: Ελένη Γκίκα, Fractal Η Γεωμετρία των Ιδεών]

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΚΙ ΑΓΚΑΛΙΑΖΩ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ…

… Μια γυναίκα κι από κει προκύπτει μια άλλη , όπως ένα ποιητής προκύπτει από κάποιον άλλο, ο Εγγονόπουλος ας πούμε απ’ τον Εμπειρίκο κι ο Γκόρπας από τον Γκόρπα! Είναι βέβαια και οι χειρουργικοί καθρέφτες που επιτείνουν αυτή την κατάσταση που πληθαίνουν όχι μόνο το φως αλλά και τα είδωλα και κάνουν την αγκαλιά μου τεράστια. Από κει και η έπαρση μου που τόσο σοκάρει τους άλλους, όταν λέω πως κανένας δεν είδε όπως εγώ το φεγγάρι κι ούτε εκείνον το χειμωνιάτικο δρόμο με τους γλόμπους να φρίττουν. Γιατί αν τη ροή του αίματος τη μετρούν απ’ το αυτί μου, όπως και στους άλλους ανθρώπους, όμως τη ροή σπέρματος την καταγράφουν από την αφή μου. Γι’ αυτό ρίχνομαι τόσο συχνά πάνω σε γυναίκες ανέτοιμες (μα, πού πάει το χέρι σας; Μια χειραψία αθώα κι εσείς το φτάσατε ως τη μασχάλη), μου αρνούνται όλες γιατί παρουσιάζομαι έτσι αβάσταχτος. [Μάριος Χάκκας, Ο Μπιντές κι άλλες Ιστορίες]



ΓΚΟΡΠΙΣΜΟΣ κι ἐ­λα­φρὰ νευ­ρα­σθέ­νεια. Σκουν­του­φλῶ στὸ παρ­κό­με­τρο καὶ βρί­ζω τὸν ὅ­ποι­ο δι­α­βά­τη, «βλα­κόμου­τρο», αὐ­τὸν ποὺ γε­λά­ει, «βλα­κό­με­τρο», χα­χα­νί­ζει ἀ­πὸ πά­νω, «παρ­κό­μου­τρο», τά­χα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­λέγ­χει τὰ πάρ­κινγκ, μπά, δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ δου­λειά του, μᾶλ­λον εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ μπα­νί­ζει στὰ πάρ­κα, γι’ αὐ­τὸ καὶ γὼ τὸν φω­νά­ζω παρ­κό­μου­τρο. Ἔ, κά­πως βο­λεύ­τη­κε τώ­ρα, ἄλ­λα πέ­φτω πά­νω σ’ ἄλ­λο παρ­κό­με­τρο, κά­θε πέν­τε μέ­τρα κι ἀ­πὸ ἕ­να, ἕ­να πάρ­κο παρ­κό­μου­τρα κι ἄλ­λα τό­σα βλα­κό­μου­τρα γύ­ρω μου, ποὺ ἐ­λέγ­χουν τὴν κα­τά­στα­σή μου, μοῦ με­τρᾶ­νε τὴν πί­ε­ση, κα­τε­βαί­νει ἡ βε­λό­νη, προ­χω­ρεῖ στὸ μη­δὲν καὶ μοῦ ἔ­χουν ἀγ­κι­στρω­μέ­να τὰ χέ­ρια καὶ δὲ μπο­ρῶ νὰ ρί­ξω κέρ­μα πα­ρά­τα­σης. Θέ­λω νὰ μεί­νω, νὰ μεί­νω, νὰ μεί­νω, ρί­χνον­τας ἀ­δι­ά­κο­πα κέρ­μα, ἔ­τσι ποὺ νὰ φτά­σω στὸ τέρ­μα συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. «Ἕρ­μα», φω­νά­ζω, σα­βού­ρα, τὸ βά­ρος τῆς γῆς, καὶ σα­βου­ρώ­νω ὅ,τι βρί­σκω μπρο­στά μου, γε­μί­ζω τὶς τσέ­πες μου μ’ ἄ­δει­ες μπο­τί­λι­ες, με­τὰ τὶς ἀλ­λά­ζω μὲ μαν­τα­λά­κια, μιὰ ἀτ­ζέν­τα, μπρε­λὸκ μὲ κλει­διά, τσα­τσά­ρα, πέ­τρες ποὺ βγαί­νουν ἀλα­φρό­πε­τρες, ὅ,τι μοῦ λα­χαί­νει, ἀρ­κεῖ νὰ μεί­νω στὸ βά­ρος μου ὥ­σπου νὰ πιά­σω τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ ἡ­λι­κί­ας, ἀ­π’ ὁ­που­δή­πο­τε μπο­ρῶ νὰ πια­στῶ, ἔ­στω ἀ­πὸ ἕ­να κά­ποι­ο μα­στό, τὸ σχῆ­μα τῆς γῆς στὸ μι­σό, ἀ­νω­φε­λές.
            Κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς συ­νε­χί­ζε­ται (ποι­ὸς ἐ­κνευ­ρι­σμός; κα­νο­νι­κὴ νευ­ρα­σθέ­νεια), κι ἀγ­κα­λιά­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μιὰ γυ­ναί­κα, κι ἀ­πὸ κεῖ προ­κύ­πτει μιὰ ἄλ­λη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μιὰ ἄλ­λη, ὅ­πως ἕ­νας ποι­η­τὴς προ­κύ­πτει ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἄλ­λον, ὁ Ἐγ­γο­νό­που­λος ἀ­πὸ τὸν Ἐμ­πει­ρί­κο κι ὁ Γκόρ­πας ἀ­πὸ τὸν Γκόρ­πα. Εἶ­ναι βέ­βαι­α κι οἱ χει­ρουρ­γι­κοὶ κα­θρέ­φτες ποὺ ἐ­πι­τεί­νουν αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση, ποὺ πλη­θαί­νουν ὄ­χι μό­νο τὸ φῶς ἀλ­λὰ καὶ τὰ εἴ­δω­λα καὶ κά­νουν τὴν ἀγ­κα­λιά μου τε­ρά­στια. Ἀ­πὸ κεῖ καὶ ἡ ἔ­παρ­σή μου ποὺ τό­σο σο­κά­ρει τοὺς ἄλ­λους, ὅ­ταν λέ­ω πὼς κα­νέ­νας δὲν εἶ­δε ὅ­πως ἐ­γὼ τὸ φεγ­γά­ρι, κι οὔ­τε ἐ­κεῖ­νον τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο δρό­μο μὲ τοὺς γλόμ­πους νὰ φρίτ­τουν.
            Για­τὶ ἂν τὴ ρο­ὴ αἵ­μα­τος τὴ με­τροῦν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί μου, ὅ­πως καὶ στοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ὅ­μως τὴ ρο­ὴ σπέρ­μα­τος τὴν κα­τα­γρά­φουν ἀ­πό τὴν ἁ­φή μου. Γι’ αὐ­τὸ ρί­χνο­μαι τό­σο συ­χνὰ πά­νω σὲ γυ­ναῖ­κες ἀ­νέ­τοι­μες (Μά, ποῦ πά­ει τὸ χέ­ρι σας; Μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­θώ­α, κι ἐ­σεῖς τὸ φτά­σα­τε ὣς τὴ μα­σχά­λη), μοῦ ἀρ­νοῦν­ται ὅ­λες για­τί πα­ρου­σι­ά­ζο­μαι ἔ­τσι ἀ­βά­στα­χτος.
            Βι­ά­ζο­μαι, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Μὰ δὲ γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς, ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι τὸν Φα­τε­μὶ ποὺ τὸν κά­να­νε φέ­τες, (Ἐ­κεί­νον τὸν ἄλ­λο­τε ὑ­πουρ­γὸ τῆς Περ­σί­ας), νέ­ον ἄν­θρω­πο, κι ὁ ἀ­νη­ψιός του νὰ εἰ­σπράτ­τει τὰ λύ­τρα, λέ­ω πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ μέ­να σὲ τοῦ­τον τὸν κό­σμο κι ὅ­που νά­ναι θὰ πρέ­πει νὰ φεύ­γω κι ἂς μὴν πιά­σω ἐ­πι­τέ­λους τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. Ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα νὰ ζή­σω, νὰ ζή­σω γρή­γο­ρα καὶ στὰ πε­τα­χτὰ κι ἀ­πὲ νὰ τοῦ δί­νω λέ­γον­τας ἀ­λὰ Σκα­ρίμ­πα «ἔ­κα­να πρὸς τὰ δῶ γιὰ ἕ­να πρά­μα», ἂν δὲ γί­νη­κε νὰ τὸ βρῶ μέ­χρι σή­με­ρα, τί πε­ρι­μέ­νω; Νὰ μεί­νω ἕ­να κου­βα­ρά­κι ποὺ θὰ μὲ ση­κώ­νουν οἱ δι­κοί μου στὰ χέ­ρια;
            «Κον­τεύ­εις;», τα­χτι­κὰ μὲ ρω­τᾶ­νε. «Ἔ, ὅ­που νά­ναι», τοὺς λέ­ω. «Δη­λα­δή, δη­λα­δή;» «Νά, πε­ρί­που», χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἀ­ο­ρι­στί­ας ση­μαν­τι­κὰ κι ἀ­μέ­σως θυ­μᾶ­μαι τὰ νε­κρο­τα­φεί­α αὐ­το­κι­νή­των, ἄ­χρη­στα σί­δε­ρα, βου­λι­αγ­μέ­νες λα­μα­ρί­νες, ξε­κοι­λι­α­σμέ­νες τα­πε­τσα­ρί­ες καὶ λά­στι­χα σά­πια. Ποῦ τὸ κάλ­λος καὶ ποῦ ἢ λαμ­πρά­δα; Ποῦ οἱ γκό­με­νες ποὺ ξά­πλω­ναν μέ­σα γιὰ τσάρ­κα; Ποῦ ἡ ἄ­σφαλ­τος ποὺ ἔ­τρε­χε κά­τω τους μ’ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χι­λι­ό­με­τρα; Ἐ­ρη­μιὰ κι ἀ­κι­νη­σί­α.
            «Ἀ­νά­σκε­λα. Ἀ­κί­νη­τος.» Εἶ­ναι και­ρὸς τώ­ρα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ βά­ζουν κά­τω ἀ­πὸ τὴν κε­φα­λὴ τοῦ κο­βαλ­τί­ου, δο­κι­μά­ζουν τὸ πε­δί­ο βο­λῆς, ση­μα­δεύ­ουν μὲ τὸ μαρ­κα­δό­ρο, κα­τε­βά­ζουν αὐ­τὸ τὸ τε­τρά­γω­νο μά­τι ποὺ ἐκ­πέμ­πει ἀ­ό­ρα­τες κά­μες, ὕ­που­λα χώ­νον­ται σὲ σά­πια κρέ­α­τα, κά­θε μέ­ρα μὲ ξε­κοι­λιά­ζουν, μὲ θέ­λουν ἀ­κί­νη­το, γιὰ πάν­τα ἀ­κί­νη­το, ἀ­νά­σκε­λα κι ἀ­κί­νη­το.
            Γκόρ­πα, Γκόρ­πα, (Ποι­ὸς εἶ­ναι; Νὰ πὰ νὰ τὸν μά­θε­τε) μό­νο ἐ­μεῖς ψι­λι­α­στή­κα­με, μό­νο ἐ­μεῖς πή­ρα­με τό­σο σο­βα­ρὰ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση, γι’ αὐ­τὸ κι ὅ­λα τρι­γύ­ρω πολ­τός, φρε­νο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κές, ἀ­πὸ δῶ προ­κύ­πτουν τ’ ἀ­ναρ­χού­με­να κεί­με­να, τὰ γρα­φτά μας χω­ρὶς κῶ­λο οὔ­τε μύ­τη. Δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ μᾶς κοι­νω­νι­κὸ ψευ­δὸς εἴ­τε για­τὶ ἤρ­θα­με πο­λὺ νω­ρίς, εἴ­τε πο­λὺ ἀρ­γά, δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­γρα­φι­κὸ ψεῦ­δος για­τὶ δι­α­λυ­θή­κα­με μα­ζὶ μὲ τὰ πράγ­μα­τα καὶ ποῦ νὰ κά­θε­σαι τώ­ρα νὰ συν­θέ­τεις;
            Τὸ ξέ­ρω πιά, δὲ θὰ πιά­σω τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. Πο­λὺ ποὺ μὲ νοιά­ζει! Ἄλ­λω­στε, ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι καὶ ἄ­δι­κο. Ἄλ­λοι συ­νο­μή­λι­κοί μου φύ­γαν νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­γὼ σὲ σχέ­ση μ’ αὐ­τοὺς ὀ­φε­λή­θη­κα, κά­πνι­σα κά­να – δυ­ὸ ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες τσι­γά­ρα, ἅ­πλω­σα τὰ μαλ­λιά μου στὴ νύ­χτα, τὸ σῶ­μα μου στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά. Ὅ­μως ὁ Κυ­λά­κος πέ­ρα­σε γιὰ πάν­τα στὴ νύ­χτα σπά­ζον­τας τὴ ρα­χο­κο­κα­λιά του μὲ μιὰ βου­τιὰ στὰ δε­κα­ο­χτώ του, ὅ,τι εἴ­χα­με τε­λει­ώ­σει τὸ γυ­μνά­σιο, κι ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν εἴ­κο­σι χρό­νια, ἔ­κα­να χι­λιά­δες βου­τι­ὲς καὶ δὲν τὸν θυ­μή­θη­κα οὔ­τε μιὰ φο­ρά.
            Κι ἔ­πει­τα, εἶ­ναι κι αὐ­τὴ ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α ποὺ συμ­πε­ρι­φέ­ρο­μαι γκορ­πι­κά, μιὰ τε­λευ­ταῖ­α προ­σπά­θεια νὰ ὑ­πάρ­ξω κα­τό­πι μὲ τ’ ἀ­ναι­μι­κά μου γρα­φτά. Μή­πως ὑ­πῆρ­ξα καὶ πρὶν νὰ θέ­λω νὰ ὑ­πάρ­ξω με­τά; Κι ἂν θὰ ὑ­πάρ­ξω, εἶ­μαι τώ­ρα πιὰ βέ­βαι­ος, δὲ θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὰ γρα­φτά μου, ἀλ­λὰ στὶς πρά­ξεις μου, στὰ κο­ρί­τσια ποὺ χά­ι­δε­ψα, στοὺς φί­λους ποὺ φί­λε­ψα πα­ρη­γο­ριὰ κι ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση, γιὰ ὅ­σο και­ρὸ φυ­σι­κὰ θὰ ὑ­πάρ­χουν κι αὐ­τοί.
            Κι ὅ­ταν θὰ βρί­σκον­ται μα­ζε­μέ­νοι πα­ρέ­α οἱ φί­λοι, θὰ μοῦ βγά­ζουν κι ἐ­μέ­να πο­τή­ρι, κι ὅ­πως κά­ποι­ος θὰ ρί­χνει μιὰ βόλ­τα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἡ πλά­κα θὰ λέ­ει:
«Τὸ κλαῖ­με ὅ­λοι μας μα­ζὶ
τὸ πιὸ λε­βέν­τι­κο κα­λὸ παι­δί»
ἕ­νας ἄλ­λος θὰ φω­νά­ζει τὸ γνω­στὸ «κα­λὰ στέ­φα­να», κι αὐ­τὸ ἂς εἶ­ναι γιὰ μέ­να ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νο, ὄ­χι βέ­βαι­α φι­λο­λο­γι­κό, μᾶλ­λον μιὰ ζων­τα­νὴ πα­ρου­σί­α ποὺ λέ­νε, μιὰ δι­καί­ω­ση πὼς κά­νον­τας πρὸς τὰ δῶ «γιὰ κεῖ­νο τὸ πρά­μα», μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸ βρῆ­κα, ἀλ­λὰ πάν­τως κά­τι ἄ­φη­σα πί­σω μου.


[Πη­γή Μάριος Χάκκας,  Ὁ μπιν­τὲς καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Κέδρος, 1972) Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θὴ­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του:  Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Όσο η ιστορική αλήθεια δεν αποκαθίσταται, η Ιστορία θα μένει κολοβή.

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά.»
Και μαζί, ένα δάκρυ
[Νίκος Καββαδίας, από το ποίημά του Federico Garcia Lorka]

Η ενόχληση κάποιων για τη συμβολική κίνηση του νέου πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα να καταθέσει λουλούδια στο μνημείο των εκτελεσμένων, στην Καισαριανή, καταδεικνύει πως η χώρα εκτός από έλλειμμα Δημοκρατίας έχει και έλλειμμα στην ιστορική μνήμη. Με το να βρίσκονται στην εξουσία επί τόσες δεκαετίες οι πολιτικοί απόγονοι εκείνων που νίκησαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο, εντέχνως «στρογγυλεύθηκαν» οι θηρωδίες των ναζί και παρασιωπήθηκε η αληθινή φύση του φασισμού. Λογικό, καθώς στην πλειονότητά τους πριν στρατευθούν εναντίον των Αριστερών, είχαν συνεργαστεί με τους γερμανούς κατακτητές και τους δωσίλογους συνεργάτες τους.

Βεβαίως, το ζητούμενο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι, να ανοίξουν και πάλι οι πληγές του διχασμού, ο οποίος κόστισε διπλά στη χώρα. Η Αριστερά πλήρωσε με το αίμα της. Η πατρίδα όμως, στερήθηκε λόγω της διαμάχης πολλά, με κυριότερο την απουσία κάθε αξιοκρατίας, ακόμα και ανάμεσα στους νικητές. Επέπλευσαν οι «ελαφροί», αν με εννοείτε, όσοι ήταν σκληροί, δημαγωγοί και δημεγέρτες, όσοι φώναζαν και έκαναν πραξικοπήματα αντί εκείνων που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην ανοικοδόμηση. Εξ ου και το χάσμα δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Έτσι λοιπόν, η Εθνική Αντίσταση είναι σαν να μην υπήρξε. Γιατί; Επειδή η ραχοκοκαλιά της ήταν το ΕΑΜ. Οι συνεργάτες των κατακτητών μέσα από τους διαύλους που είχαν για να ελέγχουν και να χειραγωγούν τα πάντα (Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας, -ΕΙΡ-, εφημερίδες, σχολικά βιβλία, κυρίαρχη αφήγηση) επέβαλαν εγκληματική σιωπή στην θαυμαστή εξέγερση του ελληνικού λαού, ο οποίος, σε αντίθεση με τους ίδιους, δεν βολεύτηκε «κάτω απ’ τα ξένα βήματα». Μερικές αναφορές ακροθιγώς, δεν αποτελούν παρά την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Γενιές και γενιές σε αυτά τα εβδομήντα χρόνια μεγάλωσαν χωρίς να συνειδητοποιήσουν τα ναζιστικά εγκλήματα. Είναι και αυτός ένας λόγος για την άνοδο των ψήφων σε ακροδεξιά και φιλοναζιστικά κόμματα. Σαφώς όχι ο σημαντικότερος.

Αν τα βιβλία της σχολικής Ιστορίας ξαναγραφτούν, μεγάλο βάρος πρέπει να δοθεί στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Στην Καισαριανή, στο Χαϊδάρι, σε άλλους τόπους εκτελέσεων, δολοφονήθηκαν από τον κατακτητή και στους συνεργάτες του αθώοι άνθρωποι, που πάλεψαν για την ελευθερία της πατρίδας. Ανάμεσά τους, πολλοί αριστεροί, πολλοί κομμουνιστές. Οι πράξεις τους δεν ήταν αντεθνικές, το απολύτως αντίθετο. Όσο δεν το ξεκαθαρίζει αυτό η επίσημη πολιτεία όσο η ιστορική αλήθεια δεν αποκαθίσταται, η Ιστορία θα μένει κολοβή.


[ΠΗΓΗ: Αγγελική Κώττη, «Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν τον σωρό» - δημοσιεύτηκε στο Fractal, Η Γεωμετρία των ιδεών: http://fractalart.gr/ ]

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ζηνοβία Αντιδώρου, Η Προσδοκία Βρέθηκε Νεκρή Με Χαρακιές Στο Πρόσωπο

Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθμεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και που το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. [Βιοτεχνία Υαλικών Μένης Κουμανταρέας]




Πρωί θορυβώδικο και ασθενικό. Άφιξη σημαίνουσα το ίδιο βράδυ. Εκλεκτός καλεσμένος. Ποιός; Μακάρι να ‘ξερα. Ένα περαστικό καλοκαίρι ήταν αυτός ο επιβάτης μιας συγκεκριμένης αμαξοστοιχίας. Επιβιβάστηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου. Έκανε στάση στη Λάρισα. Έφτασε στην Αθήνα, όχι προτού περάσει από μπροστά μου χωρίς να μιλήσει, ενώ πάλευα να βολέψω τη βαλίτσα μου στο ψηλό ράφι. Χρειάστηκα πέντε περίπου ώρες, όσο και η διαδρομή Βόλος – Αθήνα, για να καταλάβω τι μου θύμιζε. Ήταν ωραίος σαν Έλληνας, και δεν ήξερε πολλούς τέτοιους.
 Ξαφνιάστηκε, όταν είδε δυο εικόνες τόσο αταίριαστες να εφάπτονται στο τζάμι του βαγονιού. Το τοπίο έτρεχε προς τα πίσω. Κι εκείνο το παιδάκι με τα πατομπούκαλα που έπαιζε στην αυλή με το μικρό της αδερφό θα έκανε την άφιξή του σήμερα το βράδυ στη βόρεια πρωτεύουσα της ευημερίας. Όχι πριν προλάβει να της περιγράψει στα πεταχτά μια ανάμνηση. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό ανεπανόρθωτα, είπε, και επίσης είπε: «εμείς αγαπήσαμε και το χώμα που πατάτε, κι εσείς δεν ξέρατε ούτε την ύπαρξή μας». Ακούστηκε κοροϊδευτικό –η ανάμνηση ήταν τουλάχιστον πιο χαριτωμένη. Ήταν, λέει, μια κοπέλα με ένα κόκκινο φόρεμα. Κάπως εφαρμοστό και κοντό. Φορούσε εσπαντρίγιες. Την είδε να περνάει έξω από το σχολείο του. Την ξέντυσε πολλές φορές. Τη φιλούσε ασταμάτητα. Τη χάϊδευε παντού, κάθε βράδυ που έκλεινε τα μάτια. Δεν τη χόρταινε –όλοι έχουνε δα την αγαπημένη τους φαντασίωση.
 Υπήρχαν κι άλλα ενδιάμεσα. Ιστορίες για κενταύρους, για λεκέδες σε μωβ φορέματα και για πίσω αυλές. Περαστικά καλοκαίρια και συναντήσεις φευγαλέες, ίσως ανούσιες. Εκείνο το θορυβώδικο πρωί, ετοιμάστηκα να τον υποδεχτώ. Δεν ήξερα αν θα με δει γυμνή ή όχι, αλλά ετοιμάστηκα καλού-κακού. Σα να ετοιμαζόμουν να κάνω ψυχικό. Εξαρτάται το αποτέλεσμα από χίλιους κι έναν παράγοντες. Από τη διάθεση. Την ανάγκη. Ή από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Το βράδυ τη βρήκε να ποδηλατεί ανάμεσα στις νιφάδες να τον παραλάβει. Άργησε. Το χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει. Δεν έμοιαζε διόλου με καλοκαίρι. Δεν είναι καλοκαίρι η ζωή, γιατί. Κι εγώ το μόνο που ήξερα ήταν πως είχε πάει τρεις η ώρα και αύριο δούλευα. Ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο τη στιγμή εκείνη. Λίγο έλειψε να σηκωθώ να φύγω. Γιατί ερχόταν; Τι στο διάολο με έπιασε να τον προσκαλέσω; Γιατί δεν είχα προσκαλέσει άλλους, όταν έπρεπε, να γιατί.
Τρεις μέρες ατελείωτες. Γεμάτες ποικίλες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Είχε γίνει πλέον αντιληπτό στην ομήγυρη πως δεν έβγαινε τίποτα από αυτή την επίσκεψη. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Πάνω που ήταν έτοιμη να αναπνεύσει ανακουφισμένη, γιατί το σιδερένιο βουητό τον απομάκρυνε από την κρύα αγκαλιά της, άρχισαν να πέφτουν δακρυγόνα στην πρωτεύουσα. Κάτι γιόρταζαν. Κάποιον που έφυγε. Άλλους που μάτωσαν. Το μίσος είχε συσσωρευτεί κι ήθελε να δει σκαλιά μαρμάρινα να λούζονται στο πιο πολύτιμο ανθρώπινο υγρό. Άγρια χαρά που ένιωθαν όλοι εκείνοι που έριχναν κλωτσιές σε μαλακές κοιλιές κοριτσιών με μακώ μπλουζάκια! Πόσα χρόνια σιγοψήθηκαν σε φοινικέλαιο και ψιλοκομμένη απόρριψη, τάχα. Πόσες αόρατες κλωτσιές να ‘χαν φάει ως τώρα οι ίδιοι για να εξηγήσουν τη μανία τους.
 Ο αγώνας να ημερέψει ο κόσμος δεν είχε τελειώσει. Η ζωή της πίσω στις λεωφόρους του χαλασμού έτρεχε στο φόντο. Κι αυτή που νόμιζε πως τα καλοκαίρια την όριζαν, τάχα. Όλα τα όμορφα αγόρια που αγαπούσαν το απλό και καθάριο, ένιωθαν δέος μπροστά στην αλλαγή των εποχών, διάβαζαν Επίκουρο και έκαναν σπονδή στον Διόνυσο χρειάζονταν να μεγαλώσουν λίγο ακόμα. Αν ήθελαν να την φτάσουν.

Τούρτα στο ποτάμι
Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του.
  Κάθε που τα χιόνια λιώνουν στα τριγύρω βουνά η κοίτη υγραίνεται, σαλεύει και αλαλιάζει ο τόπος. Τα πουλιά τιτιβίζουν πιο δυνατά, μυρίζει νερό και σάπια φύλλα. Αν βρέχει, ακόμη καλύτερα. Πλουτίζει το χαρμάνι που λίγα μέτρα πιο ‘κει καταλήγει στη θάλασσα. Όπως τώρα. Μας είχαν ενημερώσει από χτες τα δελτία των οχτώ για τις επικείμενες βροχοπτώσεις, από τις οποίες θα ήταν φρόνιμο να προφυλαχτεί κανείς κουρνιάζοντας. Δύσκολο κόλπο, ταχυδακτυλουργικό, να κρατήσεις την ομπρέλα με το ίδιο χέρι με το οποίο γράφεις μια ιστορία.
  Δεν πιάνει το μελάνι στο βρεγμένο χαρτί, διαλύεται, απλώνει επάνω στις ίνες. Ίσα που φαίνονται τα γράμματα, αχνά. Μ’αυτό το σκοτάδι δε μπορείς να ‘σαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Λες και τα στοιχεία της φύσης παλεύουν ν’ αφήσουν το ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματά μου στο σκοτάδι. Το μπικ και το σημειωματάριο δε λογίζονται ως αρκετά μαχητικά εργαλεία. Οι στάλες πάνω στην ανοιχτή ομπρέλα ηχούν μονότονα, ενοχλητικά, με αποσπούν από εκείνη την ορθογώνια τούρτα ενός κιλού που αγόρασα ένα φωτεινό μεσημέρι της προ-εφηβικής μου ηλικίας για να κατευνάσω θεούς και δαίμονες εντός μου.
  Δεν ήταν ζαβολιά κι ας φαίνεται• είχα πάρει άδεια, και οι άδειες δε δίνονταν έτσι αψήφιστα στο πατρικό μου. Συζητιόταν για μέρες, βδομάδες καμιά φορα, εξαρτάται από την έκταση, αλλά και το βάθος του εκάστοτε ζητήματος. Το συγκεκριμένο ήταν ομολογουμένως ήπιας σημασίας. Ξεκίνησε ως άκακο όνειρο, για να γίνει εμμονή. Το είδα μία, το είδα δύο, μέχρι που εκείνη η κοινότοπη εικόνα έγινε μοναδική μου λαχτάρα. Το είδωλό μου μέσα σε μια θολούρα, σα να έπαιζε σε κινηματογραφική κόπια που της είχε ξεθωριάσει το Τεκνικολόρ, να στέκεται αγέρωχα μπροστά σε μια τεράστια στρογγυλή τούρτα. Να παίρνει ένα κουτάλι της σούπας. Να ξεκινάει από τα κρεμώδη τελειώματα, φουσκωτές, καλοφτιαγμένες φωλιές από σαντιγί να θυσιάζονται στο διάβα του, να συνεχίζει απτόητο προς το παντεσπάνι, να μπερδικλώνεται στα γλασαρισμένα κερασάκια, να ορθώνεται ξανά και να προχωράει αμέριμνο προς τα σοκολατένια καγκελάκια, το ζαχαρωτό σπιτάκι κι ύστερα προς τη λίμνη από μπλε ζελέ. Η μοναχικότητα, η ιδιωτική ποιότητα της στιγμής ήταν το ένα και μοναδικό αληθινά ονειρικό στοιχείο• απομεινάρια από τούρτες γενεθλίων κοντινές στην εντυπωσιακή περιγραφή είχα φάει ουκ ολίγες φορές και δη με κουτάλι της σούπας, παρέα πάντα με τους λιλιπούτειους καλεσμένους των παιδικών πάρτυ μας και συνοδεία των τριών, που αργότερα έγιναν τέσσερα, αδερφών μου.
  Χρειάστηκε να γίνω εξαιρετικά περιγραφική για να την πείσω. Ήμουν επίσης αφοπλιστικά ειλικρινής: “Μαμά, με αφήνεις να αγοράσω μια τούρτα και να τη φάω όλη μόνη μου; Έχω δει πολλές φορές στον ύπνο μου να τρώω μια μεγάλη τούρτα, μια ολόκληρη τούρτα, μια τούρτα μόνο για μένα. Αχ, πόσο τη λιμπίζομαι αυτή την ολόδική μου τούρτα του ονείρου!” Για ψυχανάλυση τότε δεν πολυ-ήξερε η μαμά μου κι ήταν αρκούντως θρήσκα για να δεχτεί της επιρροές της λίμπιντο στον τρόπο που γυρίζει η γη, αλλά δε θα δεχόταν, ακόμη και να ‘ξερε, καμιά από τις παραδοχές της. Ούτε κι ελόγου μου έχω κατασταλάξει στο αν το όνειρο είχε σεξουαλικό υπόβαθρο, εκείνη την περιβόητη αχόρταγη φύση μου που κάποιος, κάποτε στηλίτευσε με μένος. Ίσως η γαργαντουική όρεξη να ήταν διάθεση να εγκολπώσω τα πάντα ως βασίλισσα αμοιβάδα, να αισθανθώ τον απόλυτο έλεγχο -έστω για όσο διαρκεί ένα όνειρο- μια αίσθηση που ήταν ανέφικτη μέσα σε ασφυκτικό κλοιό πολύτεκνης οικογένειας.
  Η τούρτα που ονειρευόμουν ήταν στρογγυλή και υπερφυσικά μεγάλη. Λευκή και άσπιλη σαν κύκνος. Η πραγματικότητα πάντα διαφέρει, κι έτσι, αγόρασα μια τούρτα ορθογώνια, γεύση σοκολάτα ή μάλλον μπλακ φόρεστ, γιατί οι υπόλοιπες διαθέσιμες προοριζόταν για καμιά δεκαριά άτομα και η μαμά δε με είχε χαρτζιλικώσει τόσο ασύνετα. Είχε ρωτήσει πρώτα τον εξομολόγο της, εν ολίγοις είχαμε στρέψει τα μάτια στους ουρανούς για φώτιση. Ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος επέτρεψε την πραγματοποίηση του ονείρου μου, μέσω του σεπτού λειτουργού του, ο οποίος βρήκε τη παιδική σκέψη μου ανούσια κουταμάρα δίχως κακές προεκτάσεις και θεώρησε άτοπο να μου μείνει απωθημένο.
  Με έγκριση Κυρίου να ριχτώ στο θανάσιμο αμάρτημα της λαιμαργίας το σχέδιο μπήκε σε ενεργό δράση. Η τούρτα τοποθετήθηκε με κινήσεις ιεροτελεστίας σε ένα γυαλιστερό μπορντώ χάρτινο κουτί που έγραφε επάνω “Ρόδον” και είχε ένα λευκό τριαντάφυλλο μπουμπούκι να κάθεται επάνω στο στριφογυριστό κοτσάνι του. Τα χέρια μου βοήθησαν στη συναλλαγή. Τα πόδια μου βγήκαν χοροπηδώντας από το ζαχαροπλαστείο -ήταν μεγάλη μέρα. Πήγα γραμμή στο ποδήλατο, φόρτωσα την πραμάτεια μου, την οποία κουβάλησα με όλη μου τη μαεστρία ευθεία, όλο ευθεία στη Ρήγα Φεραίου, μέχρι το ποτάμι.
  Είχα φροντίσει να κουβαλήσω στην τσέπη μου ένα ασημί κουταλάκι γλυκού που θα μου έκοβε λίγο τη φόρα και θα μου επέβαλλε τρόπους σαβουάρ-βιβρ στο απόμερο πικ-νικ μου. Βρήκα την πιο καλή κρυψώνα, κάπου ανάμεσα σε φουντωτά φυλλώματα που οι αχτίνες του ήλιου διαπερνούσαν μόνο για να χαράξουν φωτεινά τρίγωνα στο πεζούλι. Άνοιξα ευλαβικά το κουτί και άρχισα να τρώω με αποφασιστικότητα. Χωρίς να πεινάω. Ήταν ιεροτελεστία, μεταλαβιά, ξαλάφρωμα από το ταμπού της μοναχοφαγίας -καταραμένη και άκρως απαγορευμένη συνήθεια. Το παιδικό μου στομάχι στο τέλος δε χώρεσε όλη την κρέμα σοκολάτα με τα αμύγδαλα, το αφράτο παντεσπάνι και τα κερασάκια. Πήραμε όλοι μαζί το δρόμο του γυρισμού, το χαρτονένιο κουτί να έχει δανείσει λίγο από το βάρος του στην κοιλιακή μου χώρα.
  Στο σπίτι έκρυψα τον προσωπικό μου θησαυρό στο περβάζι του δωματίου μου, πίσω από την κουρτίνα, γιατί το όνειρο στην αυθεντική του εκτέλεση ορμήνευε να φάω τη λιχουδιά μόνη μου, όχι να τη μοιραστώ. Δε θυμάμαι τι έκανα αργότερα με όση περίσσεψε, ξέρω μόνο πως η εκπλήρωση του ονείρου δε με συγκίνησε ιδιαίτερα, ούτε με σημάδεψε ως μοναδική στιγμή απόλαυσης, όπως περίμενα.

  Ίσως ήταν η πρώτη φορά που μου φανερωνόταν με σαφήνεια ετούτη η οδυνηρή πραγματικότητα πως τα όνειρα είναι μάλλον καλύτερο να μένουν όνειρα• μόνο που δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή, χρειάστηκε μάλιστα να υποφέρω μπόλικες αποκαθηλώσεις για να το χωνέψω. Στο εξής αποφεύγω επιμελώς τις μεγάλες συνειδητοποιήσεις, γιατί χωνεύονται δυσκολότερα ακόμη κι από τις πιο μεγάλες τούρτες.