Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Μάριος Χάκκας, Ν’ αγναντεύω τους φίλους, ποιοι στέκουν ακόμα, πόσοι έχουν κουράγιο να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο

Έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά κι αυτό διαρκεί για καιρό, μήνες σε οργασμό… Ιστορίες κουβαριάζονται μέσα μου, αρπάζω το νήμα κι αρχίζω να ξετυλίγω. «Αυτός είσαι» σκέφτομαι, «η μικρή ξεχασμένη ρεματιά που επιχειρεί να υπάρξει, ευκάλυπτος μ’ ένα ελάχιστο φύλλωμα να ριγεί στον αέρα, κληματαριά που προσπαθεί να στηρίξει κάπου τα φύλλα της»

 [ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ, είναι μια σειρά συγκλονιστικών αφηγημάτων με καθαρά προσωπική γραφή και με τη διάσταση της εμπειρίας από την αρρώστια και τον επικείμενο θάνατο. Στο στερνό αυτό έργο του ο Μάριος Χάκκας αποσπώντας από το θάνατο κομμάτι κομμάτι τις μέρες και τις ώρες του, καταγράφει απελπισμένος αυτή τη βαθμιαία και φρικιαστική αποκόλληση από τη ζωή: αισθήσεις, παραισθήσεις, αναμνήσεις, απολογισμούς, παραλογισμούς και οράματα.Πάντα εν βρασμώ ψυχής με σαρκαστική και σατιρική διάθεση, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται και αυτοβιογραφούμενος καταγράφει τα ιλαροτραγικά τεκταινόμενα της μικροαστικής νεοελληνικής πραγματικότητας]

ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ (Διηγήματα – εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ) 1970
Τα γραπτά μου μικρά σαν κουτσουλιές, στη δεύτερη το πολύ στην Τρίτη σελίδα, εξαντλούνται, κι έπειτα μάταια προσπαθώ να τα τεντώσω, δεν έρχονται οι φράσεις και τα νοήματα γατάκια πεταμένα σε σκουπιδότοπο. Οπότε τους βάζω ένα όποιο τέλος και πάω γι’ αλλού. Άλλες ιστορίες κουβαριάζονται μέσα μου, αρπάζω το νήμα κι αρχίζω να ξετυλίγω, ώσπου πάλι κόβεται. Ίσως να τραβάω απότομα. Τ’ αφήνω έτσι όπως βγαίνουν, αποσπάσματα μιας τεμαχισμένης ψυχής, με αποτέλεσμα να μην μπορώ μέχρι σήμερα να γράψω ένα μεγάλο κομμάτι, κάτι σαν χρονικό.
Βρισκόμουνα τον Αη-Γιώργη τον Κουταλά, ένα μικρό μετόχι χαμένο ανάμεσα Καισαριανής και Καρέα. Αν με ρωτούσε κανένας γιατί άρχισα να γράφω ένα μεγάλο κομμάτι σ’ αυτό το σημείο της γης, φυσικά δεν θα ’ξερα τι να απαντήσω. Ας πούμε πως ήταν κάτι σαν αποκάλυψη. Όσο απότομα και να τραβούσα, ήταν δεμένα με συρματόσχοινο, έβγαιναν στην επιφάνεια άνετα, ταίριαζαν μεταξύ τους οι φράσεις, στοιχίζονταν και προχωρούσαν.


Από δω πάνω έχω μια τέτοια οπτική γωνία της ζωής, που έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά, κι αυτό διαρκεί για καιρό, μέρες, μήνες σε οργασμό, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να γράφω, χαλούν τα πλήκτρα της μηχανής, φθείρεται η ταινία, τελειώνει το χαρτί κι ακόμα δεν έχω αρχίσει, δεν έχω πει ούτε το ένα εκατοστό από κείνα που στριμώχνονται μέσα μου.

Σ’ αυτό το σημείο της γης τα πάντα φωτίζονται. «Τόσο απλό είναι;» αναρωτιέμαι καθώς βλέπω τους θάμνους ν’ ανεβαίνουν την πλαγιά, το λόφο δεξιά με τις καμένες πέτρες, το καψαλισμένο δένδρο που επιμένει να κρατιέται όρθιο, και η δενδροστοιχία με τους ευκάλυπτους – ξερά τα φύλλα από την πυρκαγιά και μόνο στην κορυφή μια τούφα πράσινο, μια κάποια προσπάθεια για επανάληψη. Κι ο κήπος με τα μαδημένα χρυσάνθεμα έτσι που σκύβουν στο χώμα, η κληματαριά που ανεβάζει τα κατακίτρινα φύλλα της στον τοίχο της εκκλησίας, η βρύση που χάλασαν οι βόλτες της και τρέχει κρατώντας το ίσο στη σιγαλιά του τοπίου, κι όλα αυτά να ενώνονται μέσα μου, να ’μαι γερμένο χρυσάνθεμο και μοναχικό δένδρο, ευκάλυπτος μ’ ένα ελάχιστο φύλλωμα να ριγεί στον αέρα, κληματαριά που προσπαθεί να στηρίξει κάπου τα φύλλα της. «Αυτός είσαι», σκέφτομαι, «η μικρή ξεχασμένη ρεματιά που επιχειρεί να υπάρξει».

Για τους άλλους μπορεί να μη λέει τίποτα αυτός ο χώρος. Ακόμα κι εγώ πριν λίγα χρόνια προτιμούσα το τουριστικό στον Λομπαρδιάρη, μ’ άρεσε η βλάστηση εκεί, κι όπως είναι πυκνά τα φυλλώματα, έχω αγκαλιάσει γυναίκες κι έχω χώσει το χέρι μου κάτω από φούστες, ιδίως όταν πέφτει το σούρουπο, καθώς είναι λίγα τα φώτα, μπορείς να την τραβήξεις επάνω σου, ενώ παραπέρα άλλα ζευγάρια ασχολούνται με την ίδια υπόθεση.
Αυτά πια με κουράσανε. Από τη μια μεριά η αρρώστια, από την άλλη η ηλικία, τώρα πολλές φορές δεν έχουν και νόημα, γι’ αυτό αποφεύγω τους χώρους που κάποτε εκδήλωνα την αυτοπεποίθησή μου. Προτιμώ έναν περίπατο στον Κουταλά κι όλο σκέφτομαι να κάνω μια αίτηση στην αρχιεπισκοπή μήπως και μου παραχωρήσουν αυτό το ξεχασμένο μετόχι. Μένει μια καλόγρια μονάχη. Ας την πάνε σε κάποιο μοναστήρι που θα ’χει κι άλλες γερόντισσες, παπά που θα λειτουργεί την εκκλησία, ηγουμένη, κανόνες. Τι κάνει εδώ μοναχή της;

Κι εγώ θ’ ανεβώ λαχανιάζοντας στη ράχη ν’ αγναντέψω για φίλους, ποιοι στέκουν ακόμα, πόσοι έχουν κουράγιο να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο.
Ο οδοντογιατρός, κουρασμένος από τις γυναίκες, γεροντοπαλίκαρο που δεν εκδηλώνει καμιά διάθεση για παντρειά. Αυτός είναι κι ο πιο σίγουρος. Μπορεί να πάρει μαζί του τα σύνεργα κι όποιος θέλει ας κουβαλιέται μέχρι τον Κουταλά να σιάχνει τα δόντια του δωρεάν, ένα είδος κοινωνικής αντιπροσφοράς για την παραχώρηση του χώρου.
Ο Παγανάκης, κατ’ εξαίρεση ο μόνος παντρεμένος. Παλιότερα, πριν από το γάμο του, έκανε σκέψεις για κοινοβιακή ζωή, ταξίδεψε και στο Άγιον Όρος, όμως δε νομίζω πως έσβησε μέσα του αυτή την τάση για την αναχώρηση. Πάντα νοσταλγεί την καραβάνα, μια μερίδα καλοκομμένη ψωμί και μια τριμμένη κουβέρτα.
Ο Δημήτρης, που τον έχουνε κάνει ρετάλι γυναίκες κι αλκοόλ. Τρέμουν τα χέρια του και δεν μπορεί να ζωγραφίσει. Ίσως ηρεμήσει ξανά και ξαναπιάσει πινέλο, αν και κάπως δύσκολο με τις μέτζες που του κόλλησαν τώρα τελευταία: έχει τη μανία των διπλών, παίρνει τα χάπια δυο-δυο, ζητάει από το γκαρσόνι να του κόψει τις ντομάτες στις έξι, οχτώ ή δέκα κομμάτια. Πάντα στα διπλά. Ξέρω που μπορεί να καταλήξει αυτή η μανία:
όπως ο Σταθούρος στη φυλακή, κατά τα άλλα καλό γεροντάκι, μόνο που ήτανε με τα διπλά κι είχε γίνει βασανιστική η ζωή του. Κάπνιζε δυο τσιγάρα ταυτόχρονα κι έπρεπε οι ρουφηξιές να είναι διπλές, τις έφτανε μέχρι πενήντα δυο και δύο, ο μαγικός αριθμός, κι όλα ήταν διπλά, «ο ήλιος» του λέγαν, και «το φεγγάρι» απαντούσε με σημασία, έφτασε να βάζει διπλά μναταλάκια στα ρούχα του, διπλές σαπουνιές τριψίματα, μέχρι πια που μέτραγε τα βήματά του, είχε ρέψει πάνω του υπολογίζοντας. Δε συναναστρέφονταν κανένα μήπως και λαθέψει στο μέτρημα, κι αν κάποιος τον μπέρδευε, τότε έβριζε «μάυρα σας μακαρούνια, καημένοι», φώναζε όλη τη νύχτα και κρατούσε το θάλαμο ξάγρυπνο. Αν κι ο Δημήτρης έχει μια τέτοια κατάληξη, φυσικά θα το σκεφτούμε αν έρθει μαζί μας.
Ο Τίμος πήρα τα μάτια του κι έφυγε στην ξενιτιά. Στην αρχή σα φοιτητής, τώρα ποιος ξέρει τι κόλπα κάνει και την βολεύει. Πάντως να δουλεύει, αδύνατον. Η μόνιμη απορία του ήταν γιατί δουλεύουν οι άνθρωποι και γιατί δένουν οι φαντάροι τα κορδόνια από τις αρβύλες τους, γι’ αυτό τον φωνάζουν «χαμούρη», όμως αυτός δε νοιαζότανε, άραξε στο αντίσκηνο και τραβούσε τους ύπνους του.
Να μην ξεχάσω τον Τσαούση. Δεν ήταν λοχίας ο έρμος. Μόνο που νοιαζόταν για το αντίσκηνο μην πέσει από τον πολύ αέρα και τη βροχή. Αυτός το μπάλωνε, αυτός στέριωνε τους πασσάλους τριγύρω και του ’μεινε το παρατσούκλι. Ο Τσαούσης είναι απαραίτητος για την τάξη. Όταν θα μυρίζουν πολύ τα κελιά, στο εξάμηνο πάνω περίπου, θα βάζει μια φωνή, θα τραβάει και κανέναν από το πόδι για γενική καθαριότητα.

Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.

Να το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες στον κρατήρα. Εκεί, ας μαζέψουν στάχτη, πέτρες χώμα κι ας χτίσουν ένα νέο κόμμα. Εμείς πια αποκλείεται, τουλάχιστον με τη θέλησή μας, για να μη λέμε και μεγάλα λόγια. Αν μας στριμώξουνε θα πάμε, τι να κάνουμε; Δε θα σκεφτόμαστε όμως ούτε Μαραθώνα, ούτε Γοργοπόταμο. Μόνο τη γέρικη πλαγιά με το δαφνώνα, το χέρι μας βαλμένο ανάμεσα στα σκέλια της γυναίκας, πώς θα την κοπανήσουμε επιστρέφοντας στο σπίτι με τα φερ φορζέ που θέλουν ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά, να, κάτι τέτοια θα σκεφτόμαστε. Για τις «σταυροφορίες» μην ελπίζουν, σε τέτοια κόλπα πια δεν ξαναμπαίνουμε. Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ’ αυτό τον κόσμο και οι ήρωες.

Κι αν στο κάτω κάτω χρειάζεται και κάποια κυβέρνηση, βάλτε επικεφαλής μια μητέρα στο υπουργείο Γεννήσεων, ένα εικοσάρη στο υπουργείο του Έρωτα, κι ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Κι αυτή ας είναι όλη και όλη η κυβέρνηση. Οι άλλοι, κάτι με χαρτοφυλάκια, κι άλλοι χωρίς, ξεσπούν στην καμπούρα μας όλα τα κόμπλεξ τους, κι από πάνω πρέπει να τους θεωρούμε σωτήρες. Αμ δε. Δεν μας σώζει κανένας, κι αυτό το ξέρει ο υπουργός του θανάτου που βλέπει κάθε μέρα εκθέσεις σωρό, πόσοι και πόσοι ξοφλού, κανένας δε σώζεται. Γι’ αυτό και δεν επαίρεται. Κάνει μια τυπική δουλειά, μετράει τους νεκρούς, συνειδητοποιεί τη μοίρα του και δεν έχει όρεξη για μεγαλύτερη εξουσία.

Ο νεαρός υπουργός του Έρωτα επιθεωρεί τα ξενοδοχεία αν έχουν παραστάσεις ωραίες, ευχάριστη μουσική εκείνη την ώρα, όχι όπως εμείς σε κείνα τα άθλια σεπαρέ μα το μεγαφωνάκι να τρίζει όλο γρέζια κι ο ξενοδόχος κατά τα κέφια του ν’ αλλάζει σταθμό από το δωμάτιο του. Κι έτσι, τις πιο κρίσιμες στιγμές έτυχε ν’ ακούω οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους, ειδήσεις που μιλούσαν για χιλιάδες νεκρούς, μάχες, τυφώνες, σαχλά μηνύματα εργατών από τη Γερμανία. Άσε που τα καμαράκια χωρίζονταν μ’ ένα φτηνό κόντρα πλακέ κι άκουγες τα διπλανά λαχανιάσματα, ποιος ξέρει πόσες τρύπες θα είχαν και πόσα μάτια θα έβλεπαν. Και μετά ρωτάς πώς βγήκαμε έτσι. Πάλι σωστοί είμαστε. Θα μπορούσαμε να ’μαστε πολύ πιο χειρότεροι!

Το παιδί των είκοσι χρονών συνεχίζει την επιθεώρησή του, αυτή τη φορά στα πάρκα: «Εδώ», λέει, «να μπει ένα διπλό κρεβάτι με θέα λιμνούλα. Εκεί ν’ αξιοποιηθεί το γρασίδι» Γύρω του υπάλληλοι που κρατούν σημειώσεις, όλοι νέοι που ξέρουν καλά τι θα πει να έχεις ένα κορίτσι στην αγκαλιά σου.
Κι όλα θα είναι καλά κι όμορφα, τουλάχιστον για τους νέους. Για τους μεγάλους κανένα σύστημα και καμιά κοινωνία του μέλλοντος δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αυτοί θα αντιμετωπίζουν το μέγα εξουσιαστή, τον υπουργό του Θανάτου. Εγώ ήδη τον βλέπω κατάματα, νιώθω πολλές φορές να μου χαμογελάει, κι έτσι σιγά-σιγά εξοικειώνομαι να μην ελπίζω.

 [Ο Μάριος Χάκκας υπήρξε ένας ανήσυχος, ασυμβίβαστος και εξαιρετικά βασανισμένος άνθρωπος που στα πεζογραφήματά του απέδωσε τις προσωπικές του εμπειρίες, είτε των πολιτικών διωγμών, είτε της αρρώστιας και του θανάτου. Διαβάζοντας ακόμα και την πρώτη μόνο γραμμή αυτής της μικρής συλλογής αφηγημάτων αισθάνεσαι το σπαραγμό ενός ανθρώπου που ψάχνει τις λέξεις για να χωρέσουν το άρρητο, το ανείπωτο: μια ζωή «σπαταλημένη», ηττημένη σε αγώνες αδικαίωτους, μια χαμένη νιότη που παλεύει τόσο πρώιμα (41 ετών) με το θάνατο. Είναι φανερό από τις πρώτες σελίδες ότι δεν πρόκειται ακριβώς για «διηγήματα», δεν πρόκειται δηλαδή για μυθοπλασία αλλά για μαρτυρία, κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου που βρίσκεται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου]

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Σταύρος Σταυρόπουλος, Για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλα και να καείς

Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία… Σαν τα πρόσωπα, που είναι ανομολόγητοι εαυτοί κι έχουν γεννηθεί όλα μ’ ένα κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γράφει και αισθάνεται ότι εκλύεται καπνός από τις λέξεις όταν ο Έρωτας ακούγεται όπως το ροκ εν ρολ και χορεύει σε δρόμους μεσάνυχτα όπου τα όρια σπάνε γιατί δεν αντέχουν την ταχύτητα του σώματος

Πήρα χαρτί κι άρχισα να ζωγραφίζω ξανά.


Για να συμπληρώσω τους ανθρώπους. Στην αρχή πάνω σε ξύλο - σχεδίασα με μανία τα περιθώρια. Άνοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Να αναπνέουν τα πρόσωπα.
Ο ήλιος τα έκαιγε, τα έκανε να μοιάζουν ακόμη πιο σκούρα. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ένα νέο γένος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.
Ήταν λοιπόν όλα απλώς ένα ζήτημα ζωγραφικής;

Ανέτρεξα στις σημειώσεις από τη μνήμη του σώματος. Στις ακραίες κινήσεις των χειλιών όταν τρέμουν. Στον τρόμο μιας αγκαλιάς που πεθαίνει, στις αδιόρατες γωνίες όπου συχνάζει η λύπη. Την αφαίρεσα. Μουντζούρωσα με κόκκινο το περίγραμμά της· τώρα η λύπη ήταν φωτιά. Και έκαιγε σαν ηφαίστειο. Ευτυχώς η θάλασσα χάνεται τελευταία. Έτσι αναγκασμένη να βλέπει τα πάντα και την κοιτάζω. Με τρόπο καταστρεπτικό και δυσοίωνο κοιτάζω τα επικίνδυνα όπλα της, όλα έγιναν νερό μπλε. Και τη ρωτάω.

Ο Μπάουι ήρθε ξεβαμμένος Χριστούγεννα, χωρίς λωρίδες, και είχε ένα βερολινέζικο σακάκι ριγμένο στον ώμο. Του λέω σε έψαχνα να πάρεις τη θέση μου. Να κοιτάζεις με το γυάλινο μάτι σου που αντέχει, εγώ δακρύζω. Θα χάσουμε τη συνέχεια του κόσμου. Μετά πού; Πού; Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία.

Είχα βγει έξω και τον έβλεπα να του μιλάει, τον παρακαλεί. Ήμουν δυο, αυτός που έβλεπε αυτόν που μιλούσε και αυτός που μιλούσε. «Μπροστά μου πήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δύο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου νόμιζε ότι έβλεπε και η ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει».*

Τότε μια λάμψη υπερφυσική έσβησε τα πρόσωπα, με ένα φύσημα, σαν κεριά και έμεινε τίποτε. «Είσαι μια ροκ εντ ρολ αυτοκτονία», ακούστηκε η φωνή του αόρατου τραγουδιστή, από ένα βάθος, και έφυγε από τον πίνακα. Η ζωγραφική είχε τελειώσει.

Τα πρόσωπα είναι ανομολόγητοι εαυτοί. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ πριν και είπε γενηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Όλα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ήταν πάλι νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου, εδώ κάτω στη γη είναι μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;

Μετά έβγαλα τα ακουστικά μου και ο ήχος χάθηκε. Επανήλθε εκείνο το απέραντο κενό, αλλά σαν έκσταση. Οι ψυχές λερωμένες στάθηκαν όρθιες, σε στάση αποχαιρετισμού. Ήταν σαν τελετή δακρύων. Έκλαιγαν κάτω από τη γη.
Ένιωσα ότι για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλά σου.
Και να καείς.
* Δάντης, Θεία Κωμωδία, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, 1962

[ΠΗΓΗ: Σταύρος Σταυρόπουλος, στήλη ΑΠΕΝΑΝΤΙ στη Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 22-10-2011]

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αυτός που σκέφτεται δεν ξοδεύει ούτε μια σταλιά φως παραπάνω, ούτε ένα κομμάτι ψωμί, ούτε μια σκέψη παραπάνω

Κάποτε επισκέφτηκε τον κ. Κ. ένας καθηγητής της φιλοσοφίας κι άρχισε να του μιλάει για τη σοφία του. Μετά από λίγη ώρα ο κ. Κ. είπε στον καθηγητή: κάθεσαι ενοχλητικά, μιλάς ενοχλητικά, σκέφτεσαι ενοχλητικά. Σαν τ’ άκουσε αυτό ο καθηγητής θύμωσε πολύ και του είπε: δεν μ’ ενδιαφέρει τι σκέφτεσαι για το άτομό μου, μ’ ενδιαφέρει να μάθω τη γνώμη σου γι’ αυτά που λέω. Αυτά που λες δεν έχουν περιεχόμενο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Σε βλέπω να βαδίζεις αδέξια, και το βάδισμά σου δεν έχει προορισμό. Μιλάς σκοτεινά και η ομιλία σου δε φωτίζει τίποτα. Βλέποντας τη στάση σου παύει να μ’ ενδιαφέρει ο στόχος σου.

Οι ΙΣΤΟΡΙΕΣ αυτές έχουν ένα κοινό άξονα: δείχνουν τη συμπεριφορά του ατόμου, του κ. Κόυνερ, απέναντι σε φαινόμενα της καθημερινής ζωής, και τις αντιδράσεις του απέναντι σε καθιερωμένες αντιλήψεις και καταστάσεις. Καθώς μάλιστα ο κ. Κόυνερ τοποθετείται, από τη μια ιστορία στην άλλη μέσα σε μια διαφορετική κατάσταση, όλες οι ιστορίες μαζί συνθέτουν έναν κόσμο «εν κινήσει»

Μέτρα ενάντια στη βία (από το βιβλίο του Μπέρτολτ Μπρεχτ ΙΣΤΟΡΙΕΣ του κ. ΚΟΫΝΕΡ: Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΑΝ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ– Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ 1981)


Όταν ο κ. Κ. ο στοχαστής έτυχε να μιλήσει κάποτε σε μιαν αίθουσα μπροστά σε πολύ κόσμο ενάντια στη βία, είδε τους ανθρώπους γύρω του να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Γύρισε τότε κι αντίκρισε τη βία. Τι έλεγες, τον ρώτησε η βία. Εγώ; αποκρίθηκε ο κ. Κ. υποστήριζα τη βία. Σαν έφυγε η βία οι μαθητές του κ. Κ. τον ρώτησαν γιατί έσκυψε το κεφάλι. Γιατί δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο, αποκρίθηκε ο κ. Κ. Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία.
Και ο κ. Κ. αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει ΟΧΙ, ήρθε μια μέρα τον καιρό της παρανομίας ένας πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί, που το είχαν εκδώσει αυτοί που εξουσίαζαν την πόλη. Το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ’ ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, όπως και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θα ’πρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θ’ αντάμωνε.

Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε και προτού κοιμηθεί ρώτησε ον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;
Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη την ημέρα τον υπάκουσε άλλα επτά χρόνια.  Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον, ένα πράγμα απόφυγε να κάνει: δεν του ’πε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντρυνε από το πολύ φαγί, τον ύπνο και τις διαταγές – πέθανε! Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στη ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: ΟΧΙ

Όμως ακόμα και κάτω από μας υπάρχουν άλλα πατώματα και κάτωθέ τους φαίνεται να υπάρχουν κι άλλα, κι ακόμα και εμάς τους κακότυχους υπάρχουν άλλοι που καλότυχους μας λένε… Χρειάζονται πολλά τον κόσμο για ν’ αλλάξεις: οργή κι επιμονή, γνώση και αγανάκτηση, γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά, ψυχρή υπομονή κι ατέλειωτη καρτερία. Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου. Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε!

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Έχω πάντα στο νου μου μια ιστορία που θα γίνει διήγημα ή ποίημα

Το ζύγωμα της θάλασσας ή των γυναικών, το φεγγάρι απ’ όπου έπεσε ένα λιοντάρι, το δυνατό κρασί, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί μπορούσαν να γεμίσουν την έκταση της ψυχής του.

«Με το να είμαι τυφλός, ζω μέσα στη μοναξιά. Έχω φίλους, βέβαια, αλλά δεν είναι δυνατό να μου αφιερώσουν όλο το χρόνο τους. Έτσι, περνώ ένα μεγάλο μέρος της μέρας μου μόνος. Όλες αυτές τις ώρες, τις περνώ ονειροπολώντας. Έχω πάντα στο νου μου μια ιστορία που θα γίνει διήγημα ή ποίημα. Έχω την τάση να μετατρέπω τα πάντα σε λογοτεχνία. Δε θα ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτεχνία» Ο Μπόρχες ψάχνει πάντα τις πιο επικίνδυνες κι ωστόσο ποτέ τους αποτυχημένες αναλογίες. Το γράψιμό του τιμωρεί σταθερά την κοινοτοπία, δεν αφήνει κανένα περιθώριο ματαιογνωσίας, απεχθάνεται τους φιλολογισμούς» και ρέει με κανονική απλότητα. Ιδού…

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ (από το ομότιτλο βιβλίο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ύψιλον/ βιβλία 1980)
Δε χασομέρησε ποτέ στις απολαύσεις της μνήμης, οι εντυπώσεις γλιστρούσαν από πάνω του φευγαλέες και ζωηρές. Το κόκκινο του αγγειοπλάστη, το στερέωμα πλημμυρισμένο στ’ άστρα, που ήταν και θεότητες, το φεγγάρι απ’ όπου έπεσε ένα λιοντάρι, η γυαλάδα ενός μαρμάρου κάτω από την αργή, ευαίσθητη άκρια των δαχτύλων, η γεύση της σάρκας του αγριογούρουνου, που του άρεζε να κομματιάζει με γερές δαγκωματιές, μια φοινικική λέξη, ο μαύρος ίσκιος που ρίχνει ένα κοντάρι πάνω στην κίτρινη άμμο, το ζύγωμα της θάλασσας ή των γυναικών, το δυνατό κρασί που κόβεται η αψάδα του με το μέλι, μπορούσαν, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί, να γεμίσουν την έκταση της ψυχής του. Ήξερε τι θα πει φόβος, όμως και τι θα πει θυμός και θάρρος και, κάποια φορά, σκαρφάλωσε πρώτος σ’ ένα εχθρικό τείχος. Ακόρεστος, περίεργος, ανυπόμονος, με μόνη αρχή του την απόλαυση και την αδιαφορία που έρχεται μετά, ταξίδεψε σε διάφορα μέρη και είδε, στη μια και την άλλη άκρη της θάλασσας, τις πολιτείες και τα παλάτια των ανθρώπων. Σε αγορές πολύβουες ή στη ρίζα ενός βουνού που η κορφή του χάνονταν στην καταχνιά και που, κάποτε, ίσως να ’ζησαν εκεί κένταυροι, άκουσε συγκεχυμένες ιστορίες που τις δεχόταν όπως δεχόταν την πραγματικότητα, δίχως να ψάχνει αν ήταν αληθινές ή φτιαχτές.

Σιγά-σιγά, το σύμπαν μ’ όλη του την ομορφιά, άρχισε να τον εγκαταλείπει. Μια καταχνιά επίμονη σκοτείνιαζε τις γραμμές του χεριού του, η νύχτα απογυμνώθηκε από τα αστέρια της, το έδαφος έγινε λιγότερο σταθερό κάτω από τα βήματά του. Όλα απομακρύνονταν και συγχέονταν. Όταν κατάλαβε πως άρχισε να τυφλώνεται, έκλαψε. Η στωική εγκαρτέρηση δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί κι ο Έκτορας μπορούσε να το βάλει στα πόδια χωρίς να ντροπιαστεί. «Δεν πρόκειται» ένιωσε «ούτε τον ουρανό να ξαναδώ, γεμάτο με το μυθολογικό του δέος, ούτε τούτο το πρόσωπο που θα το μεταμορφώσουν τα χρόνια». Μέρες και νύχτες πέρασαν πάνω από την απελπισμένη σάρκα του. Ύστερα, ξυπνώντας ένα πρωί, κοίταξε (χωρίς φόβο πια) τα συγκεχυμένα πράγματα που τον τριγύριζαν. Ένιωσε ανεξήγητα, έτσι όπως αναγνωρίζει κανείς μια μελωδία ή μια φωνή, πως όλα αυτά του είχανε ξανασυμβεί και τα ’χε αντικρίσει έντρομος αλλά ταυτόχρονα και με χαρά, με ελπίδα και περιέργεια. Βυθίστηκε λοιπόν στη μνήμη του, που του φάνηκε απύθμενη και κατάφερε ν’ ανασύρει από αυτή του τη σκοτοδίνη, τη χαμένη του ανάμνηση, που έλαμπε σα νόμισμα στο φεγγαρόφωτο, ίσως γιατί δεν την είχε ποτέ αντικρίσει άλλη φορά εκτός, μπορεί, μέσα σε κάποιο όνειρο.
Η ανάμνηση ήταν η ακόλουθη: τον είχε προσβάλει κάποιο άλλο παιδί κι είχε τρέξει στον πατέρα του να του πει. Ο πατέρας του τον άφησε να μιλήσει, σαν να μην άκουγε ή να μην καταλάβαινε και, μετά, ξεκρέμασε από τον τοίχο ένα μπρούτζινο στιλέτο, όμορφο κι όλο δύναμη, που το παιδί μυστικά το λαχταρούσε. Τώρα το κρατούσε στα χέρια του και, η έκπληξη που ένιωσε αποχτώντας το, έσβησε την προσβολή που είχε δεχτεί. Αλλά η φωνή του πατέρα του έλεγε: Δείξε πως είσαι άνδρας κι είχε μια προσταγή αυτή η φωνή. Η νύχτα σκοτείνιαζε τα δρομάκια. Σφίγγοντας το στιλέτο, που το ’νιωθε προικισμένο με μια δύναμη μαγική, κατηφόρισε την απότομη πλαγιά που τύλιγε το σπίτι κι έτρεξε στην ακροθαλασσιά, νιώθοντας Αίαντας ή Περσέας και γεμίζοντας με πληγές και μάχες την αρμύρα της σκοτεινιάς. Η γεύση ακριβώς εκείνης της στιγμής ήταν αυτό που γύρευε και τώρα. Τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζαν: οι προσβολές της πρόκλησης, η άτσαλη πάλη, ο γυρισμός με τη λεπίδα ματωμένη.
Απ’ την ανάμνηση αυτή ξεπήδησε μια άλλη, που πάλι είχε να κάνει με νύχτα και με κάποια περιπέτεια που θα επακολουθούσε. Μια γυναίκα, η πρώτη που του έστειλα οι θεοί, τον περίμενε στη σκιά ενός υπόγειου και την έψαχνε μέσα σε στοές που έμοιαζαν με πέτρινα υφάδια και σε κατηφοριές που βυθιζόταν μέσα στο σκοτάδι. Γιατί τάχα ξαναγύριζαν οι αναμνήσεις αυτές και γιατί του ξανάρχονταν, δίχως πίκρα, έτσι απλά σαν να προεικόνιζαν το παρόν;
Το κατάλαβε μαζί με το τελικό σκοτάδι. Σ’ αυτή τη νύχτα που κατέβαιναν τώρα τα θνητά μάτια του, τον περίμενε ο έρωτας κι ο κίνδυνος μαζί, ο Άρης και η Αφροδίτη, γιατί διαισθανόταν κιόλας –επειδή είχε αρχίσει ήδη να τον τριγυρίζει – κάποιαν υπόνοια για δόξες και εξάμετρα, μια αίσθηση ανθρώπων που υπερασπίζονται ένα ναό που οι θεοί δεν πρόκειται να σώσουν και για καράβια μαύρα που γυρεύουν στις θάλασσες ένα αγαπημένο νησί, μια νύξη για Ιλιάδες και Οδύσσειες που του ’χε η μοίρα του να δημιουργήσει και να τις αφήσει κληρονομιά, ν’ αντηχούν μέσα στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων. Όλα αυτά τα ξέρουμε, δεν ξέρουμε μονάχα το τι ένιωσε καθώς βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι.
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού και άλλες παραλλαγές της μοίρας των καλλιτεχνών  
Argumentum ornithologicum (από το βιβλίο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες Ο ΔΗΜΙΟΥΓΟΣ, Ύψιλον/ βιβλία 1980)
Κλείνω τα μάτια και βλέπω ένα σμήνος πουλιά. Το όραμα διαρκεί ένα δευτερόλεπτο, ίσως και λιγότερο. Ο αριθμός του ήταν ορισμένος ή όχι; Το πρόβλημα αυτό περικλείνει το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Αν υπάρχει θεός, ο αριθμός είναι ορισμένος, γιατί ο Θεός ξέρει πόσα πουλιά είδα. Αν δεν υπάρχει Θεός, ο αριθμός δεν είναι ορισμένος, γιατί κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει. Στην περίπτωση αυτή, είδα έναν αριθμό πουλιών, ας πούμε λιγότερα από δέκα και περισσότερα από ένα, αλλά δεν είδα εννιά, οκτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία ή δύο πουλιά. Είδα έναν αριθμό μεταξύ δέκα και ένα, που δεν είναι ούτε εννιά, ούτε οκτώ, ούτε εφτά, ούτε έξι, ούτε πέντε κ.ο.κ. Ο αριθμός αυτός, στο σύνολό του, είναι ασύλληπτος. Άρα υπάρχει Θεός!
Η πλοκή (από το ίδιο βιβλίο)
Για να γίνει απόλυτη η φρίκη του, ο Καίσαρας, στριμωγμένος μπροστά στο βάθρο ενός αγάλματος από τα ανυπόμονα εγχειρίδια των φίλων του, βλέπει ανάμεσα στις λεπίδες και τα πρόσωπα, τον Μάρκο Ιούλιο Βρούτο, που ήταν προστατευόμενός του και, πιθανώς, γιος του. Σταμάτησε λοιπόν να φυλάγεται και φωνάζει: Κι εσύ, γιε μου! Ο Σαίξπηρ κι ο Κεβέδο, αντιλάλησαν τη συγκινητική αυτή κραυγή.
Οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές, οι συμμετρίες αρέσουνε στη μοίρα. Δεκαεννιά αιώνες αργότερα, στα νότια της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, ένας γκαούτσο, δέχτηκε επίθεση από άλλους γκαούτσος και, πέφτοντας αναγνωρίζει έναν βαφτισιμιό του. Με βαθμιαία έκπληξη και σιγανό παράπονο, του λέει (τα λόγια αυτά πρέπει ν’ ακουστούν, όχι να διαβαστούν): Βρε! Τον σκοτώνουν και δεν ξέρει πως πεθαίνει για να επαναληφθεί μια σκηνή.

«Δεν γράφω για μια μικρή ελίτ που δεν την υπολογίζω, ούτε γι’ αυτό το αφηρημένο και τόσο παινεμένο πλατωνικό σύνολο που αποκαλούμε μάζα. Δεν πιστεύω σ’ αυτές τις δύο γενικότητες, τις τόσο αγαπητές στους δημιουργούς. Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του χρόνου» (ΜΠΟΡΧΕΣ). Οποιοδήποτε απ’ τα σύντομα, ως επί το πλείστον, δοκίμια του Μπόρχες μοιάζουν με αναπτήρες: τη φλόγα δεν την σπαταλούν, ενυπάρχουσα για θαυμαστά τινάγματα. Ο Μπόρχες- δοκιμιογράφος κάνει τις κινήσεις ενός ατίθασου και φανταστικού εκκρεμούς προς εκατό, να πούμε, κατευθύνσεις.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΟΛΟΙ ΒΑΡΙΟΥΝΤΑΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ: μικρές ιστορίες για μοναχούς ανθρώπους

Δεν ξέρω δεν απαντώ; Κομφορμιστής ή αντικομφορμιστής; (αστεία πράγματα): Σε κάποια μεγάλη λεωφόρο κάποιας μεγάλης πόλης, κάποιος περιμένει να τη διασχίσει. καθηλωμένος στην άκρη του πεζοδρομίου, μπροστά στην άκρη του πεζοδρομίου, μπροστά στην αδιάκοπη ροή αυτοκινήτων, ο πεζός περιμένει δέκα λεπτά, είκοσι λεπτά, μια ώρα, μία μέρα, έναν μήνα, μισόν αιώνα.  Γυρίζει τότε το κεφάλι του και βλέπει έναν άνδρα ακουμπισμένο στον τοίχο να καπνίζει. Και τον ρωτάει: «Συγγνώμη, πώς μπορώ να περάσω στην άλλη μεριά;» «Δεν ξέρω. Εγώ σ’ αυτή γεννήθηκα»!!! (Εδουάρδο Γκαλεάνο)


Για τον άγγελο ήταν μονάχα μια μαύρη κουκίδα στην απεραντοσύνη της έρημης πλατείας
Η γυναίκα διέσχιζε τη μεγάλη πλατεία στο κέντρο της οποίας υψωνόταν ο στύλος που είχε στην κορυφή του ένα πελώριο άγαλμα, έναν άγγελο με απλωμένα τα φτερά που έμοιαζε έτοιμος να πετάξει.
 Η μοναχική γυναίκα κάθε πρωί έστρεφε επάνω του το γεμάτο θαυμασμό βλέμμα της, με το φόβο μήπως εξαφανιζόταν στους αέρηδες του φθινοπώρου ή στην  ομίχλη της παγωνιάς και δεν τον έβλεπε πια· και παρόλο που ήξερε ότι για τον άγγελο εκείνη ήταν μονάχα μια μαύρη κουκίδα στην απεραντοσύνη της έρημης πλατείας, τον παρακαλούσε να τη συντροφεύει στη μακρά καθημερινή της διαδρομή.
 Και ήταν τέτοια η παραφορά της που ο άγγελος την άκουσε, ένοιωσε το επίμονο  κάλεσμά της και μια μέρα κατέβηκε από το στύλο και κατευθύνθηκε προς εκείνη με διστακτικά βήματα. Στη θέα της γιγάντιας μορφής με τα ανοιγμένα φτερά, η γυναίκα αισθάνθηκε να γεννιέται μέσα της η ελπίδα για ανταπόκριση, αλλά με το που πλησίασε ο άγγελος, είδε ότι τα μάτια του ήταν κενά.
 Παρ’ όλα αυτά, εκείνη τον ρώτησε: «Θα έρθεις μαζί μου;» αλλά ο άγγελος  αμφιταλαντεύτηκε, δεν απάντησε και μετά από λίγο επέστρεψε στη θέση του, ψηλά στο στύλο.
 Διαλύθηκε η φευγαλέα προσμονή του έρωτα: εκείνη ένοιωσε ότι η ζωή της τελείωνε και θέλησε να βυθιστεί στη γη μόλις κατάλαβε ότι δεν την είχε καν κοιτάξει,  ότι ο άγγελος δεν είδε ποτέ την έκφραση του έρωτά της. Αλλά σκέφτηκε το εργασιακό της καθήκον και το δρόμο που είχε να διανύσει, όπως κάθε μέρα, και το πήρε απόφαση να προχωρήσει. Ποτέ πια δεν θα αναζητούσε τον έρωτα, ούτε ο άγγελος θα κατέβαινε στο έδαφος.
 Οι μοναχικοί άνθρωποι διασχίζουν την απέραντη πλατεία αλλά κανείς προς εκείνον δεν υψώνει το βλέμμα του· γνωρίζουν ότι ο άγγελος που στέκει εκεί είναι τυφλός, ένας άγγελος μοναχικός όπως εκείνοι
[ΠΗΓΗ: Χουάν Εδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)   Ο άγγελος (El ángel) ]

Η σχέση μας ήταν ένας γλυκός μονόλογος
Όταν τον εγκατέλειψε η φουσκωτή κούκλα του, ο φίλος μου σκέφτηκε πως η μοναξιά του δεν είχε πλέον γιατρειά και ένοιωσε ο πιο δυστυχής άνθρωπος του κόσμου.
 «Ήταν ωραία όσο κράτησε» μου εξομολογείται σήμερα το πρωί με τα μάτια δακρυσμένα. «Ούτε μια κατηγόρια, ούτε μια φορά δεν ανέβηκαν οι τόνοι. Η σχέση μας  ήταν, κυρίως, ένας γλυκός μονόλογος».
 «Πες μου» τον ρωτάω «ποιος ήταν ο μοναδικός που μιλούσε σ’ αυτόν το μονόλογο;»
 «Εκείνη» το ομολογώ.
 «Τότε δεν μου κάνει εντύπωση που τελικά έφυγε με άλλον» του λέω. «Όλοι βαριούνται στο τέλος τη σιωπή».
 Συνεχίζουμε τον περίπατό μας στο πάρκο της Θ. και μετά από λίγο καθόμαστε σ’ ένα λεμονοπράσινο παγκάκι, φρεσκοβαμμένο. Εδώ και καιρό δεν είναι και τόσο εύκολο να βρεις παγκάκι σ’ αυτή την κατάσταση.
 «Αυτό που με πειράζει περισσότερο» συνεχίζει την εξομολόγησή του «είναι ότι όταν θα πάω στον άλλο κόσμο δεν θα αφήσω σ’ αυτόν εδώ μια σύζυγο να με κλάψει. Δεν θα υπάρξει κανένας που να μπει στον κόπο να με αποτεφρώσει και να φυλάξει τις στάχτες μου σ’ ένα βάζο από πορσελάνη Βοημίας».
 Και αφού μου λέει αυτές τις βλακείες, δεν προσθέτει τίποτε άλλο. Τον ξέρω αρκετά καλά, μπορεί και να μην ξανανοίξει το στόμα του όλη μέρα. Απ’ αυτή τη στιγμή, θα πρέπει να μαντεύω τις σκέψεις του από τον τρόπο που ξεφυσάει από τη μύτη.
[ΠΗΓΗ: Χαβιέρ Τομέο (Javier Tomeo) Η φουσκωτή κούκλα (La muñeca hinchable) ]

Δεσμοί αίματος ή εξ αγχιστείας;
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ πρό­τει­νε νὰ δέ­σω τοὺς καρ­πούς του μὲ τὸ καλ­σόν μου. Με­τὰ ζή­τη­σε χον­τρὰ σχοι­νιὰ γιὰ νὰ σφί­ξω γε­ρὰ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια του. Τέ­λος ἀ­παί­τη­σε ἁλυσίδες γιὰ νὰ ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­σω κά­θε μέ­ρος τοῦ σώματός του. Μό­νο τό­τε ἐ­πέ­τρε­πε νὰ τὸν ἀγ­γί­ζω γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ κά­νου­με ἔ­ρω­τα.
       Πάν­τα ἤ­μουν δι­α­τε­θει­μέ­νη νὰ τὸν δέ­σω, ἐ­κεῖ­νος τὸ ξέ­ρει. Δὲν ὑ­πάρ­χει κόμ­πος τό­σο μπερ­δε­μέ­νος, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κά­νω, οὔ­τε λου­κέ­το τό­σο πε­ρί­πλο­κο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κλει­δώ­σω.
       Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω για­τί τώ­ρα, ποὺ τὰ δε­σμά μου ἔχουν φτά­σει σὲ τέ­τοι­ο ἐ­πί­πε­δο τε­λει­ό­τη­τας, ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τὸν ἀγ­γί­ζω. Δὲν ὑ­πάρ­χει σχοι­νί, οὔ­τε ἁ­λυ­σί­δα, δὲν ὑ­πάρ­χει κόμ­πος, οὔ­τε λου­κέ­το ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὰ δε­σί­μα­τα ποὺ ἔ­χω δημιουργή­σει γιὰ ἐ­κεῖ­νον.
       Ὁ γά­μος μας, ἡ κο­ρού­λα μας καὶ ἡ πα­ρά­ξε­νη ἀσθένειά της, τὸ στε­γα­στι­κὸ ποὺ μᾶς πνί­γει, ἡ ζή­λια μου καὶ ἡ κα­τά­θλι­ψή μου. Ἔ­χω δη­μι­ουρ­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ δε­σμὰ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ ὅ­μως τώ­ρα δὲν θέ­λει οὔ­τε κὰν νὰ σκέ­φτε­ται τὸ σέξ.


[ΠΗΓΗ: Ρα­φα­ὲλ Λι­νέ­ρο (R­a­f­a­el L­i­n­e­ro) ΔΕΣΙΜΑΤΑ - ] Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Minicuentos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013 – Πρώτη δημοσίευση στις «Ιστορίες Μπονζάι, Η Αισθητική του μικρού», ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ: http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/]

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Μαρία Μήτσορα, Να πώς έγινε και χάθηκε για πάντα από τη γλώσσα των ανθρώπων κάτι που κανείς δεν μπορεί να πει πια

Έψαξα στο δρόμο αυτό που τότε το λέγαμε χελωνότριχα την άκρη δηλαδή μιας κλωστής που άφηνε ο άνθρωπος πίσω του με το σημάδι του για να μπορεί να γυρίζει σιγά-σιγά στο σπίτι του το βράδυ

Τα πιο αποκαλυπτικά ταξίδια τα έχω κάνει μέσα σε ανθρώπους», ισχυρίζεται. Αλλά η χάρη της έχει φτάσει από τον Πολικό Κύκλο έως την Αϊτή. Το γράψιμο είναι και δεν είναι γι' αυτήν επιλογή. Την παίρνουν «οι άνεμοι ενός άγνωστου ωκεανού», γράφοντας. Έχει την αίσθηση ότι «είμαστε σαν τα αγάλματα, φτιαγμένα από νερό. Πάντα οι ίδιοι και πάντα άλλοι». Κι έτσι είναι η ίδια. Η ζωή και η γραφή της. Με τις λέξεις να κάνουν ταχυδακτυλουργικά κόλπα και το βλέμμα στραμμένο εκεί όπου το δικό μας, ενδεχομένως και να μη φτάσει ποτέ. «Θα έρθει η στιγμή που θα ανοίξει και πάλι ο καιρός και οι δρόμοι και οι φράσεις, θα βρεθεί η λέξη- κλειδί, που έρχεται, που προστάζει, που αποσαφηνίζει, και θα κάνει να υπάρξει κι άλλο καλοκαίρι. Δε θα πεθάνουμε ούτε από κρύο ούτε από μοναξιά ούτε από τις καταστροφές του πολέμου αλλά ούτε και από ασάφεια». Υπόσχεται. Για περισσότερα, βέβαια, στις λέξεις της από το ΑΝΝΑ ΝΑ ΕΝΑ ΑΛΛΟ…

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΕΞΩ (από το βιβλίο της Μαρίας Μήτσορα ΑΝΝΑ ΝΑ ΕΝΑ ΑΛΛΟ, Εκδόσεις ΑΚΜΩΝ 1978)
Κάποτε με λέγανε Κώστα και πήγαινα συνέχεια σινεμά. Πήγα πάλι στο 20.000 Λεύγες Υπό τη Θάλασσα. Εκείνο το βράδυ που κάτι άλλαζε το σινεμά το λέγανε Καλό Σύμβουλο, στρογγυλό και βαθύ σαν πηγάδι. Η οθόνη τεντωμένη στον πάτο, έσκυβαν όλοι από τις πράσινες πολυθρόνες τους για να βλέπουνε το έργο στο βυθό. Όταν έγραψε THE END όλοι μαζί κλαίγανε και χτυπούσανε τα πόδια τους ότι θέλουνε κι άλλο αλλιώς κι αυτό θα πήγαινε χαμένο. Εγώ όμως, κάτι μ’ έπιασε, σηκώθηκα κι ανέβηκα έξω. Έψαξα στο δρόμο αυτό που τότε τον λέγαμε χελωνότριχα την άκρη δηλαδή μιας κλωστής που άφηνε ο άνθρωπος πίσω του με το σημάδι του για να μπορεί να γυρίζει σιγά-σιγά στο σπίτι του το βράδυ. Δεν το έβρισκα. Έτσι άρχισα το περπάτημα στην τύχη. Πολύ δρόμος. Πολύ βρεμένες πατημασιές. Τις ακολούθησα κι έφτασα στην πόρτα του σπιτιού μου. Μπήκα μέσα και τι να δω! Από την πολυθρόνα μου έσταζε ο Κάπτεν Νέμο. «Γεια σου Κώστα» μου είπε και γελούσε θυμωμένα. «Πάλι σαχλαμαρίτσες πας κι έρχεσαι 20.000 λεύγες υπό τη θάλασσα. Κάτσε λιγάκι ντε να σου δείξουμε τα κόλπα στο βυθό». «Χαίρετε» του είπα «αλλά ξέρετε δεν είμαι ο Κώστας» Έφυγε πολύ συγχισμένος απ’ αυτή τη δύσκολη θέση. Εγώ έμεινα και τα νερά στεγνώνανε. Σε λίγη ώρα δε με λέγανε Κώστα. Το σπίτι γινότανε ξένο σπίτι. Άνοιξα το παράθυρο και πήδηξα τρέχοντας από στέγη σε στέγη. Ύστερα από 20.000 μέρες που με είχανε βάλει κάτω με πείσανε πως από τώρα θα μένει εδώ μία Μαρία.


Σηκώθηκα και βγήκα πρώτη μέρα τόσο έξω, περπάτησα πρώτα πάνω-κάτω, ύστερα περπάτησα πιο μακριά και μπήκα σε κάτι που το λένε μαγαζί. Εκεί άρχισα ν’ αγοράζω μία σούστα. Την αγόραζα όμως σιγά-σιγά γιατί καθυστερώντας μέσα στο δοκιμαστήριο άκουγα έναν κύριο να λέει στην κοπέλα: «Τότε που ήτανε το Φάληρο εξοχικός τόπος Ωραίων με λιγοστές γυάλινες και μαρμάρινες επαύλεις υπήρχε εκεί κοντά κι ένα χαμηλό σπίτι χτισμένο με κόκκινα τούβλα και με λάσπη, είχε όμως μεγάλο κήπο με χρυσά κάγκελα που φτιάχνανε θολό, όλο πυκνά σκεπασμένο με φύλλα και με κομμάτια σύννεφα. Κι αυτοί που περνάγανε τραγουδώντας καβάλα στα άλογά τους ή τρώγανε σάντουιτς με σύκα και καρύδια, σταματούσαμε και μέναμε άφωνοι από κάτι ανήκουστες φωνές. Ήτανε οι Αλέκοι που λέγανε ο ένας στον άλλο την ωραιότερη έκφραση του κόσμου. Σιγά-σιγά όμως έφτανε μέχρι τη θάλασσα το κακό που είχε αρχίσει στους πρόποδες του Υμηττού και της Πεντέλης, αδειάζανε τα ωραία σπίτια, γέμιζε ο τόπος σκνήπες τυφλόμυγες και γαύγιστους. Κι όσοι τρέχανε από δίπλα και κυνηγιόντουσαν γα να πάρουνε πίσω τα πορτοφόλια τους ακούγανε φοβερές κουβέντες από τον κήπο του Αλεκοτροφείου, μερικοί μάλιστα λέγανε πόσο πολύ είχανε τρομάξει γιατί όλοι μαζί οι Αλέκοι βαστούσανε και τραντάζανε τα κάγκελα και ζητούσανε να δώσουνε να φάνε συκώτια και μυαλά φρέσκα. Το βράδυ της πυρκαγιάς του Φλοίσβου, τι έγινε; σπάσανε την πόρτα, την άνοιξε απ’ έξω κάποιο χέρι; Τρέξανε πάντως οι Αλέκοι φουλαριστοί μέχρι τη θάλασσα κι άλλους τους ρούφηξε το νερό κι άλλους η φωτιά. Να πώς έγινε και χάθηκε για πάντα από τη γλώσσα των ανθρώπων κάτι που κανείς δεν μπορεί να πει πια»

Έξω, στο φως που είχε αλλάξει μου φάνηκε πως κάτι ξανάβλεπα κι έβγαινα χωρίς να είμαι κοιμισμένη σε ένα όνειρο που κάποιος Κώστας είχε δει αρκετές φορές στον ύπνο του…. Στις αρχές του 1967 – όταν το υδραυλικό ρολόι υπήρχε ακόμα στην κορυφή του Λυκαβηττού είχα βρει μία καλή δουλειά κι έκανα θελήματα σ’ ένα τάφο. Ένα απογευματάκι όμως φορτωμένη τρεισήμισι κιλά παστέλι παίρνει το μάτι μου ένα μεγάλο πένθιμο σύστημα στον παραδιπλανό τάφο. Στρίβω να φύγω κι από έναν τρίτο εκεί μόλις πέφτει επάνω μου τηλεσιχαμένο μάτι που μπαίνει σ’ ενέργεια ένα μεγάλο πράσινο σύνθημα κι αρχίζουν οι ασυναρτησίες:
Χρυσάνθεμα όλοι
Την ώρα υάκινθος
Τράπουλες Ιωνίας
Έφευγα τρέχοντας από την κατάθλιψη κι έχασα τη θέση μου, κράτησα όμως τις αισθήσεις μου και τους την έφερα γιατί καθώς κατρακυλούσα και σκιζότανε το πόδι μου γύρισα και φώναζα Ε! Γύφτικο Σκεπάρνι τι κάνεις έτσι για τη θέα; Αυτή η πλαγιά είναι τσόχινη, φυτρώνουνε κάτι χαρτοπαίχτες! αστράφτουν τα μανικέτια τους. Ψηλά τα χέρια το ’χασες το παιχνίδι…..
……………………………………………………………….
Λίγη μέρα παρακάτω δυο γάτες πίνανε νερό σε μια πηγή στην άσφαλτο κι ύστερα μπήκανε σε μια τρύπα – δική τους υπόγεια απόφαση. Την πρώτη μέρα έξω δεν έμπαινα πουθενά. Δεν καθόμουνα να με τυλίξει καμιά θερμοκρασία, ούτε απ’ αυτές που ήμουνα πριν ή που αν ήμουνα μετά. Δεν έμπαινα σε χρόνους ούτε σε φράσεις – έτρεχα μόνο αντίθετα από έναν αέρα πηχτό με τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου.
Υπήρχε μια μέρα έξω που δεν έμπαινα πουθενά. Ούτε σε κλινική ούτε σε φυλακή δεν έμπαινα γιατί μόλις είχα βγει έξω από ένα Πένθιμο Σύστημα.

Η Μαρία Μήτσορα γενήθηκε στην Αθήνα το Νεόμβριο του 1946. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Παρίσι (Σορβόννη και Vincennes), όπου κατέθεσε μια εργασία πάνω στη δυναμική των μικρών ομάδων. Έχει γράψει, τη συλλογή διηγημάτων «Άννα, να ένα άλλο» (Εκδ. «Άκμων») και τα μυθιστορήματα «Σκόρπια Δύναμη» (Εκδ.»Οδυσσέας»), «Περίληψη του κόσμου» (Εκδ. «Κέδρος»), «Ο Ήλιος δύω» (Εκδ. «Οδυσσέας), «Καλός Καιρός/ Μετακίνηση» (Εκδ. «Πατάκη»). Διηγήματά της και ταξιδιωτικά κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Δημήτρης Τανούδης, Σ’ αυτό το απατηλά απέραντο λιβάδι τα ξαπλωμένα σώματα είχαν ποτίσει με τέτοιες ποσότητες εκκρίσεων το χώμα

Το απόθεμα θάλασσας που κρύβουν τα όστρακα στη μαλακή τους σάρκα δεν ήταν παρά τα ίδια τους τα ανθρώπινα δάκρυα όλα αυτά τα δάκρυα που είχαν ξεκινήσει σαν άμορφες ουσίες μες απ' τα σωθικά τους και, εγκυμονώντας το χώμα της γης, διαπερνώντας τις φυτικές ρίζες, ξαναβλέποντας το πρώτο φως της γέννησης, μεταμορφώνονταν σε οργανική απόληξη, γίνονταν τελειωτική συγκίνηση, όλα τα δάκρυα που, φιλτραρισμένα από την καλοκάγαθη επίβλεψη της φύσης, επέστρεφαν στον κόσμο για να ξαναπέσουν στο χώμα κι έπειτα να ενωθούν με τα επόμενα ανθρώπινα δάκρυα, τ' ατέλειωτα ανθρώπινα δάκρυα, όλα τα δάκρυα των οργασμών τους…


Σπασμός, στη γη εκείνη όπου δεν υπήρχαν καιρικές μεταβολές ούτε εποχιακοί κύκλοι, υπήρχε μόνο ένας νεφελοσκεπής θόλος διάσπαρτος από ψηφίδες που λαμπύριζαν σαν ουράνια βλεφαρίσματα… κι έτσι το βραδινό σούρουπο περνούσε στο πρωινό χάραμα δίχως να παρεμβάλλεται άλλη διάσταση φωτός ανάμεσα τους, ακολουθώντας ένα σχεδιασμένο φεγγοβόλημα που εκτινόταν σε μια ποικιλία από γκρίζες ανταύγειες, μια σκιά που έφθινε σε φως και ένα φως που παράλλαζε σε σκοτάδι, ένα πελώριο πινέλο, κρεμασμένο απ’ το μάτι του ουρανού, που περιστρεφόταν ανάμεσα σε δυο παλέτες με αποχρώσεις του γκρίζου, βάφοντας την επιφάνεια της γης και τα πρόσωπα των ανθρώπων με την ωχρή αμφιλύκη μιας απέραντης άνοιξης

Στη γη εκείνη,
ΣΠΑΣΜΟΣ
μια ακόρεστη σπερματική λωρίδα διαχεόταν στις σάρκες, από κορμί σε κορμί κι από σύμπλεγμα σε σύμπλεγμα, σαν το νήμα μες απ' το μάτι της βελόνας, χωρίς ποτέ ν' αφήνει κατάλοιπο στο πέρασμά της, ούτε ένα τυχερό ωάριο που ν' ανθίζει την πιθανότητα της ζωής, κανένα ελπιδοφόρο έμβρυο που να επιμηκύνει την ανάπτυξή του πέρα από μερικές ώρες, αφού η αμέσως επόμενη διείσδυση ερχόταν ορμητική και το κάρφωνε σαν μήλο στο κεφάλι αλυσοδεμένου ζώου, ερχόταν εκκωφαντική και έσπαγε τα τύμπανα του τελευταίου ήχου που άκουγε το έμβρυο μες στην αγέννητη ζωή του,
Σπασμός
στη γη εκείνη, σ' αυτό το απατηλά απέραντο λιβάδι από καταπράσινο χόρτο, χόρτο αρκετά κοντό για να κεντρίζει τα ξαπλωμένα σώματα και αρκετά ψηλό για να μην τους αφήνει πληγές, οι άνθρωποι είχαν ποτίσει με τέτοιες ποσότητες εκκρίσεων το χώμα, το είχαν μπολιάσει με τόσα αβυθομέτρητα ρυάκια, ώστε τα αραιά λουλούδια που επέμεναν να ξεφυτρώνουν στην πρώτη περίμετρο της έκτασης αλλά και όσα γεννιούνταν σε άναρχες θέσεις εντός του χορταριασμένου μήκους της, είχαν αρχίσει να αναβλύζουν μια υγρή ακτίνα μέσα απ' τους μίσχους, ενεργοποιημένη απ' το έμβολο της φυσικής σύριγγας και παρασυρμένη απ' την πρωινή πάχνη, μια ακτίνα που σκαρφάλωνε στην κορφή του άνθους και κατέληγε σε άχρωμα ζεματιστά σταγονίδια, τόσο όμοια με το αχλαδωτό σχήμα του κλάματος όταν αυτό συλλαμβάνεται στην πρώτη μορφή της εκροής του και μαζί υφάλμυρα, όπως το απόθεμα θάλασσας που κρύβουν τα όστρακα στη μαλακή τους σάρκα,

ώστε αυτή ακριβώς η υγρασία εκείνων των σπάνιων λουλουδιών δεν ήταν, κι αυτό κατάλαβαν κάποτε και οι άνθρωποι, δεν ηταν παρά τα ίδια τους τα αθρώπινα δάκρυα,
ΣΠΑΣΜΟΣ
όλα αυτά τα δάκρυα που είχαν ξεκινήσει σαν άμορφες ουσίες μες απ' τα σωθικά τους και, εγκυμονώντας το χώμα της γης, διαπερνώντας τις φυτικές ρίζες, ξαναβλέποντας το πρώτο φως της γέννησης, μεταμορφώνονταν σε οργανική απόληξη, γίνονταν τελειωτική συγκίνηση, όλα τα δάκρυα που, φιλτραρισμένα από την καλοκάγαθη επίβλεψη της φύσης, επέστρεφαν στον κόσμο για να ξαναπέσουν στο χώμα κι έπειτα να ενωθούν με τα επόμενα ανθρώπινα δάκρυα, τ' ατέλειωτα ανθρώπινα δάκρυα, όλα τα δάκρυα των οργασμών τους,

Σπασμός
οργασμοί που δεν προέρχονταν απ' τα μητρικά ένστικτα ώριμων γυναικών οι οποίες πιπιλούν με τις ώρες ένα νεογέννητο βρέφος ούτε από πρεσβυόφιλα κορίτσια που πειραματίζονται με τις αντοχές σταφιδιασμένων κορμιών, δεν προέρχονταν οι οργασμοί εκείνοι από σχέσεις ηλικιακά αποκλίνοντος ερωτισμού, αφού κανείς απ' τους ανθρώπους της σπασμικής γης δεν διέφερε σε ηλικία από τους υπόλοιπους, αφού όλοι τους, χωρίς την παραμικρή εξαίρεση που θα μπορούσε να υποβάλει κάποιος πειραματικός εκκεντρισμός, είχαν εισαχθεί στη διαδικασία προάσπισης της ζωής απ' το ίδιο σημείο εκκίνησης, τα δεκαέξι τους χρόνια,


Σπασμός
με βίαιη οι περισσότερη καθοδήγηση, και χωρίς ποτέ να τους ζητηθεί ο λόγος, σαν αποτσίγαρα που τα ρίχνει κανείς στη λεκάνη στρέφοντας  το τασάκι στο πλάι, οδηγημένοι με την τέλεια προμελέτη και την πανταχού παρούσα εποπτεία του γυναικείου χεριού, συγκεντρωμένοι σε ουρές κοπαδιαστές, σε μάζες τακτοποιημένες, σε φάλαγγες στρατιωτικής σχεδόν διάταξης, ο συνολικός αριθμός των οποίων, όταν ο τελευταίος  απ’ τους ανθρώπους πέρασε την πόρτα, όταν η τελευταία σταγόνα της ανθρωποθάλασσας ξεχύθηκε στον λειμώνα, έφτασε σαράντα έξι χιλιάδες,

Σπασμός
όλοι τους διαιρεμένοι με την ψυχρότητα της επιστημονικής ακριβείας, σαν με μαχαίρι χωρισμένοι σε δυο παρτίδες φύλων, είκοσι τρεις χιλιάδες άνδρες και είκοσι τρεις χιλιάδες γυναίκες, κλινικά ελεγμένοι ένας προς έναν και μία προς μία, καρπεροί σαν τράγοι στις πιο αφηνιασμένες μέρες και σαν γόνιμες παρθένες που συλλαμβάνουν με το φύσημα της από άμβωνος πνοής, δοκιμασμένοι ως την εκμηδένιση της τελευταίας πιθανότητας γενετικής ανωμαλίας, πανέτοιμοι να παράγουν ζωή σφύζουσα από ζωή σφύζουσα, περιβεβλημένοι την ομοιόμορφη στολή με το κεντητό σύμβολο της γονιμότητας, χωρίς να τους συνδέει κανένας συγγενικός ή φιλικός δεσμός, και χωρίς να παρουσιάσουν, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, κάποιο σύμπτωμα κοινωνικής δυσλειτουργίας, κάποια εμφανή απόκλιση η οποία θα διογκωνόταν σε εχθρότητα και θα προκαλούσε αντιδικία και θα έφερνε διάσταση και, κορυφωμένη σε εμφύλια σύρραξη, θα τους έσπρωχνε στον γκρεμό του άδοξου ανθρωποφαγικού τέλους,

Σπασμός
ουδεμία τέτοια ένδειξη δεν εμφάνισαν οι άνθρωποι κατά την πρώτη εβδομάδα της νέας δημιουργίας, αφού ακόμα και τα επίκτητα χαρακτηριστικά τους, ακόμα και τα έμφυτα διαφοροποιά στοιχεία, ακόμα και οι εγγεγραμμένες καταβολές του προηγούμενου κόσμου δεν άργησαν να ξεθωριάσουν μπροστά σε μια τόσο ισοπεδωτική συνθήκη, δεν άργησαν να εξαφανιστούν όπως εξαφανίζεται μια πληγή που το δέρμα την απορροφά στο εσωτερικό του, όπως οι βούλες στις ράχες των ζώων που χάνονται βαθμιαία αλλά ανεπίστρεπτα μόλις η αγέλη τοποθετηθεί σε ένα νέο βασίλειο, όπου οι βούλες απουσιάζουν ως σχήμα, ως χρώμα, ως έννοια,

Σπασμός
και, υπ’ αυτές τις συνθήκες, η πρώτη φάση της πειραματικής εφαρμογής συνέπεσε απόλυτα με το αρχικό πλάνο της σύλληψής της, επιβεβαιώνοντας στην πράξη την αισιόδοξη πρόβλεψη πως δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο για τους ανθρώπους να προσαρμοστούν ειρηνικά μεταξύ τους καθώς διασκορπίζονταν στην κυκλική έκταση σαν πολύβουα σμήνη που εγκαταλείπουν τις κυψέλες για να περιπλανηθούν στο δάσος, εξαπλωμένοι κατά φυγόκεντρο διασπορά αλλά χωρίς να απομακρύνονται ιδιαίτερα από το νοητό σημείο του κέντρου, εξερευνώντας, με δειλά στην αρχή βήματα κι ύστερα με δρασκελιές ξαναμμένης περιέργειας, το περιμετρικά απλωμένο λιβάδι, που είχε κατασκευαστεί ακριβώς για να δίνει τη ψευδαίσθηση του απέραντου, ενώ δεν ήταν παρά μια ειδικά διαμορφωμένη μοκέτα οχυρωμένης γης, πράγμα που πολλοί υποψιάστηκαν και αρκετοί επαλήθευσαν κατά τον πλέον θανάσιμο τρόπο, πεθαίνοντας ακαριαία απ’ το ηλεκτρικό σοκ που προκαλούσε το άγγιγμα στα αόρατα τείχη, τείχη κυκλώπειων διαστάσεων που περιέβαλλαν τον λειμώνα και στεφάνωναν τον ουρανό μ’ ένα θόλο που θύμιζε τιτάνιο αυγό, τείχη ολογραφικής υφής, που πρόβαλλαν στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, ενώ δεν ήταν παρά τα κάγκελα μιας γιγάντιας φυλακής,

Σπασμός
αλλά παρότι η υποψία αυτή επιβεβαιώθηκε σε βαθμό ανεξήγητο, ίσως και από κάποιο ένστικτο μαζοχιστικής αυτοθυσίας μπροστά σ’ ένα ολότελα μάταιο επίτευγμα, δεν φάνηκε να βγάζει την πλειοψηφία της ανθρώπινης μάζας από τον ήπιο, φιλήσυχο έως και ρεμβαστικό της δρόμο, δεν φάνηκε να εκτροχιάζει τους περισσότερους οι οποίοι εξακολούθησαν, την πρώτη εκείνη εβδομάδα, να πράττουν ό,τι ακριβώς έπρατταν απ’ τη στιγμή της εισαγωγής στη διαδικασία προάσπισης της ζωής, να ξαπλώνουν στο χόρτο και να ξεκουράζονται τεμπέλικα σαν καταπονημένοι γεωργοί μιας ανύπαρκτης σποράς, να φλυαρούν κολατσίζοντας τις κάψουλες συμπυκνωμένων γευμάτων που ανακάλυψαν στις θήκες των στολών τους, να δροσίζονται στις σκόρπιες λίμνες που είχαν το βολβοειδές σχήμα του ξεριζωμένου δοντιού, να ζωντανεύουν μικρές φωλιές κοινωνικότητας κάτω απ’ τα τεχνητά δένδρα της αλέας ή μέσα στους στρογγυλούς λάκκους που έμοιαζαν με χάσματα πεσμένου μετεωρίτη ή κάτω απ’ το αντήλιο των υπήνεμων βράχων με τις αφύσικες καμπύλες, σαν ψηλά μενίρ με προτεταμένα γείσα, μικρές δηλαδή εστίες διαπροσωπικής αναζήτησης και συλλογικής τυχαιότητας, οι οποίες συγκοινωνούσαν, άλλοτε σε στενή και άλλοτε σε αραιή γειτνίαση, με τις υπόλοιπες εστίες, σαν τα χάρτινα κομμάτια ενός πάζλ που ταρακουνήθηκαν από ελαφρύ ανακάτεμα, και, έχοντας όλοι τους το αλληλέγγυο έρεισμα του ταυτόχρονου αιφνιδιασμού τους, τίποτε άλλο δεν έκαναν παρά να συνυπάρχουν γαλήνια κι αρμονικά, καλεσμένοι θαρρείς στο ίδιο φιλικό δείπνο, χωρίς να επιδιώκουν έριδες και χωρίς να προξενούν ταραχές, ζητώντας, λόγου χάρη, περισσότερα χάπια τροφοδοσίας απ’ όσα ήδη τους είχαν χορηγηθεί ή εξεγειρόμενοι με παιδιάστικο πείσμα ενάντια στην απότομη και πλασματικά αναίτια διακοπή των προηγούμενων απασχολήσεων, εργασιών, διασκεδάσεων, καθημερινών τετριμμένων δρομολογίων, τα οποία μπορούσαν να επιλέγουν αυτόβουλα και να διαχειρίζονται κατά το δοκούν μέχρι και λίγες ώρες πριν την εισαγωγή τους, όλων αυτών των συνηθειών της πρωθύστερης παραγωγικότητας και σχόλης, συνήθειες, παραστάσεις και κανονικότητες που, χωρίς αυτό να γυροφέρνει στο ακόμα ξαφνιασμένο μυαλό τους, είχαν αιωνίως στερηθεί, είχαν εσαεί απολέσει, είχαν για πάντα αποχαιρετήσει καθώς εισέρχονταν στην επικράτεια του σπασμού…

 [απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Τανούδη ΣΠΑΣΜΟΣ, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2011, διότι οι λέξεις δεν είναι οιωνοί του αύριο και μάρτυρες του χθες, είναι το τώρα και μαζί το πάντα, όλοι το ξέρουν κι ας μην ξέρουν ότι το ξέρουν, οι λέξεις δεν είναι ειρμός, όλες μαζί και καθεμία χωριστά, είναι μόνο μια λέξη, ακόμα κι αν δεν γίνεται πια να κλάψεις απ’ τα μυτερά σύμφωνα, το τραπέζι γεμάτο από αυτά τις ώρες που κανείς δεν ενδιαφέρεται και πονούν ελάχιστα σαν μικρά τσιμπήματα πασχαλιάς, δεν έχουν συμπόνια ούτε καταστρέφουν κόσμους, αγγίζουν ψυχές σαν νανούρισμα χάδι νυχτερινό ονειρικά παλινδρομώντας σ’ εποχές που τα λόγια ήταν λίγα και ζύγιζαν τόνους ακολασίας, αυτό είναι που τα κρατά στη ζωή κι αυτό τ’ αφήνει στην αχρηστία της φαρμακωμένης ψυχής, αρνούμενη με πείσμα ακατανόητα παράφορο την αγιάτρευτη, συνεχώς ανανεούμενη, ενώ κανείς δεν περιμένει, προϋπάρχουσα, ενώ κανείς δεν της πρέπει, προπορευόμενη, ενώ κανείς δεν αποζητά, ονειρική μήτρα του πραγματικού, αυτής της ανοιχτής πληγής, αυτής της ψυχικής σωτηρίας, αυτής της αχαλίνωτης μπόρας που κανείς δεν προφέρει κι όλοι αναμασούν σαν πλαστελίνη μέσα στον ιδρωμένο ύπνο, μα φτάνει η ώρα να την ομολογήσουμε, ο χρόνος μας σπρώχνει, κι ακούγεται ο άνεμος κι έρχεται η βροχή…