Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

ΝΑ ΚΡΙΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΔΙ ΤΟΥ ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΕΡΙ ΑΠ’ ΤΟ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΤΟ ΚΑΘΕ ΦΙΛΙ:

Διαρρήκτες του ήλιου δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι, δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα, δεν ξέρουν τι χρώμα έχει ο ουρανός. Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι, δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν, παραμονεύουν με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα, με τις πέτρες των δειλών στα χέρια, παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως. Να πεθάνουν. Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, από το χάδι του το κάθε χέρι, απ’ το ανατρίχιασμα το κάθε φιλί! (ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ  από τις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ, 1948 του Μίλτου Σαχτούρη)

Δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής, υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο και γδύνονται στη σκιά! Μία-μία ανοίγουν τα φτερά τους οι σκυθρωπές χαρές ενός χαμένου κόσμου. Δες το ποίημα αλήθεψε κι απ’ το πανάρχαιο όνειρο, μες στο μεγάλο κατάρτι του ουρανού, σφίγγοντας μες στο πληγωμένο χέρι μια τούφα φιλιά, αρχίζει το παιχνίδι της χαράς… Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο φυτρώνουν μαργαρίτες και δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι! Την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…

ΟΙ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ (από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο
σε ποιο δωμάτιο ν’ άνθισαν οι αμυγδαλιές σου
εγώ είχα ζήσει σ’ όλες τις γωνιές
στην κόκκινη και δυστυχισμένη
στην τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι
η αναπνοή σου θάμπωνε τα όνειρά μου
πάνω στα τζάμια σου τρεμόσβηνε μια θάλασσα
κήποι κρυφά χρυσάνθεμα μέσα στην έκστασή σου
που έτρεχα ματωμένος και κυνηγός



Ένα μεγάλο δίχτυ περνούσε σύρριζα
πάνω από το κεφάλι μου
η δυστυχία είχε δόντια σιδερένια
ο ήλιος φύτευε στους τοίχους κι άλλα περιβόλια
το περιβόλι της μύγας το περιβόλι του χαρταετού
το περιβόλι το μεγάλο της αγάπης
το περιβόλι του μεγάλου πυρετού
που μέσα του ολημέρα γύριζα με το τουφέκι μου
με μια κορδέλα κόκκινη μέσα στο στόμα μου
με μια κορδέλα κόκκινη μεσ’ στα μαλλιά μου
σαν τη γωνιά την κόκκινη και τη δυστυχισμένη
σαν τη γωνιά την τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι
εγώ είχα ζήσει σ’ όλες τις γωνιές
σε ποια λοιπόν άνθισαν οι αμυγδαλιές μου

Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ (από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Η πληγωμένη άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφαχθήκαν
για να χτιστεί ένας πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείκτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της.

Ο νεκρός της ζωής μας Ιωάννης Βενιαμίν Δ’ Αρκόζι (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948 αφιερωμένο στο Νίκο Εγγονόπουλο)
Ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι που πέθανε-
«εν ζωή» - κι αναστήθηκε μόλις νυχτώνει
κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια του –γίδια βόδια και
πρόβατα πολλά –πνίγει όλα τα πουλιά του αδειάζει
τα ποτάμια του και πάνω στο κατάμαυρο σταυρό
που ’χει στημένο στο καταμεσίς στο δωμάτιο του
σταυρώνει την αγαπημένη του. Ύστερα κάθεται μπρος
στ’ ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του
φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται να ’χε
κι αυτός κοπάδια και βόδια γίδια και πρόβατα πολλά
να ’χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά
να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών
να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας.

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ (από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Τ’ όνομά της ήταν Ακτή και Κυριακή. Είχε μαύρα μάτια μαύρα μαλλιά μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια κι ένα άλογο κατάμαυρο. Όμως τη λέγαν Ακτή και Κυριακή.
Το σπίτι της ήταν σ’ ένα νησί κι ήταν γεμάτο πιστόλια πορφύρες σημαίες άστρα στα δίχτυα πολυβόλα σκάφανδρα αγκίστρια κιβώτια με όνειρα, κιβώτια με σφαίρες νησιώτικες φορεσιές λάμπες με γυαλιά χρωματιστά μαντίλια χρωματιστά κι ένα παλιό σκουριασμένο κανόνι.
Άναβε-έσβηνε άναβε- έσβηνε κι αμέσως μια έρημη βάρκα άραζε πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού κι ένας-ένας πέντε άνδρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι.
Σε λίγο από ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο απ’ τα αθάνατα ο Πρώτος άνδρας έβγαινε νεκρός. Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του.
Ο Τέταρτος σερνάμενος τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια σ’ ένα βαρύ σκούρο πράσινο ύφασμα. Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός.
Όμως η πιο εξαίσια νεκρή ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρό της φόρεμα κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυτή στο αίμα τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος και μ’ ένα χαμόγελο κι μ’ ένα πράσινο κλωνί στο στόμα ενώ οι πέντεγερμανοί αδύναμοι μπροστά της χαιρετούσαν σε στάση προσοχής

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΞΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΚΠΛΗΞΕΩΝ:

Δεν με πτοεί η λέξις έλλην – κι ούτε μένω τις νύχτες ξύπνιος αναλογιζόμενος ποιος ήμουν και ποιος θα ’μαι στις συνειδήσεις των ανθρώπων που θα ζήσουνε εδώ και χίλια χρόνια – και θα δοκιμάζουν να θυμηθούν το πρόσωπό μου – που θα ’χει τότε σβήσει από τη μνήμη τους λόγω ελλείψεως φωτογραφιών πορτραίτων και γλυπτών – η έλξη λοιπόν μιας στήλης ρεύματος ηλεκτρικού επενεργεί επάνω μας σιγά-σιγά και τέλος σβήνει οριστικά – η τραγική ετούτη μοίρα των πραγμάτων απηχεί το περιορισμένο της ζωής των όντων που αναπνέουν, που βλέπουνε τον ήλιο, που τρώνε κι ονειρεύονται κι όμως δεν νομίζω πως διαπράττω λάθος όταν λέω πως η λέξις έλλην ολίγην σχέσιν έχει με τη λ΄ξη μέλλον [ΚΑΜΙΑ ΛΕΞΗ ΔΕΝ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ ΕΛΛΗΝ από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΣΤΟ ΚΑΤΩ-ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, εκδόσεις Νεφέλη 1984]


Το καθάρισμα του ήλιου ξανάρχισε
Οι γυαλοποιοί υποκρίνονται τους ανίδεους
Δεν κάνει να κάνουμε τώρα τέτοιες διακρίσεις
Οδηγούν πολύ πιο μακριά απ’ τα όνειρα.

Πίστεψες σ’ έναν άγριο αισθησιασμό
Η Σαβάννα της καρδιάς και του ύπνου
Προχώρησε ως το σημείο που πέφτουνε
Όλες οι θεωρίες η μια πάνω στην άλλη.

Παρατηρώ πως δεν γίνομαι πιστευτός
Άσε να ξετυλιχθούνε μόνα τους
Τα κουβαριασμένα σώματα
Άρρηκτα συνδεδεμένα με το νερό

Σημάδι πως η πρόζα σου άρεσε
Και τώρα ελπίζω να κλείσεις
Τα μάτια σου όπως ένας φλοιός
Ως το σημείο Χ της κουρτίνας.

Επάνω στα τείχη που κοκκινίζουν στη δύση
Ξαναχτίζεται ο ορίζοντας με αχτίδες
Στα υπερβόρεια ανοίγουν βιτρίνες
Για να δούνε εκεί μέσα τον ήλιο.

Μεσάνυχτα έχουν για ό,τι συμβαίνει
Κι όμως αρκετά με γνωρίζουν θαρρώ
Καθαρός από έγνοιες και έννοιες
Γυαλίζει ο έναστρος ουρανός.

Μακριά απ΄τη θάλασσα κυλούσε αργά
Στο κατήφορο ένα μπλε αυτοκίνητο
Το απόγευμα μετακινήθηκε ήσυχα
Δεν εντοπίζεται εύκολα μια σημασία με πόδια.

Παράδεισος που εύκολα στήνονται
Επάνω του οι καλλονές το φθινόπωρο
Ό,τι ακούγεται το περνάνε τ’ αυτιά τους
Με κόσκινο και ηχώ στα καλώδια.

Χρονοτριβή χιονοστρόβιλοι και μία
Χαρμόσυνη είδηση μεταγγίζεται εύκολα
Παίρνει διαστάσεις στις εφημερίδες
Πάντοτε ανοιχτές στην ίδια σελίδα.

Κομπάζουν με ραθυμία και κούραση
Λαγνεία κανονική για το δέρμα
Με δυο λόγια που ξέφυγαν απ’ τα δόντια
Θα επαναφέρεις τα προηγούμενα ήθη.

Σε μακρινές εκδρομές σ’ ακρωτήρια
Ψιθυρίζονται περισσότερα πράγματα
Απ’ ό,τι θα έπρεπε για το καλό σου
Ευτυχώς που δεν πρόλαβες να γυρίσεις το φύλλο

Πριν να σε παγιδέψουν τα χρόνια
Σε μεταβατικές εποχές
Πριν από τους παγετώνες που είδανε
Τα στόρια τους από κρύσταλλα

Διαισθάνθηκες να διαλύονται οι διαρθρώσεις
Ενός κόσμου δίχως επίγνωση
Στον οποίο δεν ανήκει κανένας
Από αυτούς που είχανε κάποτε κάποια ιδέα.

Έμοιαζες με τη θηλιά τη φυγόκεντρη
Που σφίγγει μεθυστικά το λαιμό
Την ώρα της συνουσίας και πνίγονται
Οι αγνοούμενοι στον οργασμό.

Σπάταλη επιθυμία σκανδάλου
Η θάλασσα ροχαλίζει στα πόδια σου
Δράκοντας μέσα στον ύπνο του
Καταβρόχθισε κάποιον.

Δεν ήταν η μυρωδιά του πλησίον
Που έκανε ν’ αναστατωθούν οι αισθήσεις
Τα αισθήματα φτερουγίζουν και δέχονται
Την έλξη των μεγάλων εκπλήξεων.

Κάτω από αυστηρές επιπλήξεις
Γονατίζει βουρτσίζοντας  τα πλακάκια
Μια κοπέλα με πράσινα μάτια
Το παράξενο μυστήριο του σεξ.

Καλοθρεμμένο μοσχάρι πλουσιόπαιδο
Έπεσες με τα μούτρα στα μανιφέστα
Τι δίψα είναι ετούτη που σβήνει
Σιγά-σιγά το άστρο της ημέρας

Έννοιες που πλεονάζουν σα γίδια
Δίδαξα ένα-ένα τα βήματα
Μετρώντας ως τα εκατό πάνω-κάτω
Σε μιαν αίθουσα αφετηρίας των τραίνων

Χαράζοντας με τα νύχια στο τοίχο
Τα αρχικά τους να τους θυμόμαστε
Ως θύματα μιας παράλογης έξαψης
Που έπινα κάθε τόσο οπαδούς κι αντιπάλους

Διακρίθηκα για το αδιάφορο ύφος μου
Όταν μου είπαν πως θα πεθάνω
Με όλη μου τη δύναμη συγκρατήθηκα
Μη τυχόν και γελάσω στα μούτρα τους

Η αιχμή του γραψίματος κινούμενος δορυφόρος
Φτάνει στα όρια των τελευταίων ορδών
Που κατεβαίνουν με φερετζέδες και φέρετρα
Απ’ τη δημόσια οδό προς τα θέρετρα.

Ο δρόμος αυτός είναι τώρα κλειστός
Όπου περνούσαν άλλοτε τα στίφη ανεμπόδιστα
Τώρα δεν περνάει ούτε καν η μπογιά σου
Ξεβάφοντας ολοένα προς το γαλάζιο.

Μπρος στα πράσινα όργια των κήπων
Προσκυνώ την κάθοδο των πορτραίτων
Με λουλούδια που είχαν προσωπικότητα
Κι ας καθορίζονται μόνο από είδη και γένη.

Εν γένει θα μου πεις πως έχεις δίκιο
Δεν αποτείνομαι μόνο σε σένα
Και σ’ αυτούς που έκανα να δούνε τι έκανα
Με χίλια βάσανα στης Χαλιμάς το παράδειγμα.

Ίσως να το πήρες λιγάκι επάνω σου
Να σε παρέσυραν υποσχέσεις και θαύματα
Μα πώς χάθηκε έτσι εύκολα
Το θάρρος σου να χτυπήσεις την πόρτα.

Ο γάμος εκτελέστηκε πρόωρα
Πληγωμένος σύρθηκε ως την πύλη
Γιατί αντιφάσκεις – με παίρνεις για κάποιον
Που βλέπεις μια φορά κάθε τόσο κρυφά.

Εκλιπαρείς με τα μάτια – τεντώνεις
Τους μυς της καρδιάς σου ώσπου να σπάσουν
Κι έγινε χίλια κομμάτια η συζήτηση
Που από μέσα της συνυπάρχεις.

Χιλιάδες χρήσιμες οδηγίες χρειάζονται
Και συντάσσονται με το μέρος σου
Χρυσίζουν τώρα οι τελευταίες στιγμές
Που κάθονται στο πλευρό σου

Και ψιθυρίζουν λόγια συμπάθειας
Τι άλλο θα μπορούσες να φτάσεις
Το μέγεθος της ωμοπλάτης του Πλάτωνα
συνταράσσεται από επαναστάσεις.

Στο ημίφωτο κάθονται οι στυλίτες
Της παλιάς καλής κοινωνίας
Και τα συγκοινωνούντα δοχεία
Γεμίζουν από αναμνήσεις

Περίεργο δεν σου φαίνεται πως ήρθα
Πίσω από τριακόσιους τραγικούς
Αλλά μόνο με σένα υπήρξε
Η αληθινή μου διαμάχη.

Παρόλο που δεν βλέπω καλά τι θέλεις να πεις
Σε ήξερα πολύ πριν από τους άλλους
Μα δεν ξεχνιέται εύκολα μια κατάρα
Που έχει γίνει ειρκτή.

Τα χαράματα ξεχειλίζουν με ρίγες
Που ζωγραφίζει ο ήλιος πάνω στα σώματα
Ένα ρίγος κατάδικου με διασχίζει
Μήπως είναι αυτό που το λένε προμήνυμα

Μαργαριτάρι του μέλλοντος οψιδιανός
Μισοσβησμένος πίνακας των προγραφών
Όσοι άκουσαν το όνομά τους
Παρακαλώ ας με ακολουθήσουν…


 [ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗ ΓΡΑΦΗΣ, εκδόσεις Νεφέλη 1984]

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΥΡΑ, ΙΣΑ-ΙΣΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΤΡΑΓΙΚΑ ΑΚΥΡΩΝΟΥΝ (ΕΞΑΠΤΟΝΤΑΣ) ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Τη μοίρα μου την έζησα χαζεύοντας του τίποτα τη φαλακρή τυραννίδα. Ιστόρησα τη μοναξιά γοερότερος και ζάπλουτος απ’ τον αγέρα μ’ ένα χακί σακίδιο τα λιγοστά μου τρόφιμα στην πλάτη χρωματιστούς τρεμάμενους ξαναπατώντας ίσκιους κι ανασταίνοντας ωσάν σε ύπνο τρανταχτό του χόρτου μου τα δύστηνα ονείρατα στο αίμα μου βαθιά καιόμενος κι αστράφτοντας ακτημοσύνη καθώς που ζήλεψα την κάτασπρη χαμέρπεια: το τάδε ρημολούλουδο που κείται μες το ρέμα λιγοθώρητο ανασαίνοντας απόρρητο τεμπελίκι. (Κοίτα – παράγει θάνατο σάμπως να ’κραξε πως τα όνειρα, όχι, δεν είναι άκυρα ίσα-ίσα είναι εκείνα που τραγικά ακυρώνουν (εξάπτοντας) την πραγματικότητα [ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Δυσάρπαγος θεσμός απ’ τους θεούς η ανθρώπινη φύση
χτισμένος απάνω σε αιρούμενες πιθανότητες
τυχάλωτος και εύθρυπτος ανάμεσα σε συνωμότες
τόπος που ευωδιάζουν αγιοκλήματa
στοχαστικές θεωρίες και νεύρωση της άτεκνης διαλεκτικής
εσένα όμως παλίρροια του έρωτα
(σπαραχτικό κειμήλιο η επείγουσα συνουσία)
την άσκοπη ομορφιά σου αρωματίζοντας με όνειρα
σε ψάλλω σε δοξάζω σε τραγούδησα
στα γενετήσια σχήματα στους αρχάριους
οίστρους της ατέρμονης μαβιάς γυναίκας που ίδρυσε
στην πεμπτουσία τα μάτια μου στην οργιώδη της βλάστηση.
Τόπος της θύελλας η Ιστορία
την ώρα που φιλώ τα χείλη σου με γιασεμιά μπερδεμένα
πέρα απ’ τις ρωγμές και πέρα
απ’ τα συνθήματα με το όνομα εξουσία
φτερουγίζοντας ωσάν ορειχάλκινος πετεινός
απάνω στην κατάλευκη ράχη σου στο θεσπέσιο
μάρμαρο του σπασμού σου από τριαντάφυλλα
χύνοντας ηλιαχτίδες στο δωμάτιο
πράξεις οπτασίας οι πανάρχαιες φλόγες του σώματος!


ΦΕΓΓΑΡΟΣΚΟΝΗ ΦΕΡΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΛΚΟΥΤΑ
Η όσφρηση προς το Μάιο τα δοξάρια φυλλοβόλα
ο χρόνος είναι: ήτανε –
ο χρόνος ( ας τον ανατιμήσουμε) είναι ωσάν ησυχαστής
από ψυχρότητα λάβρος μαστγωτικός
η ελπίδα τερματίστηκε. Κλαψουρίζει το σύντομο εκείνο τηλεγράφημα
οξύχολα εκμαγεία η απονέκρωση πιάνο για τέσσερα χέρια
τα θηλυκά λογοπαίγνια της μυστικής θεολογίας ενίοτε
τριαδική παράλυση μα όχι τρυφή γνωσιολογική
πικραινόμαστε συνεχώς ανάβοντας
μαύρα  αυγά βραχμανικά
μνησικακία σου η Άνοιξη βρε μπαγάσα Κρίσνα περιπαίχτη
με τρομερούς αλαλαγμούς στα θλιβερά
ξεβράσταρα του Γαλαξία
πάλι τα ρούχα μου σήμερα στο καθαριστήριο
πάλι σιδέρωμα για λανθασμένο αύριο
δεν  είμαστε στα καλά μας να υπάρχουμε έτσι ανελέητα
κοψίδια της θάλασσας τα κύματα
ο ήλιος θριαμβεύει
ο νους τον ταριχεύει
ο δυόσμος  με το ευώδιασμα παλεύει.
Βόσκω τα’ ανήμερα της διάνοιας: μεγάλες εκατοντάδες
ακούρευτες και κατακόκκινες (ελέχθη)
πριν ακόμη να φέξει
στο ξεψύχισμα του όρθρου
χέρια και πόδια η ρητορική του Ιουγούρθα
ηρεμούν εκεί κάτω στο θάνατο
μουχλιάζει το ακουστικό αναβλύζοντας
ο Άγιος Μοξάξ αφορεσμένος
με χτένισμα επιληπτικό ακονίζοντας
των κρίνων τα ξεσπαθώματα.
Συμεών ο κανίβαλος του φωτός ο μελανιάρης
ετοιμόρροπος από τρεχάτα ουρανισκόφωνα
γυαλιστερά στην έρημο τραπουλόχαρτα – Είθε!

ΣΚΑΒΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΝΑ ΤΟΥ ΕΦΗΜΕΡΟΥ
Πρόοδος είναι να επιστρέφεις από νοημοσύνη
να πίνεις το νεράκι από το βράχο
με νεολιθική ωριμότητα με ανώγεια μάτια.
Η ορμή μου σε πρόβλημα η καρδιά μου σε θάμβος
τανυσμένος ολούθε
στην πλατειά πολυμέρεια ο απείθαρχος Νόμος
καθιστός ωσάν ξόανο
ο δράκος
που φυλάσσει το νερό
ενάντια στη δίψα (στέρεμα θα’ρθει)
οι κλειδώσεις του άνθους

ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΙΑ
Οτιδήποτε αναιρεί τη θέληση θέλοντας
ανήκει στην τυραννία.
Οικειώθηκα την απελπισία μου επί αιώνες
εγώ ο τολμησίας του ανυπόστατου
την οικουμένη του ήλιου την περιγέλασα
(και δικαίως)
καθώς επιτέλους εισχώρησα στον έρωτα του τίγρη
στα ορύγματα της ηρωίδας Αφασίας
αποσπόρι του απείρου με ιώβιες διαστάσεις
θηρεύω τιποτένιος
ανιχνεύω διάτορος.
Μια σύνθεση για άρπα του Ερρίκου του Όγδοου
Τι μένει απ’ όλα αυτά;
Μερικά βλακώδη κόκαλα

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΘΑ ΤΑ ΞΕΡΙΖΩΣΕΙ ΜΕΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ:

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι και με τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα, ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της… Είναι άνθρωπος ή άγαλμα, Είναι άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος; Είναι μονάχα μια πνοή, ένας βρόντος κανονιού, είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη; Είναι ο βόγγος της καρδιάς, το μίσος, τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται σ’ ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής; Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια  η Λησμονημένη. Είναι άνθος ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος; Και σ’ αυτό το δρόμο να πω πως γίνονται θαύματα; (Μίλτος Σαχτούρης Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ από την ομότιτλη ποιητική συλλογή 1945)

Δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής, υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο και γδύνονται στη σκιά! Μία-μία ανοίγουν τα φτερά τους οι σκυθρωπές χαρές ενός χαμένου κόσμου. Δες το ποίημα αλήθεψε κι απ’ το πανάρχαιο όνειρο, μες στο μεγάλο κατάρτι του ουρανού, σφίγγοντας μες στο πληγωμένο χέρι μια τούφα φιλιά, αρχίζει το παιχνίδι της χαράς… Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο φυτρώνουν μαργαρίτες και δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι! Την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ
-Ι-
Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών
δεν είναι αυτό το δένδρο δένδρο ηλεκτρικό
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού

Δεν είναι η λευκή γριά ετοιμοθάνατη

Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς
για τη ζωή της λησμονημένης.


-ΙI-
Η λησμονημένη ανοίγει το παράθυρο
ανοίγει τα μάτια της
κάτω περνούνε φορτηγά με μαυροφορεμένες
που δείχνουνε το φύλο της γυμνό
με οδηγούς μονόφθαλμους που βλαστημάνε
το χριστό της και την παναγία της
οι μαυροφορεμένες θέλουν το κακό της
κι ας της πετάνε τα ματωμένα τους γαρίφαλα
απ’ τον αναβρασμό του κήπου της ηδονής τους
απ’ την εξάτμιση της μπενζίνας μέσα στο σύννεφο του καπνού
οι οδηγοί
σκίζουν το σύννεφο και τήνε κράζουν πόρνη
όμως αυτή είναι μια θλιμμένη παναγιά
με τον αγαπημένο της μέσα στα εικονίσματα
έτσι όπως τον φύλαξε ο χρόνος
με τα κεριά όλων των προδομένων
που βάδισαν στο θάνατο ανάμεσα στις μαργαρίτες και τα χαμομήλια
με βάγιες δούλους κι αστέρια του βουνού
με σπαθιά που κόβανε λαιμούς και φοινικόδεντρα.
-ΙΙΙ-
Η λησμονημένη απλώνει τ’ άσπρο χέρι της
παίρνει όμως ένα χρωματιστό γυαλί και τραγουδάει
-Σε φωνάζω όχι μέσα από τ’ όνειρο
αλλά μέσα από τα συντρίμμια των πολύχρωμων αυτών γυαλιών
μα εσύ όλο φεύγεις
τώρα ναι με φοβίζει αληθινά το πρόσωπό σου
όσο και να ταιριάζω τα σπασμένα αυτά γυαλιά
δε μπορώ πια να σ’ αντικρίσω ολάκαιρο
κάποτε φτιάχνω μόνο το κεφάλι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα άγρια κεφάλια
που μ’ αποξενώνουν
άλλοτε μονάχα τ’ αγαπημένο σώμα σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα κορμιά ακρωτηριασμένα
άλλοτε πάλι μονάχα το ευλογημένο χέρι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα χέρια τεντωμένα
που παιδεύουν τα πόδια μου κάτω απ’ τα φουστάνια μου
μου δένουν τα μάτια με τα μαύρα μαντίλια τους
με προστάζουν να περπατήσω να μη γυρίσω πίσω το κεφάλι μου
να δω τα μάτια σου να θρυμματίζονται
-ΙV-
Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξαδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγγος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μεσ’ στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά του αγαπημένου της που πέρασε
-V-
Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησίες.
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δένδρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν
εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι
ήθελαν να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον ’κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δεν φάνηκε άξιος
γιατί δεν μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του,
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα
παράθυρα. Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος, Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη,

-VI-
Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
Η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
Η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
Η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
Η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
Η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
Η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε
Η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
Η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
Η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
Η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΩΣΑΝ ΤΡΕΛΟΣ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΗΣ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΔΙΨΑΛΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (της κοιτίδας μου κάλπικα χαρτονομίσματα):

Γιατί η γλώσσα είναι η αχόρταγη μοιχαλίδα του Πραγματικού με αρίφνητα ψέματα προσπαθώντας να περισώσει το γάμο της. Κάθε τραγούδι θλιβερό χαράκωμα ενάντια στη μουσική, κάθε μορφή ζαβλάκωμα χωρίς αληθινά σταφύλια, δίχως κρασί που να σπιθίζει απ’ τα φαινόμενα κλήματα. Είναι αυτά μονάχα τα έρημα της καρδιάς τ’ αναστήματα! [ΠΗΛΙΝΟ ΑΓΑΛΜΑΤΙΔΙΟ του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ORA ET LABORA
Βουρ στα ζωύφια λατινικά,
Παναγία θεοτόκε νοικοκυρά μου
μη μ’ αφήσεις ανυπεράσπιστο στα σκυλιά
με τόσες όμορφες εικόνες σου
σ’ αυτό το σκουπιδότοπο (στο ύψος Παρθενώνας).
Θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα
θα την κάνω κουρμπάνι
στα γοερά μου πεύκα κρεμαντούλα
ενάντια στου χρόνου την εφεύρεση
δοξάζοντας το πληγωμένο μάλαμα: τη μοναξιά μου
στα νόστιμα ερέβη που με περιμένουν
εκείθε από τα κωμικά σας έαρα
προς τα ερείπια του σύμπαντος μονήρη
προς του νερού την κρέμαση στα βάραθρα
-μιαν ασώματη ρητορεία.
Τι τα ’θελε και τα ’φερνε τα γράμματα
ο Δαναός στην Αργολίδα.
Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα απολαμβάνουν
την πραγματικότητα


ΟΙ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΙΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Τα φτερά μου δεν είναι από βλακώδη τρυφερότητα
κι είμαι ένα ράμφος νευρωτικά χωμένο στο αίνιγμα
πληγιάζοντας τον αγέρα που όμως την γλιτώνει σαν αγέρινος
δεν τρέφω άλφα κι ούτε ωμέγα ανατρέφω
τη μεγάλη μου εξυπνάδα την πέταξα
σε σκουπιδότοπο
το ξίφος μου το απόθεσα στην Παναγία
ξεκουφαίνοντας με τη λάμψη του της Λευκής τα λαγόνια.
Κατάρα κι ανθοδέσμη θανάτου στο ιερατείο
που καταρτίζει η μέλισσα
την αχαΐρευτη σφήκα περιφρονώντας

ΑΛΛΟΦΡΟΝΑΣ ΙΟΥΛΙΟΣ
Ο γενέθλιος μήνας μου στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόσμενον ίσκιο που αναβλύζει
δονούμενος από φευγαλέα φωνήματα κληματαριάς –
τι άρια ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα λουσμένο
μουσείο
που ’χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΟ
Βγαίνοντας απ’ την ποίηση
(τα ωκύμορφα μύρα)
στην άπλαστη τούτη πνιγηρότητα
τους διαβάτες τα λιπόθυμα τρόλεϊ
τα βάναυσα στη λιακάδα λεωφορεία
μαθητεύω (φαρμάκι τα δίδακτρα)
δίχως ναν το ’χω ποτέ μου λαχταρήσει
στην πρόσφατη Μελάνη
που ’χει βγάλει τα πασούμια της κι αναπνέει
τα προσανάμματα της πλάνης.
Κάθε φορά που ερανίζομαι κίνηση
καταγόμενος από την άδουσα Φυσική
μονήρης από σόι στα έαρα των άστρων
έχοντας ένα λαδοφάναρο στα χέρια μου
(συνήθως δεκαεφτασύλλαβους αιματωμένους)
βλέπω της τεχνικής το φρικαλέο κάταγμα
βλέπω καλώδια στη μελλούμενη καρδιά μου.
Σταθεροποίησε τη λευκότητα στην αγάπη
διώξε
τη φρίκη διώξε μακριά της ορατής γεωπονίας

ΑΡΧΑΪΚΟΝ
Αποθηκεύοντας άνεμο στα περίτρομα φύλλα του
μ’ αναρίθμητο επί ώρες μηδέν
αγκαλιάστηκε ο τυχαίος ευκάλυπτος.
Το γεγονός που οι λέξεις μ’ εγκαταλείπουν
έρχεται πάνω μου ωσάν συρτή ταφόπετρα.
Στη Δήλο: του φωτός τ’ απορρίμματα
η όραση ραπτομηχανή

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)