Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Τελευταία ανάρτηση σ’ αυτό το ιστολόγιο – (α)συνέχεια στη ΦΕΡΤΗ ΥΛΗ ΜΕΛΙΤΟΣ


Άννα Αφεντουλίδου, Η Πεταλούδα που έχασε τα φτερά της

Περπατούσε πάντα με πολύ στητή πλάτη. Της είχε μείνει από τη μαθητεία της στο μπαλέτο. Η δασκάλα της κρατούσε κάτι σαν χάρακα. Ποτέ δεν κατάφερε να δει τι ακριβώς ήταν. Της ίσιωνε τη στάση του κορμού, τη θέση των ποδιών, την κίνηση των δαχτύλων. Υπέροχη η μουσική ζωγράφιζε τις διαστάσεις. Κι εκείνη έπρεπε να χυθεί μέσα τους απόλυτα ρευστή, απορροφώντας κάθε κραδασμό πραγματικού. Κάθε τι που θύμιζε πως αυτό ήταν ένα σώμα απλά προορισμένο να κουβαλά πέρα δώθε το μυαλό της. Κάποτε αγαπούσε το χορό.


Είχε χρόνια πια να χορέψει. Οι γονείς της είχαν επιμείνει να σταματήσει. Δεν θα γινόταν δα και χορεύτρια. Ό, τι έμαθε, έμαθε. Κι αυτή ενέδωσε. Όπως πάντα. Για όλα.
Τώρα ήταν υπάλληλος γραφείου. Συγκεκριμένη και σίγουρη, σχετικά, δουλειά. Μικρές αλλά σταθερές αποδοχές. Όσο δεν εναντιωνόταν. Γιατί άλλωστε; Το είχε πάρει απόφαση. Πολλές φορές πλέον σκυμμένη στο γραφείο με τόσο τεντωμένες τις ωμοπλάτες πονούσε στη μέση. Αλλά δεν καμπούριαζε ποτέ.
Μια μέρα που τακτοποιούσε τα έγγραφά της βρήκε ένα χαρτάκι, με μια διεύθυνση, στο τελευταίο συρτάρι.. Από την πρώτη στιγμή είχε καρφωθεί εκεί το βλέμμα της. Ήταν αδιαμφισβήτητα πολύ γνωστή. Σίγουρα είχε ξαναπάει εκεί. Κάθε σύμβολο, κάθε σημείο κραύγαζε μιαν οικειότητα εκκωφαντική. Και όμως. Ήταν αδύνατον να θυμηθεί. Πού. Πότε. Γιατί. Ή Ποιος. Μήπως αυτό το «ποιος» ήταν το αγκίστρι που κάρφωνε την μνήμη και τραβούσε τις εικόνες μακριά; Δεν ήξερε. Ή δεν ήθελε να ξέρει;
Η μόνη της παρέα στη δουλειά ήταν μια συνάδελφος που δούλευε χρόνια στην ίδια εταιρεία. Οι υπόλοιποι έλεγαν πως δεν είχε ίχνος συμπόνιας για τους άλλους και πίσω από την πλάτη της την αποκαλούσαν ψιθυριστά Σαλαμάνδρα.
Την επόμενη μέρα πήγε στο σπίτι της. Ήταν και η μόνη που το επισκεπτόταν. Της είχε υποσχεθεί πως θα την βοηθούσε, αν κάποτε την χρειαζόταν. Γιατί της χρωστούσε μια παλιά χάρη. Της όφειλε μιαν εξήγηση• που δεν θα την ζητούσε ποτέ.
Έφτασε λίγο αργοπορημένη στο ραντεβού τους και κάθισε ήσυχη σε μια γωνιά να παρατηρεί την Σαλαμάνδρα, μέχρι να τελειώσει τις δουλειές της. Γιατί την έλεγαν άσχημη; Ήταν ψηλή, αδύνατη, με λευκό δέρμα. Ένα μικρό κεφάλι πάνω σ’ ένα μακρύ λαιμό. Ξεθωριασμένα γκριζοκόκκινα μαλλιά. Νωχελική, με μια νωθρότητα στις κινήσεις που άλλοι θα θεωρούσαν αρχοντιά. Με ψιθυριστή φωνή, με αέρινα ρούχα. Ωστόσο. Ήταν γεμάτο λεκέδες και ρυτίδες το λευκό δέρμα. Οι κινήσεις δεν ήταν αργές. Μόνο αδιάφορες. Η φωνή δεν ήξερε να μιλάει Και το λεπτό ψηλό σώμα ήταν τόσο στεγνό από αγγίγματα τρυφερότητας, τόσο άδειο από μυρωδιές. Παγωμένο. Σα σαύρα. Γι’ αυτό και την έλεγαν έτσι. Είχαν δίκιο. Έστρεψε κι έφυγε. Η Σαλαμάνδρα ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει, ανασήκωσε τους ώμους της και συνέχισε σκυφτή τις δουλειές της. Απλά δεν την ένοιαζε.
Έτσι ξεκίνησε να ψάχνει μόνη, ξοδεύοντας πολλές ώρες στους ζεστούς δρόμους της πόλης. Βάδιζε σε μέρη που της φαίνονταν γνωστά, που τα πίστευε για πάντα χαμένα στο βυθό της μνήμης. Φοβόταν να ψάξει πραγματικά, φτάνοντας ως το τέλος. Συνέχιζε να τριγυρνά στα γειτονικά τετράγωνα, γνωρίζοντας πως δεν ήταν εκεί αυτό που αναζητούσε. Ενώ παράλληλα πάσχιζε συνεχώς να επιβεβαιώνει την ύπαρξη εκείνης της οδού: μέσα στους καταλόγους με τις σχολαστικές πληροφορίες, μέσω των ειδικών εταιριών ενημέρωσης, ρωτώντας τους γείτονες που γνώριζαν καλύτερα τα σπίτια των άλλων παρά τα δικά τους.
Εκείνο το βράδυ την βρήκε εξαντλημένη, με την πλάτη κυρτή. Ξάπλωσε με τα ρούχα. Ήταν καιρός που δεν είχε δύναμη ν’ αλλάξει και κοιμόταν με τα ρούχα. Ξαφνικά σαν κάτι να θυμήθηκε και άπλωσε το χέρι στα τυφλά κάτω από το κρεβάτι. Τράβηξε από εκεί ένα κουτί. Παλιές φωτογραφίες, αποδείξεις, ονόματα. Ένα παλιό άλμπουμ με ποιήματα. Ποτέ δεν πίστεψε πως θα μπορούσαν να την γυρίσουν πίσω ξανά. Τώρα το ενδιαφέρον της ήταν οριστικά αλλού στραμμένο. Σε πράγματα απλά, καθημερινά, χειροπιαστά.
Και τότε είδε κάποιο ξεχασμένο παραμύθι. Παράξενο. Είχε ξεκαθαρίσει πολλές φορές τα άχρηστα πράγματα πετώντας ό, τι δεν ήταν χρήσιμο πια, αλλά αυτό συνεχώς αντιστεκόταν. Για ποιο λόγο; Με ποιον τρόπο; Δεν γνώριζε. Ή δεν ήθελε να γνωρίζει;

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια Πεταλούδα. Βαθιά μυρωδιά βιολέτας την κοίμισε ένα βράδυ. Και ο ήλιος το πρωί που την ξύπνησε ήταν χλωμός και ένοχος. Την φίλησε βιαστικά, όπως κάθε μέρα κι έφυγε. Κοίταξε τριγύρω της ξαφνιασμένη, αμήχανη, αγουροξυπνημένη.
-Μα τι συμβαίνει;
Πήγε στον καθρέφτη της και τότε κατάλαβε. Της είχαν κλέψει τα φτερά. Μια πεταλούδα χωρίς φτερά. Ο πανικός της έκλεισε το στόμα περήφανος• την είχε νικήσει.
Στην αρχή έκλαψε ανήμπορη. Τι θ’ απογίνει χωρίς τα φτερά της; Ύστερα σκέφτηκε. Έπρεπε να σκεφτεί. Τι θα γινόταν χωρίς τα φτερά. Στο τέλος ήρθε η απόφαση. Θα ζούσε και χωρίς αυτά.
Την άλλη μέρα πήγε στην Γελαστή Νεράιδα. Ποτέ δεν ήταν φίλες, αλλά ήταν τόσο χαρούμενη πάντα, τόσο αισιόδοξη. Βοηθούσε όλο τον κόσμο. Μακριά κατάμαυρα μαλλιά. Πλαδαρό παχουλό σώμα. Μεγάλο στόμα. Τεράστιο χαμόγελο. Μια πολύχρωμη τιάρα σκαρφαλωμένη στο κεφάλι της. Ήταν τόσο όμορφη!
-Γιατί σου έκλεψαν τα φτερά; Ποιος ήταν; Πότε; Τι τα χρειάζεσαι εσύ τα φτερά;
Πόνεσε το κεφάλι της. Δεν ήξερε τίποτα. Δεν ήθελε να απαντήσει.
-Ποιο το πρόβλημα λοιπόν; Απλά δεν τα χρειάζεσαι. Είσαι πιο όμορφη έτσι.
Η Πεταλούδα που Έχασε τα Φτερά της κοίταξε θλιμμένα μακριά. Αλήθεια, γιατί τα έψαχνε;
Κάθισε στην άκρη του δρόμου κουρασμένη. Έτσι, όπως καθόταν, τσαλακωνόταν το φόρεμά της. Θα γέμιζε πτυχωτές ρίγες που θα έδειχναν, σ’ όποιον κοίταζε, την αδιαφορία της. Ήταν ένα μακρύ αεράτο φόρεμα. Μπλε με μωβ λουλούδια. Βαμβακερό με πλεχτές τιράντες. Φούσκωνε αταίριαστα το στήθος από μέσα. Δεν είναι καθόλου πεταλουδίσιο, σκέφτηκε. Πρέπει να ανασηκωθώ και να ισιώσω το φόρεμά μου. Και δεν μπορώ. Πού είναι τα φτερά μου; Κλαψούρισε κλείνοντας τα μάτια με τα χέρια της.
Τότε ανάμεσα από τα δάχτυλά της κύλησαν δάκρυα και θυμήθηκε τη μέρα της βροχής. Ένας μεγάλος πλάτανος στη μέση της παλιάς πλατείας. Το βλέμμα σκαρφαλώνει στα κλαδιά, ανεβαίνει ανεβαίνει κλιμακωτά ως την κορφή. Η τσίγκινη στέγη από κάτω μαζεύει ξερά κιτρινισμένα χέρια, τα φύλλα του φθινοπώρου…και βρέχει…βρέχει…Το εργαστήρι του Μάγου. Το μαγικό του φίλτρο. Θα την απάλλασσε για πάντα από την ομορφιά και τον πόνο των φτερών της.
Έτρεξε στο μικρό της σπίτι. Ήταν πεταλούδα. Της άρεσε που ήταν πεταλούδα.
Τράβηξε αργά το κουτί κάτω από το κρεβάτι. Κάτω από ένα στρώμα ξερά κιτρινισμένα φύλλα σαν χέρια που έπαψαν από καιρό να αγγίζουν, κάτω από ένα στρώμα ανθρωπάκια κομμένα από χαρτί, ήταν ένα ζευγάρι πανέμορφα φτερά. Σαν από πέταλα λουλουδιού. Απαλά δροσερά, μύριζαν υπέροχα, θρόιζαν μαγευτικά. Και την καλούσαν να τα φορέσει και πάλι.
Ώστε αυτό ήταν; Μόνη της το είχε ζητήσει; Δεν ήθελε να θυμάται πια.
Ο Μάγος όμως την είχε προειδοποιήσει. Κάποια μέρα ίσως η μνήμη επέστρεφε Κι αυτό είχε ήδη συμβεί.
Τώρα; Πού θα βρει την δύναμη να σβήσει την αδιαφορία από το φόρεμά της; Να στραγγίσει την σκέψη από τα φτερά που της στέρησαν; Να κρύψει τον πόνο από το αγέλαστο πρόσωπο; Έκλεισε αργά το καπάκι και έσπρωξε και πάλι το κουτί κάτω από το μικρό της κρεβάτι.

Θα έμενε για πάντα η Πεταλούδα που Έχασε τα Φτερά της...»

Τα δάκρυά της κυλούσαν πάνω στις σελίδες, λεκιάζοντας τις τελευταίες λέξεις. Όλα ήταν ξεκάθαρα. Είχε πια θυμηθεί. Σ’ εκείνη τη διεύθυνση, ο Γιατρός της είχε υποσχεθεί πως θα γινόταν ό, τι και όλοι οι απλοί, νευροτυπικοί άνθρωποι. Αυτοί τους οποίους ποτέ δεν κατάλαβε. Αυτοί που ποτέ δεν την δέχτηκαν ως όμοιά τους. Γιατί ήταν ξένη. Δεν ανήκε στον κόσμο τους..
Ήταν πολύ τυχερή, της είχε πει. Είχε ένα σπάνιο Σύνδρομο• ήταν προικισμένη με ιδιαίτερα χαρίσματα. Αλλά εκείνη δεν ήθελε. Το μόνο που ένιωθε ήταν πως δυσκολευόταν. Να τους καταλάβει. Να αντιδράσει με έναν τρόπο αποδεκτό. Να λειτουργήσει, όπως έπρεπε. Πολίτης ενός άλλου άγνωστου κόσμου, κοινωνός ενός πολιτισμού αόρατου στα μάτια των πολλών, για πάντα χαμένου. Απλά ανύπαρκτου.

Θυμήθηκε με κάθε λεπτομέρεια εκείνο το απόγευμα. Μόλις είχε βγει από το γραφείο του Γιατρού. Διάλεξε, ως συνήθως, ένα Καφέ χωρίς πολύ κόσμο και κάθισε στο τραπέζι μιας απόμερης γωνιάς, στρώνοντας όπως πάντα, με τα χέρια προσεκτικά την φούστα της. Δεν έπρεπε να τσαλακωθεί. .
Έξω έβρεχε επίμονα Ένας μεγάλος πλάτανος στη μέση της παλιάς πλατείας. Το βλέμμα σκαρφαλώνει στα κλαδιά, ανεβαίνει ανεβαίνει κλιμακωτά ως την κορφή. Η τσίγκινη στέγη από κάτω μαζεύει ξερά κιτρινισμένα χέρια, τα φύλλα του φθινοπώρου. Η Σαλαμάνδρα πέρασε αργά από μπροστά της κοιτάζοντας την επίμονα.
Είπε στο σερβιτόρο με τον συνήθη τελετουργικό τρόπο: «έναν καφέ χωρίς ζάχαρη, με διπλό γάλα και το ένα τρίτο της ποσότητας καφέ που βάζετε». Και περίμενε, όπως έκανε κάθε φορά, υπομονετικά, να την σερβίρουν, να πληρώσει το ακριβές αντίτιμο και μετά να χαλαρώσει, γιατί, ευτυχώς, δεν θα χρειαζόταν να μιλήσει ξανά Εκείνη την μέρα όμως δεν μπορούσε να χαλαρώσει. Γιατί έπρεπε να σκεφτεί. Να σταθμίσει. Να αξιολογήσει. Υπέρ και κατά. Πάντα έπαιρνε δύσκολα αποφάσεις. Πάντα βασανιζόταν, όταν έπρεπε να μετρήσει πολλά διαφορετικά πράγματα μαζί. Πόσο πολύπλοκοι ήταν οι άνθρωποι! Πώς να τους καταλάβεις;
Έτσι, λοιπόν, πήρε την απόφαση. Ήταν μια πειραματική μέθοδος. Θα τον άφηνε να την εφαρμόσει πάνω της. Έτοιμη να βυθιστεί στον κόσμο των άλλων. Ως μία απ’ αυτούς. Και μετά θα τα ξεχνούσε όλα. Γιατί θα της έφραζε απαγορευμένο τον χώρο της μνήμης.
Έθαψε εκείνη την υπόσχεση μέσα στο κουτί. Μαζί με το παραμύθι που είχε γράψει το τελευταίο της βράδυ, πριν ξεκινήσει να προσαρμόζει το ιδιόμορφο νευρικό της σύστημα σ’ αυτό των πολλών ανθρώπων. Έσβησε για πάντα τη μορφή του από την μνήμη. Αλλά. εκείνος την είχε προειδοποιήσει. Κάποια μέρα ίσως επέστρεφε. Και τώρα αυτό είχε ήδη συμβεί.
Το ίδιο βράδυ, ταξίδεψε με τα μάτια κλειστά, γδέρνοντας αντοχές, ελπίδες και όνειρα και το πρωί βρήκε ξανά εκείνον τον άντρα• τολμώντας επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα του.
-Σε περίμενα, της είπε. Μου έλειψες
Ήταν πια σίγουρη. Κι ολότελα ήσυχη. Είχε βρει τον ρόλο της, τον προορισμό της, την σημασία της.
Άνοιξε την πόρτα του εργαστηρίου του. Μια μεγάλη κρυστάλλινη προθήκη φωτιζόταν ανεπαίσθητα. Ένα ζευγάρι ροδαλά παγωμένα φτερά ξεχώριζαν με δυσκολία στο σκοτάδι. Εκείνος της ψιθύρισε απαλά. Δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να τα φορέσει. Τα είχε χάσει πλέον οριστικά. Μπορούσε όμως να κάνει κάτι ακόμα. Ακολουθώντας τις συμβουλές του. Για να μην μείνει μια άχρωμη φιγούρα χωρίς ψυχή, ένα από τ’ ανθρωπάκια που κόβουμε σε χιλιοδιπλωμένα χαρτιά κι ύστερα τ’ ανοίγουμε γιρλάντες άσκοπες, με ενωμένα χεράκια. Ψάχνοντας, αλήθεια, να στολίσουμε, τι;
Στο βάθος του εργαστηρίου, της έδειξε αριστερά στον τοίχο, ένα ράφι με εγχειρίδια Νευρολογίας• ένα τμήμα του έχασκε άδειο. Μια μικρή ετικέτα προσδιόριζε τον ρόλο του. Από εκεί που στεκόταν δεν διέκρινε τα πολυκαιρισμένα γράμματα που ήταν χαραγμένα πάνω της. Ήταν όμως σίγουρη για το τι έλεγε.

«Ιστορίες για Πεταλούδες που έχασαν τα Φτερά τους»

Θα έμενε λοιπόν για πάντα εκεί να πληκτρολογεί με τη βοήθειά του τις εμπειρίες της• μιλώντας για πλάσματα όμοια με την ίδια, ξεδιπλώνοντας αργά τα χαρακτηριστικά των προσώπων, τη στητή τους πλάτη, το πώς ανασαίνουν, ζουν ή σκέφτονται. Θα διηγούνταν λέξη λέξη, φράση φράση, σελίδα σελίδα την ιστορία τους.

Για να μείνει έστω η μνήμη. Κι ας είναι μια μνήμη μισή. Για πάντα πιασμένη στ’ αγκίστρι του Μάγου...

Μασαλάχ… οι αναρτήσεις του ΓΙΑΝΤΕΣ δηλαδή το ξέρω: «πάρτε μαζί σας νερό το μέλλον μας θα έχει πολλή ξηρασία» συνεχίζονται στο ιστολόγιο

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Ο στραβός γιαλός που αρμενίζουμε και το ζαβό το ριζικό μοιραίων ψηφοφόρων


Δαγκωτό ΟΧΙ στον άδικο λόγο της εξουσίας με λέξεις από φώσφορο και με το χέρι στην καρδιά


(λεζάντα)Το κοινό καλό σε μια πάσχουσα δημοκρατία:
 «το να έχεις δίκιο είναι πολύ λίγο»

Καθώς στην ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ συννεφιασμένης Κυριακής, οι κομματικοί αγκιτάτορες και οι επαγγελματίες σωτήρες, υπόσχονται ασφαλείς διελεύσεις από τη νεκρά θάλασσα της καθημαγμένης οικονομίας που οι ίδιοι δημιούργησαν, κολλημένο στην καρδιά αληθινό διαμάντι δυο αστέρων και ενός μονάχα πεπρωμένου: ΟΧΙ
επικεφαλής (από)στροφή]:
Παραμυθάς είναι αυτός που μπορεί
να μηχανεύεται τοπία, να τα αρμόζει
κι όλα να γίνονται για μια στιγμή μοχλοί
που κινούν το έργο,
είναι αυτός που είχε φτιάξει με τα χέρια του
μια χάρτινη πεταλούδα,
κι η πεταλούδα τριγύρισε μέσα στο δωμάτιο
κι ύστερα βγήκε μέσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα…

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ποιητική ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ….
«Προσωπικά, αισθάνομαι να καταπιέζομαι από τις εξουσίες.
Αν αυτό είναι αναρχισμός, τότε είμαι αναρχικός.
Όχι βέβαια με την έννοια να βάζω μπόμπες.
Αλλά να μην ανέχομαι με κανένα τρόπο
να με διαθέτουν κατά τη βούλησή τους,
χωρίς τη συγκατάθεσή μου, οι τρίτοι,
οι άσχετοι, οι σωτήρες.
Και αυτό είναι ένα αίσθημα που ολοένα και περισσότερο
κυριεύει σήμερα μερικές συνειδήσεις.
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού ή ζώου ταπεινωμένου.
Και βέβαια κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα τόσο γρήγορα
που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω βάσανα μου ιερά …
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο, ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή…
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα (Οδυσσέας Ελύτης)

Και ένας ψηφοφόρος… χορηγός: «Μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός που θα ’χω το σπίτι μου σ’ ένα σύννεφο και θα ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο»

Απ’ όταν, το 1887, ο Παλαμάς έγραψε το διήγημα ΕΝΑΣ ΨΗΦΟΦΟΡΟΣ δε μας χωρίζουν μόνο 125 χρόνια, όπως προκύπτει από μια απλή αφαίρεση. Από τον 19ο αιώνα στον 21ο η διαφορά δεν είναι αριθμητική. Πολλά από τότε έχουν αλλάξει, σχεδόν όλα – έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Πρώτα-πρώτα, τα σφαιρίδια έχουν αντικατασταθεί προ πολλού από χάρτινα ψηφοδέλτια, οπότε η έννοια «δαγκωτό» δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνον μεταφορικά. Επιπλέον η σχέση πολιτευτή – ψηφοφόρου έχει αλλάξει πολύ κι αυτή (!!!). Το πελατειακό σύστημα, στην εποχή που γράφει ο Παλαμάς, λειτουργεί μ’ ένα άγαρμπο τρόπο, πολιτικά πρωτόγονο θα έλεγα, καθώς οι κομματαρχαίοι είχαν το ελεύθερο και τη δύναμη να λύνουν και να δένουν και οι ταλαίπωροι ψηφοφόροι ήταν αναγκασμένοι να στοιχίζονται πίσω τους μ’ ανταλλάγματα είτε τη χρηματική αμοιβή είτε κάποια εκδούλευση είτε το ρουσφέτι, που κείνες τις εποχές «έδινε κι έπαιρνε».
Βέβαια, από τότε τα πράγματα άλλαξαν, το πελατειακό σύστημα, το ρουσφέτι κι οι τρόποι εκμαυλισμού των ψηφοφόρων εκσυγχρονίστηκαν, και μένει να μας θυμίζουν τις παλιότερες τραγελαφικές εκλογικές καταστάσεις που έζησαν οι πρόγονοί μας οι υπέροχες ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες με πρωταγωνιστές το Διονύση Παπαγιαννόπουλο – Γκόρτσο, το Λάμπρο Κωνσταντάρα- Μαυρογιαλούρο ή τον πολιτευόμενο Ανδρέα Μπάρκουλη.
Ας δούμε όμως, περιληπτικά, τι γράφει στο διήγημά του ο Παλαμάς, του οποίου η συνόψιση διευκολύνεται από την κάποια σχηματικότητά του, αποτυπωμένη και στο όνομα των δύο αντίπαλων πολιτικών: Αριστάρχης ο ένας, Χρύσης ο άλλος. Ο Αντωνάτσος είναι ο ψηφοφόρος, ταπεινός άνθρωπος, ψαράς από μια παραλιακή πόλη της Ελλάδας.
Χρόνια και χρόνια ο Αντωνάτσος ψήφιζε τον Αριστάρχη «επειδή ήταν λεβέντης, λαμπρός άνθρωπος, και τον έχει μέσα στην καρδιά του». Τον άλλο, τον Χρύση, που «τον στήριζε η δύναμη του παρά, δεν τον χωνεύει, τον έχει στο στομάχι του».
Τα πολιτικά παιχνίδια όμως του τοπικού κομματάρχη, του «παντοδύναμου πληρεξούσιου», του αγαπημένου του Αρίσταρχου, φέρνουν τα «πάνω κάτω» για τον Αντωνάτσο. Ο τοπικός κομματάρχης του στερεί το μόνο που ζητούσε από τον αρχηγό του, να τον μεταφέρει αυτός με τη δική του βάρκα στον τόπο της εκλογικής συγκέντρωσης. Η μεγάλη του αυτή επιθυμία δεν έγινε δεκτή, κι ο Αντωνάτσος «πήρε ανάποδες». Και στο θυμό του επάνω, αποφασίζει να γίνει κι αυτός ένας από τους «εκλεχτικούς», όπως «είχανε βαφτίσει με σαρκαστικήν ευφημίαν όσους πουλούσανε την ψήφο τους». Πουλάει, λοιπόν, την ψήφο του στον αντίπαλο, στον αχώνευτο Χρύση, στο κόμμα του παρά και αποζημιώνεται με «εβδομήντα ψωροδραχμές».
Αλλά τελικά δεν αντέχει την προδοσία, η καρδιά του και το στομάχι του συνεργάζονται γι άλλη μια φορά και τον γλυτώνουν από την «απόχη του ρουσφετιού».
«Για την υπόληψή του» αρνείται τελικά τη δωροδοκία, αψηφά τα τάλαρα και ψηφίζει το λεβέντη του, τον Αρίσταρχο.
Ο Παλαμάς τα γράφει αυτά στα τέλη 19ου αιώνα, κατά συνέπεια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι όσα αφηγείται έχουν για μας λαογραφικό ενδιαφέρον και μόνο, όχι πολιτικό ή ιδεολογικό. Ή μήπως όχι; Μήπως κάποια από τα γνωρίσματα του πολιτικού μας βίου, από τα πιο άθλια μάλιστα, πέρασαν αλώβητα, αν όχι ενισχυμένα, και στον 20ο αιώνα, γεγονός άλλωστε που είχε οδηγήσει τον Παλαμά να αστράψει και να βροντήσει σε ένα από τα Σατιρικά Γυμνάσματά του, εναντίον και των ρουσφετλήδων και των κομματαρχαίων:
Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,
κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι,
και της πολιτικής οι φασουλήδες,
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι…
Ρωμαίικο, να! Με γεια σου, με χαρά σου.
Μήπως τα ίδια ζοφερά γνωρίσματα, που μειώνουν τη δημοκρατία και αποκαλύπτουν πως είναι απλός μύθος η «ανόθευτη και αβίαστη ψήφος του λαϊκού φρονήματος», πέρασαν άθικτα και στο λαμπρό 21ο αιώνα μας;
Και μήπως διακρίνονται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στη δράση των εξουσιαζόντων πολιτιών, οι οποίοι διατείνονται με υπέρμετρο πάθος ότι νεωτερίζουν ενόσω προσπαθούν, με τους πολλούς πανίσχυρους μηχανισμούς που διαθέτουν, να κρατήσουν το σκηνικό με τα χρώματα του 19ου αιώνα;
Όσες «ανανεώσεις» και «ανακαινίσεις» κι αν έχουν εξαγγελθεί στο πέρασμα των χρόνων και των κυβερνώντων κομμάτων, το πελατειακό σύστημα μένει άθικτο και η παλαμική «απόχη του ρουσφετιού» αποτελεσματικότατη.

Επίλογος Επί Ασπαλάθων (μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)
Πάλι τι κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
πουλιά τους’ φάγαν τα εντόσθια τα γεράκια
το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία

Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο
θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο.

Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους  τενεκέδες στο νερό μεσ’ το λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο
(Μίλτος Σαχτούρης)
Αρχηγοί μηρυκάζουν εκνευριστικά ξύλινα συνθήματα σ’ ένα δάσος από κυματίζουσες σημαίες μήπως και πλανέψουν μια τελευταία φορά τηλεοπτικά πλήθη που αποκοιμήθηκαν στους καναπέδες


Πάλι καλά που η προεκλογική περίοδος είναι σύντομη. Γλίτωσαν έτσι τα κόμματα από περιττά έξοδα και οι αρχηγοί από επίσης περιττές ομιλίες. Και μόνο μια βδομάδα παραπάνω να διαρκούσε η εκστρατεία τους, θα συνειδητοποιούσαν και οι ίδιοι πόσο μονότονα και πληκτικά επαναλαμβάνονται. Και θα αποδέχονταν ότι τίποτα δυσκολότερο από τη διοργάνωση επιβλητικών ανοιχτών συγκεντρώσεων, αφού και δέκα Μπιρσίμηδες να
επιστρατεύσεις, το αποτέλεσμα παραμένει φτωχό.
Βεβαίως, ουδείς λόγος συντρέχει να νοσταλγήσουμε τα εκατομμύρια του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή,  γιατί και πλαστά ήταν, όπως εκ των υστέρων ομολόγησαν οι τηλεσκηνοθέτες τους (και μάλιστα δίχως τύψεις), και μετέτρεπαν τους πολίτες σε άσημο και απρόσωπο υλικό ενός φαραωνικού σόου.
Ένα εικοσαήμερο τώρα, κάθε αρχηγός έχει βρει μια-δυο φράσεις που τις μηρυκάζει εκνευριστικά, με την πίστη ότι αρκούν για να μαγέψουν τα (τηλεοπτικά) πλήθη.
Ο κ. Βενιζέλος λέει και ξαναλέει ότι ένα συνεργείο διάσωσης (το ΠΑΣΟΚ δηλαδή) δεν φταίει για την καταστροφή όσο φταίνε αυτοί που γκρέμισαν το οικοδόμημα. Ακόμα όμως κι αν παραβλέψουμε το προ του 2004 διαβρωτικό ΠΑΣΟΚ, ουδέποτε συνεργείο διάσωσης έδρασε τόσο άτσαλα, πρόχειρα, καταστροφικά.
Ο κ. Σαμαράς πάλι εμφανίζεται μονίμως θυμωμένος, επειδή «κάποιοι θέλουν να του στερήσουν την ισχυρή εντολή δίνοντας φιλί ζωής στο ΠΑΣΟΚ». Και δεν πείθει ούτε τον καθρέφτη του. Γιατί η ζωή, με τους κύκλους της, τα ’φερε έτσι ώστε να λέει στους άλλους όσα κατακεραυνωτικά άκουγε ο ίδιος από τον κ. Μητσοτάκη το 1993. Αν ανοίξει τοτινές εφημερίδες θα το θυμηθεί.
Από την πλευρά της η κ. Παπαρήγα επιμένει ότι τίποτα δεν θ’ αλλάξει με τις εκλογές, ό,τι κι αν γίνει. Έτσι, αντί να ενθουσιάζει (έστω τους κομματικούς), απελπίζει, αφού είναι σαν να υπονοεί ότι ώσπου να ξημερωθούμε σαν από θαύμα σε κομμουνιστική πολιτεία, δεν δικαιούμαστε να ελπίζουμε τίποτα, άρα δεν υποχρεούμαστε να πολεμήσουμε για οτιδήποτε. Ποτέ ένα κόμμα που «θέλει να τ’ αλλάξει όλα», δεν έδειχνε τόσο απρόθυμο ν’ αλλάξει το παραμικρό.
Ο κ. Τσίπρας τώρα, ασαφώς σαφής, προτείνει σταθερά μια ανέφικτη κυβέρνηση της Αριστεράς, την οποία δεν αποδέχεται ούτε καν ο σαφώς ασαφής κ. Κουβέλης τής μολαταύτα αυτοπροσδιορισμένης «κυβερνώσας Αριστεράς».
Οσο για τον φανερά κουρασμένο κ. Καρατζαφέρη, περιφέρει το θλιμμένο ύφος του, δίχως σπίρτο και με τα ΜΜΕ που τόσο τον αγαπούσαν, να μην τον αβαντάρουν πια. Η κ. Μπακογιάννη καταγγέλλει διαρκώς τους «αδιόρθωτους μεγάλους» (δηλαδή, για τους μνήμονες, αυτοκαταγγέλλεται), όπως άλλωστε και το ετεροβαρές δίδυμο Κατσέλη-Καστανίδη. Κι αν ο κ. Καμμένος έχει συνειδητοποιήσει ότι όσο λιγότερο μιλάει τόσο καλύτερα για τις φιλοδοξίες του, οι χιτλερόφρονες Χρυσαυγίτες κατάλαβαν ότι όσο λιγότερο φαίνονται αυτοί και τα σύμβολά τους τόσο καλύτερα για τις φαιές φαντασιώσεις τους.
[ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 03-05-2012]

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Τελευταία ανάρτηση σ’ αυτό το ιστολόγιο – (α)συνέχεια στη ΦΕΡΤΗ ΥΛΗ ΜΕΛΙΤΟΣ


Η ΔΙΚΗ του Φρανς Κάφκα, τα ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ του Γιώργη Παυλόπουλου κι άλλες ΙΣΤΟΡΙΕΣ Μπόρχες, παραβολές με συμβάντα της σύγχρονης αστικής ζωής στον… άτυπο διάλογο ανάμεσα στους ποιητές των αιώνων

Γενικά το έργο του ΚΑΦΚΑ εκφράζει τη μοίρα του ανθρώπου που βρίσκεται σε διάσταση με τον κόσμο που τον περιβάλλει, με την παράλογη λογική του και με τις μορφές εξουσίας που κυριαρχούν (ΘΕΟΣ, ΠΑΤΕΡΑΣ, ΝΟΜΟΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ) και που αξιώνουν απόλυτη υποταγή συντρίβοντας την ατομικότητα. Το μικρό αφήγημα που ακολουθεί το βρίσκουμε και στη ΔΙΚΗ, το πιο αντιπροσωπευτικό έργο του ΚΑΦΚΑ, και είναι ένα είδος ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ, που εκφράζει συνοπτικά το πνεύμα του συγγραφέα.

Το απόσπασμα από τη ΔΙΚΗ του Κάφκα
Μπροστά στο νόμο στέκει ένας θυρωρός, σ’ αυτό το θυρωρό έρχεται ένας χωρικός και ζητά να μπει μέσα. Μα ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει τώρα να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτά μήπως θα μπορούσε να μπει αργότερα. «Ίσως» λέει ο θυρωρός, «τώρα όμως όχι». Η πόρτα είναι ανοιχτή όπως πάντα και καθώς παραμερίζει ο θυρωρός, σκύβει ο άνθρωπος για να κοιτάξει μέσα από την πόρτα. Μόλις το αντιλήφθηκε αυτό ο θυρωρός γελά και λέει: «Αν το τραβά η όρεξή σου, δοκίμασε να μπεις, μ’ όλο που σου το απαγόρεψα. Πρόσεξε όμως: είμαι δυνατός. Και δεν είμαι παρά ο πιο κάτω από όλους τους θυρωρούς. Από αίθουσα σε αίθουσα είναι κι άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο δυνατός από τον άλλο. Τη θέα του τρίτου μόλις, ούτ’ εγώ μπορώ να την αντέξω»
Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωρικός. Ο νόμος ωστόσο πρέπει να ’ναι στον καθένα και πάντα προσιτός, σκέπτεται, και καθώς τώρα κοιτάζει προσεκτικά το θυρωρό, τυλιγμένο στο γούνινο πανωφόρι του, τη μεγάλη σουβλερή του μύτη, τη μακριά, αραιή, μαύρη τατάρικη γενειάδα, αποφασίζει να περιμένει καλύτερα ίσαμε να πάρει την άδεια να μπει. Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πόρτα. Εκεί δα κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να του επιτρέψουν να μπει, και κουράζει το θυρωρό με τα παρακάλια του. Ο θυρωρός του κάνει συχνά μιρκοερωτήματα, σαν αυτά που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι, και στο τέλος του λέει ολοένα πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος, που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι του, ξόδεψε όλα, ακόμη κι ό,τι πολύτιμο είχε, σε δωροδοκίες για το θυρωρό. Εκείνος τα δέχεται όλα και ύστερα λέει: «Τα δέχομαι μόνο και μόνο για να μην νομίσεις πως παρέλειψες τίποτα». Όλα αυτά τα πολλά χρόνια ο άνθρωπος παρατηρεί το θυρωρό σχεδόν αδιάκοπα. Αποξεχνά τους άλλους θυρωρούς, κι αυτός ο πρώτος του φαίνεται το μοναδικό εμπόδιο για να μπει στο νόμο. Καταριέται την κακή τύχη. Τα πρώτα χρόνια χωρίς συγκρατημό και δυνατά, αργότερα, όσο γεράζει, μουρμουρίζει μόνο. Αρχίζει να παιδιαρίζει και μια και μελετώντας χρόνια το θυρωρό γνώρισε και τους ψύλλους του γούνινου γιακά του, παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και ν’ αλλάξουν τη γνώμη του θυρωρού. Τέλος, το φως λιγοστεύει και δεν ξέρει αν γύρω του αλήθεια σκοτεινιάζει, ή αν μονάχα τα μάτια του τον απατούν. Ωστόσο, αναγνωρίζει τώρα μια λάμψη μέσα στο σκοτάδι, που ξεχύνεται άσβεστη μέσα από του νόμου την πόρτα. Δεν έχει πια πολλή ζωή. Πριν από το θάνατό του σμίγουν οι πείρες όλης του της ζωής σε ένα ρώτημα, που δεν είχε κάνει ως σήμερα στο θυρωρό. Του γνέφει, γιατί δεν μπορεί πια ν’ ανασηκώσει το ξυλιασμένο του κορμί. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πολύ κοντά του, γιατί το ύψος του ανθρώπου έχει πολύ αλλάξει. «Τι θες λοιπόν ακόμα να μάθεις;» ρωτά ο θυρωρός, «είσαι αχόρταγος...» «Όλοι μάχονται για το νόμο», λέει ο άνθρωπος, «πώς τυχαίνει να μη ζητά κανένας άλλος εκτός από μένα να μπει;». Ο θυρωρός νιώθει πως ο άνθρωπος αγγίζει κιόλας στο τέλος και, για να φτάσει την ακοή του που χάνεται, ουρλιάζει: «Κανένας άλλος δε μπορούσε να γίνει δεκτός εδώ, γιατί η είσοδος ήταν για σένα προορισμένη. Πηγαίνω τώρα να την κλείσω». 

Τα αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου
Το ποίημα είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μία επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες απόπειρα να παραβιαστεί η ανοιχτή της πόρτα. Το πρόσωπο που αφηγείται έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Αξίζει να προσεχθεί ότι το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (= κύκλος) και γίνεται έτσι το ίδιο φορέας της εμπειρίας που περιγράφει.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το ’χει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή!
Και ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ, ένα κείμενο από το βιβλίο του Χ.Λ. Μπόρχες «Ο Δημιουργός»
Μια μέρα μου ’ρθε η ιδέα ν’ απαριθμήσω τους προδρόμους του Κάφκα. Είχα εξαρχής αντικρύσει αυτό το συγγραφέα σαν έτσι μοναδικό, όσο στα εγκώμια των ρητόρων ο φοίνικας, κι από την πολλή μαζί του την αναστροφή πίστεψα πως ανεγνώρισα τη φωνή του, ή τουλάχιστον τον τρόπο του, μέσα σε κείμενα από διάφορες γραμματείες κι από διάφορες εποχές. Θα μνημονέψω εδώ μερικά από αυτά, με τη σειρά τους τη χρονολογική.
          Το πρώτο δεν είναι άλλο απ’ το λογικό παράδοξο του Ζήνωνα που αρνιέται την κίνηση. Ένα κινούμενον που βρίσκεται στο Α (αναφέρει σχετικά ο Αρστοτέλης) δεν θα μπορέσει ποτά να φτάσει στο σημείο Β, γιατί θα πρέπει πρωτύτερα να διανύσει το μισό της αποστάσεως που τα χωρίζει και πρωτύτερα το μισό του μισού τούτου, και ξανά το μισό του μισού τούτου του μισού κι έτσι επ’ άπειρον. Η μορφή του περιβόητου τούτου προβλήματος είναι ακριβώς εκείνη του ΠΥΡΓΟΥ. Το κινούμενον, το βέλος κι ο Αχιλλέας είναι οι πρώτοι καφκικοί ήρωες της φιλολογίας.
          Στο δεύτερο από τα κείμενα που μου προμήθεψε τυχαία το διάβασμα, η συγγένεια δεν υπάρχει στη μορφή, μα στο ύφος. Πρόκειται για κάποιον απόγονο του Han Yu, συγγραφέα του ένατου αιώνα. Φιγουράρει μέσα στη θαυμαστή ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΕΠΑΓΩΓΙΚΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΕΝΗ (1948) του Margoulies. Να η μυστηριώδης κι ανύποπτη παράγραφος που με σταμάτησε:  «Δέχονται γενικά πως ο μονοκέρατος είναι ένα ζώο υπερφυσικό και γούρικο. Έτσι λένε οι Ωδές, τα Χρονικά, οι βιογραφίες των δοξασμένων ανθρώπων, χωρίς να λογαριάσουμε κι άλλα κείμενα που το κύρος τους δεν είναι λιγότερο ασυζήτητο. Τα παιδιά επίσης κι οι γυναίκες του λαού ξέρουν πως ο μονοκέρατος είναι ευνοϊκός οιωνός. Αλλά αυτό το ζώο δεν το λογαριάζουν ανάμεσα στα κατοικίδια ζώα, δεν είναι πάντα εύκολο να το συναντήσεις, δε μπαίνει σε καμιά κατηγορία. Δεν είναι όπως το άλογο ή ο ταύρος, ο λύκος και το ελάφι. Θα μπορούσαμε έτσι να βρεθούμε κατάντικρυ σ’ ένα μονοκέρατο και να μην ξέρουμε αν πρόκειται πραγματικά για μονοκέρατο. Ξέρουμε πως τέτοιο ζώο σκεπασμένο με τρίχες είναι άλογο, πως τέτοιο ζώο με κέρατα είναι ταύρος. Δεν ξέρουμε πως είναι ο μονοκέρατος»
          Το τρίτο κείμενο προέρχεται από μια λιγότερο απρόβλεπτη πηγή: τα έργα του Κίρκεγκορ. Κανένας δεν αγνοεί την πνευματική συγγένεια των δύο συγγραφέων, αλλά και κανένας, απ’ όσο ξέρω, δεν έχει ακόμη σημαδέψει το γεγονός πως ο Κίρκεγκορ αφθονεί, καθώς ο Κάφκα, σε θρησκευτικές παραβολές με συμβάντα της σύγχρονης αστικής ζωής ωσάν βάση. Ο Lowrie, στον Κίρκεγκορ παραθέτει δύο από αυτές. Η μία είναι η ιστορία ενός παραχαράκτη που, μ’ αδιάκοπη επαγρύπνηση, ελέγχει τη γνησιότητα των χαρτονομισμάτων της Αγγλικής Τράπεζας. Ο Θεός με τον ίδιο τρόπο, θα ’τανε δύσπιστος απέναντι στον Κίρκεργορ κι ίσα-ίσα επειδή τον ήξερε δελεασμένο απ’ την αμαρτία θα του εμπιστευόταν μιαν ιερή αποστολή. Η υπόθεση της δεύτερης είναι οι εξερευνητικές αποστολές στο Βόρειο Πόλο. Οι δανοί εφημέριοι θα διακήρυχναν απ’ τον άμβωνα πως η συμμετοχή σε παρόμοιες αποστολές είναι ωφέλιμη για της ψυχής την αιώνια σωτηρία. Θα παραδέχονταν ωστόσο πως είναι δύσκολο να φτάσεις στον Πόλο κανείς, αδύνατο ίσως, και πως όλοι δεν μπορούν να διακινδυνέψουν την περιπέτεια. Τελικά, θα έλεγαν πως δεν ενδιαφέρει ποιο ταξίδι –λογουχάρη κι ένα ταξίδι απ’ τη Δανία στο Λονδίνο με το πλοίο της γραμμής ή μια αμαξάδα, όταν τα δει κανείς όπως πρέπει, είναι πραγματικές αποστολές στο Βόρειο Πόλο.
          Η τέταρτη απ’ τις περιπτώσεις του Κάφκα που ανακάλυψα είναι το ποίημα Fears and Scruples του Μπράουνινγκ, δημοσιευμένο στα 1876. Ένας άνθρωπος έχει, ή πιστεύει πως έχει, ένα σπουδαίο φίλο. Δεν τον έχει δει ποτέ και το γεγονός είναι πως αυτός ο φίλος δεν μπόρεσε ποτέ, ως τα τώρα, να τον βοηθήσει, μα υπάρχουν εκ μέρους του χειρονομίες πολύ ευγενικές και γράμματα γνήσια δικά του. Εν τούτοις υπάρχουν εκείνοι που αμφισβητούν αυτές τις χειρονομίες και γραφολόγοι βεβαιώνουν πως είναι αμφίβολες οι επιστολές. Ο άνθρωπος στον τελευταίο στίχο, θέτει το ερώτημα: «Κι αν αυτός ο φίλος ήτανε… ο Θεός;»
          Μνημονεύουν επίσης οι σημειώσεις μου δύο διηγήματα. Το ένα περιλαμβάνεται  στις ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ του Λεόν Μπλουά και αναφέρεται στην περίπτωση μερικών ανθρώπων που μαζεύουν υδρόγειες σφαίρες, άτλαντες, «Οδηγούς δρομολογίων», σιδηροδρόμων και αποσκευές, και που πεθαίνουν δίχως ποτέ να βγουν απ’ το χωριό που γεννήθηκαν. Το άλλο, που έχει τίτλο ΚΑΡΚΑΣΟΝ, είναι έργο του Dunsany. Ένας στρατός από αήττητους πολεμιστές ξεκινά μέσα από ένα ξεκινά μεσ’ από έναν απέραντο πύργο, υποτάζει βασίλεια, συναντιέται με τέρατα, οργώνει έρημους και βουνά, μα δε φτάνει ποτέ στην Καρκασόν, αν και την διακρίνει κάποτε. Ολοφάνερο πως αυτό το διήγημα είναι ακριβώς το αντίθετο του προηγουμένου: στη μια περίπτωση ποτέ δεν βγαίνουν από έναν τόπο, στην άλλη ποτέ δεν φτάνουν.
          Αν δεν γελιέμαι, τα διαφορετικά κείμενα που θύμισα μοιάζουν με Κάφκα, μα όλα δεν έχουν καμιά ομοιότητα μεταξύ τους. Αυτό το τελευταίο είναι το πιο σημαντικό. Στο καθένα από αυτά τα κομμάτια υπάρχει, σε κάποιο βαθμό, η ιδιοτυπία του Κάφκα, αλλά αν ο Κάφκα δεν είχε γράψει, κανένας δεν θα μπορούσε να τη διακρίνει. Για να πούμε την αλήθεια, δεν θα υπήρχε. Το ποίημα Fears and Scruples του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ αναγγέλλει το έργο του Κάφκα, μα έχοντας διαβάσει τον Κάφκα πλουτίζουμε και πονηρεύουμε αισθητά το διάβασμα του ποιήματος. Ο Μπράουνινγκ δεν το διάβαζε όπως το διαβάζουμε σήμερα εμείς. Η λέξη πρόδρομος είναι απαραίτητη στο κριτικό λεξιλόγιο, θα ’πρεπε όμως να την απαλλάξουμε από κάθε σημασία πολεμικής ή ανταγωνισμού. Το γεγονός είναι πως κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του. Η προσφορά του τροποποιεί την αντίληψη μας τόσο του παρελθόντος, όσο και του μέλλοντος. Πρόκειται για έναν τύπο σχέσεως, όπου η ομοιότητα ή η πολλαπλότητα των ανθρώπων δεν ενδιαφέρει σε τίποτα. Ο πρώτος Κάφκα, εκείνος του Betrachtung, είναι λιγότερο πρόδρομος του Κάφκα των αποτρόπαιων μύθων και των φοβερών καταστάσεων, από όσο δεν υπήρξαν κάτι τέτοιο ο Μπράουνινγκ και ο Λόρδος Dunsany.


Μασαλάχ… οι αναρτήσεις του ΓΙΑΝΤΕΣ δηλαδή το ξέρω: «πάρτε μαζί σας νερό το μέλλον μας θα έχει πολλή ξηρασία» συνεχίζονται στο ιστολόγιο

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Στρατής Χαβιαράς, Εκεί που αρχίζει η μουσική


Φί­λη­σέ με ὣς τὴ συν­τέ­λεια τοῦ κα­κοῦ καὶ λί­γο ἀκό­μα

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ στὸ κρε­βά­τι βογ­κά­ει, Σι­γὰ πῶς μὲ ­νοί­γεις, παι­δί μου, χθὲς βρά­δυ πα­ρα­λί­γο νὰ μοῦ σπά­σεις τὴ ρά­χη.


Πα­ρά­ξε­νες, χει­ρό­γρα­φες κόλ­λες χαρ­τιοῦ, λε­ρω­μέ­νες ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα, ἱ­δρώ­τα, κρα­σὶ καὶ ἄ­κρα­τη γλώσ­σα, καὶ στὶς ἀ­ρά­δες ἀ­νά­με­σα, ὁ λό­γος γιὰ ρο­δά­κι­να, σύ­κα καὶ στα­φύ­λια κλεμ­μέ­να στὸν ὕ­πνο τους ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ἢ νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Πα­ρά­ξε­να τσαμ­πιά, φραγ­κο­στά­φυ­λα εἶ­ναι; βα­τό­μου­ρα; νω­πὰ στὴ βρο­χή, ἡ γῆ νὰ δί­νει καὶ νὰ ξαναδί­νει, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ πλε­ό­να­σμα πρὶν τὴν καινούρ­για σο­δειά: Ρό­δια, κυ­δώ­νια, λω­τοί… Σκε­πά­ζεις μὲ ἄλ­λη μιὰ σε­λί­δα τὰ λεί­ψα­να, ὅ­μως οἱ μύ­γες τρυπώνουν μέ­σα κι ἐν­το­πί­ζουν τὴ λεί­α, τὴ γεύ­ον­ται μὲ τό­σο ζῆ­λο ποὺ ἡ ἐ­πά­νω κόλ­λα, ἀ­δι­ά­βα­στη, τρέ­μει σὰν νὰ βγά­ζει φτε­ρά. Μιὰ πα­ρά­γρα­φο πιὸ κά­τω, Ἰ­ού­νιος, ξυ­πό­λυ­τα παι­διὰ σκαρ­φα­λώ­νουν στὸ δέν­τρο, γε­μί­ζουν καλαθάκια μὲ μοῦ­ρα, τὰ που­λιὰ μὲ λε­κια­σμέ­να ράμ­φη κα­θα­ρί­ζουν τὰ ὥ­ρι­μα ποὺ πέ­φτουν στὸ ἔ­δα­φος, τὰ μυρμήγ­κια σέρ­νουν στὶς ἀ­πο­θῆ­κες τους ὅ,τι ἀ­φή­νουν πί­σω τὰ που­λιά, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς σπό­ρους θὰ φυτρώσουν στὰ λα­γού­μια τους πρὶν μπεῖ Ὀ­κτώ­βρης.
Γυ­ρί­ζον­τας στὸ σπί­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα, ἡ μου­ριὰ ξεστρατί­ζει ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὲ μιὰ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νη αὐ­λή. Ἂν ἤ­σουν δέν­τρο θὰ ξε­στρά­τι­ζες κι ἐ­σύ, τό­σο ἐπίφο­βος ὁ δρό­μος τοῦ σπι­τιοῦ σου τὴ νύ­χτα. Ὁπουδήπο­τε ἀλ­λοῦ, συλ­λο­γί­ζε­σαι, τὸ ἀλ­λοῦ τῆς δουλειᾶς, ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἀλ­λοῦ τοῦ ἔ­ρω­τα, τοῦ κο­ρι­τσιοῦ στὸν ξε­χα­σμέ­νο αὐ­λό­γυ­ρο, ποὺ σὰν κό­σμος λει­ψὸς κλίνει ἐ­πι­κίν­δυ­να πά­νω ἀ­π’ τὸ πάν­τα.
Γυ­ρί­ζεις νὰ κοι­τά­ξεις, ἄλ­λο δέν­τρο προ­σπα­θεῖ νὰ κρυφτεῖ, οἱ προ­θέ­σεις του ὕ­πο­πτες. Κυ­δω­νιά. Μα­κριὰ ἀπὸ τὰ κυ­δώ­νια μὲ τὴν αἰχ­μη­ρή τους σάρ­κα, τὰ στυ­φά τους δόν­τια, τὰ οὖ­λα τους τὰ ἀν­τι­ση­πτι­κά. Σὲ κρί­ση ἀπελ­πι­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ μοι­ρα­στοῦν τὸ σαρ­κί­ο τοῦ ἔρωτα, ἂν ὄ­χι τὸ δι­κό σου σαρ­κί­ο. Θὰ σὲ προ­φτά­σουν, θὰ σὲ βροῦν σὲ τρί­α μή­κη καὶ πλά­τη, ἀ­π’ ὅ­που πέ­ρα­σες καὶ τὰ πό­δια σου ρί­ξα­νε ρί­ζες. Θὰ μοι­ρα­στοῦν ἐ­σέ­να ποὺ μοι­ρά­ζεις, θὰ σὲ γευ­τοῦν ποὺ γεύ­ε­σαι ἀλ­λὰ δὲν τρῶς νὰ χορ­τά­σεις, ἡ γλώσ­σα τους ἄ­λα­λη ἀ­π’ τὸν πηχτό σου χυ­μό.
Ὥ­σπου νὰ φτά­σεις στὸν προ­ο­ρι­σμό σου, ὅ,­τι ἔ­χει ἀπομεί­νει ἀ­πὸ τὰ μέ­λη σου θὰ ἀρ­χί­σει ν’ ἀλ­λά­ζει, νὰ ἀνα­δί­νει γλυ­κε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πο­σύν­θε­σης. Ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν ὁ σπό­ρος σου θὰ ἐ­πι­ζή­σει. Ἂν ρί­ξει ρί­ζες στὸ βρά­χο. Γί­νει δέν­τρο. Δέ­σει καρ­πό.
Νά την πά­λι στὸν ξύ­πνο σου, ἡ πῶς-τὴ-λέ­νε: Ἄ­χνα, Αὔρα, Ἀ­φρῶ, ὄ­χι ὅ­πως τὴ θυ­μᾶ­σαι ὄρ­θιος ἢ τὴν ἐξιστορεῖς ὀ­κλα­δόν, ἀλ­λὰ ὅ­πως μὲ τὸ χρό­νο κα­τα­λύ­ει τὸ χρό­νο καὶ σὲ στέλ­νει νὰ ἀρ­με­νί­ζεις δυ­τι­κὰ ἢ νὰ φθίνεις στὸ σπί­τι.
Τα­ξί­δε­ψες ἀλ­λοῦ σὰν νὰ μὴν τὴν πε­ρί­με­νες, καὶ εἶ­ναι σὰν νὰ τὴ γνώ­ρι­σες με­τά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὴν ἔ­χα­σες. Μὲ τὸν και­ρὸ τὴν ξα­να­βρί­σκεις στὸ χαρ­τί, δι­α­βά­ζον­τάς την. Νή­στης μο­να­χός, κι­θα­ρω­δός, ἁ­γι­ο­γρά­φος. Χαμένος ἀ­νά­με­σα σὲ ἀ­βέ­βαι­α δέν­τρα, κερ­δι­σμέ­νος ἀλλοῦ.
Πό­σο ἐ­γω­ι­στι­κὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος μιᾶς καὶ πι­στέ­ψει στὸ θά­να­το.
Περ­πα­τοῦ­σε ἀρ­γὰ καὶ λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἔ­τσι ποὺ ἡ κό­μη της, ἂν ὄ­χι ἡ κε­φα­λή της, νὰ μὴ στε­ρεῖ­ται σὲ ὕ­ψος ἀ­π’ ὅ­,τι πλε­ο­νά­ζει σὲ φῶς, τὸ ὕ­ψος τῶν συνθηκῶν της πο­τὲ χα­μη­λό­τε­ρο, ἡ γῆ στὰ πό­δια σβαρνι­σμέ­νη γιὰ σπο­ρὰ ἢ γιὰ πό­τι­σμα, τὰ μά­τια της μιὰ ἰ­δέ­α πιὸ ὑ­γρὰ κι ἀ­π’ τὰ φεγ­γά­ρια τῆς θά­λασ­σας. Προ­βλέ­πεις ἔκ­πλη­ξη, θυ­μὸ καὶ με­τὰ δυ­σπι­στί­α στὴ ματιά της γιὰ τὸ πῶς κα­τα­κά­θε­ται μέ­σα στὸν ἄν­θρω­πο ἡ νύ­χτα ποὺ δὲν ἔ­χει ἡ­μέ­ρω­μα.
Νύ­χτα, στὰ σκο­τει­νά, κοι­τά­ζει κα­νεὶς μὲ τὰ ἀ­φτιά του. Στή­νει τὰ μά­τια του στὴ μου­σι­κή, πε­ρι­μέ­νει. Ἄ­χνα. Γιὰ νὰ σὲ βλέ­πει πιὸ κα­λά, σὲ προ­βλέ­πει. Θὰ ἔ­τρε­χε κάποτε νὰ ρί­ξει τὰ μπρά­τσα της πά­νω στοὺς ὤ­μους σου; Θὰ κολ­λοῦ­σε τὰ χεί­λη της στὰ δι­κά σου, πι­έ­ζον­τας νὰ ἀρ­θρω­θεῖ ὁ λό­γος ὣς τὸ τέ­λος;
Τέ­λος οὐκ ἔ­στι.
Κλει­δὶ τὸ μέ­τρο τῶν θε­ῶν ποὺ ἀ­κό­μα καὶ μυρ­μήγ­κια κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια σου πα­ρα­βιά­ζουν συ­νε­χῶς στὰ λαγού­μια τους.
Εἶ­ναι στιγ­μὲς ποὺ ὁ λό­γος συ­νε­χί­ζε­ται σὰν νὰ μὴν κόπη­κε στὰ δυ­ό, στιγ­μὲς ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νουν μὲ τί­πο­τα. Θὰ ἔ­ρι­χνε πο­τὲ τὰ μπρά­τσα της νὰ ψι­θυ­ρί­σει στὸ αὐ­τί σου, φί­λη­σέ με ὣς τὴ συν­τέ­λεια τοῦ κα­κοῦ καὶ λί­γο ἀκό­μα; Ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει τὸ τρα­γού­δι ποὺ ἔ­χεις στὸ νοῦ σου: Φί­λη­σέ με, δάγ­κω­σέ με, ἀ­νά­στη­σέ με. Κά­πως ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει. Κα­νεὶς μὰ κα­νεὶς δὲ θὰ μά­θει πῶς ἄρ­χι­σε.
Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ μου­σι­κή. Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα.

[Πηγή: Πρώτη δημοσίευση ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ Η αισθητική του μικρού, ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα για το περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/ 
Στρα­τς Χα­βια­ρς (1935, Νέα Κίος ργολίδας). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα στ λ­λη­νι­κ κα τ γ­γλι­κά. Πρτο του βιβλίο « κυρία μ τν πυξίδα» (ποίηση, 1963). π τ 1985 διευθύνει τ ργαστήρι συγγρα­φικς τέχνης (μυ­θι­στό­ρη­μα) στ πανεπιστήμιο το Χάρβαρτ, π τ 2000 διδάσκει μυθι­στό­ρημα στ ΕΚΕΜΕΛ, καί π τ 2006 συνεργάζεται μ τ ΕΚΕΒΙ. Τελευταο του βιβλίο «Πορφυρ κα μαρο νμα» (μυ­θι­στό­ρη­μα, κδ. Κέδρος, 2007, μετάφραση Ρένα Χατχούτ).