Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Όλα είναι εφικτά μέσα στα παραμύθια του ερωτευμένου κοριτσιού πλην της αθανασίας

 «Εν τη ρύμη του νόστου» είναι ο ευρηματικός τίτλος της τρίτης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου που κυκλοφόρησε το 1999 από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. Είχαν προηγηθεί οι «Λυπημένες μαργαρίτες» το 1986 από τις εκδόσεις Εγνατία και το «Τρίπτυχο του φέγγους» το 1983. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη εκδόθηκαν δύο ποιητικές συλλογές το 2004 και 2008 αντίστοιχα: «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα» και «Όροφος μείον ένα». «Το επιδόρπιο»,  εκδόσεις Κέρδος 2012, κλείνει αυτό τον κύκλο ποιητικής παραγωγής της ποιήτριας. Εν τη ρύμη του νόστου λοιπόν, μ’ άλλα λόγια ένα ταξίδι  επιστροφής στη μελαγχολία του ποιήματος όπου μια φευγάτη άνοιξη ονείρων, επιθυμιών, δακρύων, φιλιών «καθώς πια όλα είναι εφικτά πλην της αθανασίας» «στους διαδρόμους του ουρανού» επανέρχεται ξανά και ξανά  σε «αυτοσχέδιους κήπους» με «Ιάμβους εύφλεκτους» και «εύκρατα παραμιλητά» συναισθημάτων, για τη ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΩΝ:


α] Εκ προοιμίου παιδιά μεγάλου νόστου τα λόγια των ποιητών: πού θες να ξέρω με τι ριμάρει το «θυμάμαι» «στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής»;
 «Φύλαξέ μου
Πάνω σε φτερό ερωδιού
Την πτώση ενός άστρου
Για τα στερνά Χριστούγεννα
Του αναιμικού παιδιού

Δυο λευκά σανδάλια
Καθώς αναπαύονται
Στη ράχη πολυθρόνας
Για τις χωλές ελπίδες μας

Το παλιό σχολικό κουδούνι
Για να ξυπνάει τους νεκρούς
Μέσα στο κοιμητήρι
Κι άστεγοι αυτοί
Να βηματίζουν σιγανά
Μέσα στα παραμύθια

Του ερωτευμένου κοριτσιού
Τον ηλιοκαμένο ώμο
Για να δανείσει στο σούρουπο
Τη σκοτεινιά του

Κι ίσως τέλος μια χαλασμένη οροφή
Για να ψιχαλίζει από εκεί
Το πένθος του ο ουρανός
Στη μελαγχολία του ποιήματος»
Ύστερα, μες στο καταχείμωνο, κατέφθασαν οι Αλκυονίδες τύψεις.

β] Η Σιωπή των Λέξεων και ο στιγμιαίος ίλιγγος της αιωνιότητάς τους που διαρκεί «όσο βαστάει ένας περίπατος ή η λιτάνευση του φωτός» «για να μπορεί να λευκανθεί ο υάκινθος που άνθισε στα σταυρωμένα χέρια»
Στις δοκιμές για αυτή τη διάσωση απωλειών η ποιήτρια προτάσσει μια ρήση του Κλείτου Κύρου: «… τα μεγάλα πάθη δεν κατευνάζονται ποτέ/ άλλωστε το ξέρεις καλά πως όλα στη ζωή/ έχουνε κάποιο τίμημα/ και μοναχά ο θάνατος συμφιλιώνει…» και αξιοποιεί όλα τα ποιητικά μέσα για να κάνει αυτό το τίμημα λιγότερο οδυνηρό αναπέμποντας: «χρυσαφιές σημαιούλες φλεγόμενων φωνηέντων», «ένα μπουκέτο νότες», «αφηγήσεις χεριών» και «λέξεις που αποξήραναν τα πέταλα» ως «μαργαρίτες ταγμένες στη νύχτα των κλειστών βιβλίων» που αντιστέκονται με δύναμη και πείσμα «γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας» εκεί που «ακούγονται οι Χαιρετισμοί ως το λειμώνα των ψυχών» Τα μεγάλα πάθη έτσι κατευνάζονται, με την ποίηση που «στα πέρατα όλων των καιρών φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους» ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ:

«Ριγμένα πέταλα φωτός
Στις στοιχειωμένες μοναξιές

Αυγή θρυμματισμένη
Από σαλπίσματα τυφλών αγγέλων
Πάνω στις στέγες των σπιτιών
Που εντός τους ενδημεί
Η αναμονή του πένθους

Μα, εκεί στην άκρη της αυλής
Στης κλαίουσας τον ίσκιο
Μια χορωδία μαρτύρων
Με μωβ αγκάθια στα μαλλιά
Στήνει μιαν ανεμόσκαλα
Το θάνατο αποπλανά
Κι ένα μπουκέτο νότες
Αναπέμπει»

Θέλω να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη, παρακαλούσε τη δική του μούσα ο νομπελίστας ποιητής μας. Και ξέρουμε καλά ότι η Μούσα δεν φέρεται πάντοτε με ιδιαίτερη γενναιοδωρία προς τους θεράποντές της. Συμβαίνει και στην ποίηση της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου, αλλά με το δικό της ξεχωριστό τρόπο, η λειτουργική αντίφαση που εντοπίζεται στη συνειδητή διάθεση να μιλήσει φιλικά και οικεία αλλά αξιοποιώντας κατά περίπτωση τα ποιητικά της μέσα. Έτσι  «απ’ τις λευκές σελίδες» της ποιητικής συλλογής της «…δάκρυα… αστράφτουνε κι υπνοβατούν εμβλήματα φωσφορικά μιας απουσίας». Άλλοτε «μόνη στην άδεια κάμαρη» «σαν φωτεινό πλεούμενο διασχίζει νύχτα τις σκιές» κι άλλοτε πιο πολύ «μόνη με τους αγγέλους της εισβάλλει σαν Πανσέληνος σε τοίχους και πατώματα». Και μπορεί ως κοινός διαρρήκτης του ποινικού δικαίου να προσπαθεί «νύχτα να διαρρήξει… όλες τις σκουριασμένες κλειδαριές» οι οποίες όμως «του θανάτου κυοφορούν το κεφαλαίου θήτα καρτερικά συνάζοντας των ίσκιων μόνο τα ίχνη» (ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ). Αυτή η αβίαστη κι αρμονική ένταξη καθημερινών λέξεων κι ο καθαγιασμός τους με την εμβάπτιση τους στο σώμα του ποιήματος, ίδιον ξεχωριστό ποιητικής τέχνης, αναδεικνύεται σχεδόν σε κάθε ποίημα στο ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ. Έτσι φεγγίτες, χιτώνες και φανάρια αναμμένα μετουσιώνονται σε ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ:

Όταν η σιωπηλή ανάσα των ρόδων
Σ’ εκρήξεις λυγμών αναλύεται
Είναι που του προφήτη η προσευχή
Φεγγίτες ζωγραφίζει μέσα στο χάος
Για να χωρέσει Κύριε
Ο πορφυρός χιτώνας Σου 
Ή για να δεις στο σκοτάδι
Τ’ αδιάκοπα σινιάλα
Που ένας κόσμος εφήμερος
Μέρα και νύχτα στέλνει
Σείοντας στα χαλάσματα
Φανάρια αναμμένα»

Έτσι και σε σκοτεινά δωμάτια, στο ξύλινο πάτωμα, όπου σκουριάζουνε και οι λοστοί που χαραμάδες θ’ άνοιγαν, συνιστούν τον ιδανικό ποιητικό χώρο όπου νοτίζονται οι φτερούγες μας κι οι λέξεις που δεν είπαμε μεσίστιες κρεμιούνται ΤΩΝ ΠΛΗΓΩΝ (να) ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ Η ΒΛΑΣΤΗΣΗ:

«Μα όταν κλαίμε ολομόναχοι
Σε σκοτεινά δωμάτια
Ξάφνου τοπία κατακλυσμού
Γλιστρούν απ’ τις κορνίζες
Ποτάμια ξεχειλίζουνε
Στο ξύλινο πάτωμα
Υδάτινοι ευκάλυπτοι
Εκτείνονται στους τοίχους

Τότε νοτίζονται οι φτερούγες μας
Κι οι λέξεις που δεν είπαμε
Μεσίστιες κρεμιούνται
Απ’ το κοντάρι της καρδιάς
Και ξεθωριάζουν

Σκουριάζουνε και οι λοστοί
Που χαραμάδες θ’ άνοιγαν
Στο κρύο κενοτάφιο
Των οραμάτων
Να καταπλεύσουν ως εμάς
Κάτασπροι ταχυδρόμοι της χαράς

Κι έτσι αθόρυβα κι αργά
Των πληγών συντελείται η βλάστηση»

Η άλωση των λέξεων, μόχθος επώδυνος, «Εύκλειτος Πόνος» «απ’ όλες τις αδιάβατες του σώματος πληγές», «μέσα από όνειρα που κάποτε συλήθηκαν» ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ της ποίησης συνιστούν: «κι ενώ τριγύρω μου/ οι πιερότοι των φιλιών/ ακούραστοι χορεύαν/ κάπου αλλού/ σε δροσερό κελάρι. αειθαλών αναπνοών/ νιφάδες συλλαβών/ ηρωικά αντιστέκονταν… Ηρωική αντίσταση στα λόγια, ηρωική αντίσταση και στην πράξη ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ ΣΟΥ: «Κι εγώ απόμεινα εδώ/ Το ουράνιο τόξο να τεντώνω/ Πίσω από τους πλοκάμους του σκοταδιού/ Για να εκτοξεύω πούπουλα/ Λευκών περιστεριών/ Την πτήση σου αναγγέλλοντας/ Από τους ουρανούς.

Ας αφήσουμε την ίδια την ποιήτρια να σχολιάσει την πηγή της δημιουργίας της: «Το στοίχημα στην ποίηση, την οποία και θεωρώ πράξη αμφισβήτησης κάθε πεπερασμένου, είναι να ειπωθούν τα ασήμαντα αλλά και τα σημαντικά με μια φωνή που ωστόσο δεν αγκομαχεί μα ευελπιστεί με τρόπο απλό -έστω και φαινομενικά απλό- να δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα. Να μεταφέρει δηλαδή κάτι απ’ το μέσα κλίμα της ψυχής, την άπνοια, το αεράκι ή τον ανεμοστρόβιλό της. Ειλικρινά, δεν ξέρω να σας πω τι θα πει ωριμότητα ούτε και αν αυτή υπάρχει, αυτό που ξέρω να πω είναι ότι μέρα με τη μέρα καλείσαι να εκποιήσεις ψευδαισθήσεις και φυσικά να λογοκρίνεις καθετί επιπλέον που ίσως εμποδίζει με την ασάφειά του να στείλει κατευθείαν τις προθέσεις σου στον αποδέκτη τους»
Υπογραμμίζω τη εύστοχη διαπίστωση: «Το στοίχημα στην Ποίηση είναι να δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα, να μεταφέρει δηλαδή κάτι από το μέσα κλίμα της ψυχής, την άπνοια, το αεράκι ή τον ανεμοστρόβιλό της». Αναμμένη φωτιά στο τζάκι, η γιαγιά των παραμυθιών και γύρω της μικρά παιδιά να  αφουγκράζονται τη μαγική ιστορία της. Και προς επίρρωση αντιγράφω το ποίημα ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑΝ:

Κι όπως γνέφει κανείς αποχαιρετώντας
Χάραξε με το χέρι της
Το φως της αστραπής
Αφήνοντας ξοπίσω της
Ολόλευκες γάζες
Ν’ ανεμίζουν

Από τότε
Κάποιοι την είδαν
Σε καταρράκτες φωτός
Να κωπηλατεί
Και κάποιοι άλλοι
Μ’ ένα ματσάκι παπαρούνες
Φλόγες ν’ ανάβει
Στων καθρεφτών τα ερέβη
Έχοντας πλάι της
Ένα ασκέρι από νεκρά παιδιά
Επίμονα να της ζητά
Να τους διαβάσει παραμύθια

γ] Ο αισθητός κόσμος των ιδεών και «οι επικηρυγμένοι δραπέτες δειλινών περιπάτων» «σαν καταγράφουν διδαχές ερώτων και σκιών»
Πώς γράφεται τελικά ένα ποίημα «εν τη ρύμη του νόστου;» Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για επινόηση μηχανισμών αντίστασης απέναντι στην τρομοκρατία που ασκεί ο χρόνος, όπως σημειώνει ο Μάριος Μιχαηλίδης;  Ή είναι αρκετό, διαβάζοντας τα ποιήματα, να παρακολουθήσουμε πώς το μοτίβο της νοσταλγίας, της μελαγχολίας και της ματαίωσης τροφοδοτούν την έμπνευση; Ας ακούσουμε πρώτα την ίδια την ποιήτρια, τι έχει να μας πει για τις στιγμές αυτές της έμπνευσης: «Στην ποίηση, βρίσκομαι συχνά αντιμέτωπη με την προσπάθεια κατάκτησης εκείνου που επιμένει μονίμως να διαφεύγει. Κύρια έγνοια μου λοιπόν είναι η χαρτογράφηση του καίριου και της συγκίνησης μετουσιώνοντας παράλληλα -ή κάποτε και εξαφανίζοντας ακόμα- το ατομικό βίωμα μες στο καθολικό. Που σημαίνει ότι διακατέχομαι μονίμως από τον τρόμο της διολίσθησης σε ένα μελό που μετατρέπει το ποίημα σε κάτι ανάλογο με τα εφηβικά λευκώματα ή αλλιώς σε ένα εξομολογητήριο με καθίσματα για περίεργους και αργόσχολους περαστικούς. Σαυτή την περίπτωση φυσικά μιλούμε για έναν παρεξηγημένο λυρισμό που επιβάλλει και απαιτεί, αντί να υποβάλλει και να εμπνέει. Εκτιμώ άλλωστε στην ποίηση, κάθε φορά που τη συναντώ, την αξιοπρεπή κι όχι τη σπαραξικάρδια απόδοση του τραγικού. Από την έκτυπη δηλαδή δήλωση προτιμώ σαφώς την υποδήλωση. Γιαυτό και επιλέγω συνήθως το πικρό, το σιωπηλό και θυμωμένο από το ηττημένο και μελαγχολικό. Τη ματαίωση και τη διάψευση μάλιστα δε θέλω να τις εκλαμβάνω ως αδόκητη κατάληξη αλλά ως αφετηρία και σημείο εκκίνησης της ύπαρξής μου. Συνεπώς, προτιμώ να προσποιούμαι την προετοιμασμένη και τη διόλου αιφνιδιασμένη, για να μη γλιστρήσω στην ανόητη απορία του τύπου: «γιατί τίποτα δεν κρατάει για πολύ και άλλα τέτοια δακρύβρεχτα. Δεν κερδίζει η ποίηση τίποτα με αυτό» Ας δούμε όμως πώς επαληθεύεται αυτή η προσπάθεια χαρτογράφησης του ατομικού βιώματος, που επιμένει μονίμως να διαφεύγει, και πώς μετουσιώνεται σε λυρισμό που δεν διολισθαίνει σε μελό, όταν το πρωτογενές υλικό, π.χ. τα «εφηβικά λευκώματα», του μικρού κοριτσιού «που περπατά με ανοιχτή τη Σύνοψη διαβάζοντας ψιθυριστά «Άσπιλε αμόλυντε…» δεν προσφέρεται ιδιαίτερα προς τούτο:

«Υπάρχουν λίμνες δακρύων σιωπηλές
Που εντός τους καθρεπτίζονται
Έρωτες που καταποντίστηκαν
Απομεινάρια από πέταλα και ξεραμένες πεταλούδες
Σ’ εφηβικά λευκώματα

Άνθρωποι που πέρασαν απ’ τη ζωή μας
Κι άλλοι που πέρασαν απ’ την ψυχή μας

Υπάρχει κάποιος πλανόδιος θίασος
Που φεύγοντας αφήνει γλάρους ξεψυχισμένους
Υπάρχουν ξεχασμένα τα σανδάλια ενός αγγέλου
Στις σκαλωσιές του φεγγαριού

Ένα παρατημένο όνειρο στην προκυμαία
Ένα άδειο μπαλκόνι
Ένα κιτρινισμένο άκοπο βιβλίο
Στο βιβλιοπώλη του πεζοδρομίου
Ένα μικρό κορίτσι
Που περπατά μ’ ανοιχτή τη Σύνοψη
Διαβάζοντας ψιθυριστά «Άσπιλε αμόλυντε…»

Υπάρχει ένα φωτοστέφανο που ακροβατεί
Στο μέτωπο του θλιβερού παλιάτσου
Μια νύχτα κεντημένη με ναυάγια
Και κάποια πένθιμη φωνή
Να μας υπαγορεύει ποιήματα (ΥΠΑΡΧΟΥΝ)

Λέγοντας και γράφοντας για τη νοσταλγία, θα επανέρχονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ερωτήματα ρητορικά ή αναπάντητα για τα παιδιά. Είναι λοιπόν η παιδική ηλικία το «νόστιμον ήμαρ»; Η Λουκίδου δανείζεται μια στροφή από ένα ποίημα του Τάκη Βαρβιτσιώτη, για να στοιχειοθετήσει τη δική της απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα:

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ («Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια; Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά; Τα ζώα τ’ αφανίσαμε και τα φυτά Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα» - Τάκης Βαρβιτσιώτης)
Δεν είναι που στρίβει τη γωνιά
Πυρπολημένη υακίνθους η αθωότητά μας
Με μάτια τόσο σιωπηλά
Σαν στοχασμός του δειλινού
Στα τέλη του Σεπτέμβρη

Δεν είν’ που πλέουν πένθιμα
Μικρά σεντούκια ψάθινα
Γεμάτα παραμύθια
Γυάλινους βώλους που σκορπά
Τη νύχτα ο γαλαξίας
Μολύβια και σφεντόνες

Όμως γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Δεν είν’ που αποφοιτήσαντες Θεοί
Με αποσκευές στο χέρι
Κοιτάζουν το ρολόι του σταθμού
Την ύστατη αναχώρηση
Πάνω από ουράνιους εξώστες
Καρτερώντας

Είναι που τα γαλάζια μας τετράδια
Στη νύχτα εξατμίζονται
Κι ύστερα γίνονται πουλιά
Και τραβηγμένα στη στεριά καΐκια
Ερωτεύονται

Μα επιτέλους γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Το σφύριγμα του τραίνου ολοένα πλησιάζει
Γιατί λοιπόν δεν τραγουδούνε
Ίσως τα προσπεράσει
Κι ύστερα πούνε αδιάφορα:
Το τραίνο δεν το είδαμε
Το σφύριγμά του πνίγηκε απ’ τις μελωδικές φωνές
Εμείς μονάχα τραγουδούσαμε
Πάντα σ’ όλο τον κόσμο
Χωρίς ποτέ κανείς να μας ακούει

Λένε πως λογοτεχνία και ποίηση ούτε νοείται ούτε γίνεται δίχως έρωτα και θάνατο. Ο Μαρωνίτης, μάλιστα, σε μια από τις… «απολίτιστες μονοτονικές» επιφυλλίδες του στο ΒΗΜΑ, σημείωνε με έμφαση: «ο έρωτας ανταποκρίνεται εξίσου στα σώματα και στα αισθήματα, που εμπλέκονται και συμπλέκονται, αναζητώντας την καταγωγική τους πλοκή. Πέρα από τα σώματα και τα αισθήματα, ο έρωτας αφορά το σώμα της ίδιας της γλώσσας: τις δικές της κρυφές πλοκές, εμπλοκές και συμπλοκές. Αποτυπωμένες στους φθόγγους της, στις συλλαβές, στις λέξεις, στις προτάσεις και, τελικώς, στον ρυθμό, που ρυθμίζεται μεταξύ φωνής και σιωπής». Αφορμή για το σχόλιο του Μαρωνίτη ήταν  η ερωτική ποίηση του Κάμμινγκς. Η Λουκίδου με τη συλλογή της ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ ανοίγει το δρόμο σε μια αντίστροφη επιτρεπτή γενίκευση: έρωτας και θάνατος δίχως νοσταλγία δεν νοούνται. Επιλέγω  κάποια  παραθέματα ερωτευμένου κοριτσιού κι άλλα με αναφορές θανάτου, έτσι όπως μες τα ποιήματα τείνουν «να συγκεράσουν και να νικήσουν και τα δυο πέρα απ΄ τη διάρκεια των πραγμάτων επιζώντας»: «Θέλω να σου μιλήσω/ Για του μελανιού τον ιδρώτα/ Σε ουράνιες περγαμηνές/ Σαν καταγράφει/ Τις διδαχές ερώτων και σκιών» (ΔΙΔΑΧΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΩΝ), «Με μωβ αγκάθια στα μαλλιά/ Στήνει μιαν ανεμόσκαλα/ Το θάνατο αποπλανά/ Κι ένα μπουκέτο νότες/ Αναπέμπει (ΕΞΕΓΟΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ), Κι όλες τις σκουριασμένες κλειδαριές/ Που του θανάτου κυοφορούν/ Το κεφαλαίο θήτα (ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ),  «Αδειανή τη βάρκα της επιστροφής, στην αναπόληση του Έρωτα αποξεχασμένα/ Όμως, εκείνος ήδη να ολισθαίνει άρχιζε σε γερασμένα/ Χέρια και ως σκιά περαστικού να φθίνει βαθμηδόν» (ΝΑ ΟΛΙΣΘΑΙΝΕΙ), «Να φυγαδεύσω το λευκό στον ύπνο μας γαρδένιας/ Σε επίθυρα χεράκια να κρύψω το γαλάζιο/ Και πάνω απ’ τα ερείπια/ Την τέφρα του θανάτου ν’ αφανίσω» (ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΥ ΠΟΝΕΣΑΜΕ), «Φεύγοντας καρφιτσώνουνε στις πόρτες των σπιτιών/ Χαρτάκια με αλλόκοτα σημειώματα και υπογραφές/ Αγνώστων, όπως: σ’ αφήνω Βίργκω, για να διατηρήσουμε ακέραιο τον έρωτά μας -Παύλος» (ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΗΡΘΑΝΕ ΠΟΤΕ).

Λογοτεχνία και Ποίηση, Έρωτας και Θάνατος, Σώματα και Αισθήματα, Κροτίδα Αναστάσιμη, Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι, Οι σκιές των χεριών στα φωτεινά υπόγεια των καθρεφτών, Ναυάγια Συνειρμών Κι από τότε Μια ιστορία Αγάπης με άσχημο τέλος, παιδιά, εφηβεία, φιλιά και δάκρυα, μοναξιά και ΑΠΟΥΣΙΕΣ:

Καταμεσής του υετού  παλιρροώντας σε Έρωτες
Έψαχνα
Ένα παράθυρο ανοιχτό να το φυσάει ο Αύγουστος
Μια ξαφνική εκπυρσοκρότηση γιασεμιών
Μήπως και φωταγωγηθούν
Οι σκοτεινές πλατείες του μυαλού μου

Να γέρνω με θυμάται
Να σπρώχνω απουσίες και να γέρνω
Κι ύστερα φωνές
Πέφτω. Λυγίζουν τα υπάρχοντά μου κι η προδοσία
Με φυσάει από τη μνήμη
Κάποιος να κλείσει ερμητικά τη μνήμη

Τα σπίτια τα στοιχειώνουνε ύπουλες χαραμάδες
Ρωγμές που μόλις μετά βίας χωράει
Ένα γράμμα ή μια τύψη ή μια λαθρεπιβάτισσα της σκόνης

Γιατί δεν κλείνει εντελώς;
Ποιον αποχαιρετά αυτό το φλύαρο μαντήλι
Που προεξέχει του χαμού;

δ] Και τώρα τι θα γίνουμε «στης νύχτας μέσα την παλίρροια… φορτωμένοι την αγρύπνια» χωρίς «τα έναστρα Του μάτια διάτρητα από όνειρα»


Κάποιος, λοιπόν, να κλείσει ερμητικά τη μνήμη, τις ύπουλες χαραμάδες της σιωπής, τις ρωγμές που μόλις και μετά βίας χωράνε τα φιλιά, τα δάκρυα και, γενικά, όλα τα τιμαλφή της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας, που ξεπετάγονται μέσα στο ποίημα όπως από το καπέλο του θαυματοποιού «σαν τη δροσιά νυχτερινών φιλιών». Γιατί «συμβαίνει σ’ ακατοίκητες νύχτες να διανυκτερεύουνε»: «Αναρριχώμενα φιλιά/ Όμοια με της Πασχαλιάς», (ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ) που «κατέβηκαν την κλίμακα/ Των παλαιών πληγών/ Ενώθηκαν με την οσμή/ Πυρπολημένων ονείρων/ Και μες τις φλέβες γλίστρησαν/ Της λήθης που χορτάριασε (ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ), «Και άλλο ποτέ δε θέλησα από το να ραγίσω τη Μεγάλη νύχτα/ Ενός αιώνα βυθισμένου κάτω από σωρούς ονείρων/ Και λυγμών…» (ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΥ ΠΟΝΕΣΑΜΕ) για να «σώζω τις φλύαρες σιωπές, τα θαμπωμένα όνειρα/ Στην πάχνη των φιλιών, τα χρώματα και τη βροχή/ Στο άλμπουμ των ματιών σου» (ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ) κι όλα αυτά «αποστηθίζοντας τον Ενεστώτα του ρήματος θα ζήσω» Μ’ ΕΝΑ ΦΙΛΙ ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΟ:

Μ’ ένα φιλί επιληπτικό
Να μου στοιχειώνει το κορμί
Με μυρωδιά βασιλικού
Και ήλεκτρου σπινθήρες
Εισχώρησες στης μνήμης
Τις αρθρώσεις
Τυλίγοντας τριγύρω τους
Το νήμα που απλώνεται
Από το χάρτη της αφής
Κι απ’ τα ανοιχτά παράθυρα
Εισβάλλει σαν Πανσέληνος
Σε τοίχους και πατώματα

Για ν’ απειλήσει με πνιγμό
Λυγμούς ονειροβάτες
Πάνω σε ποιήματα άγραφα
Που να θυμίσουν πολεμούν
Κάτι απ’ τις παλιές πληγές

Ποιος στης νύχτας μέσα την παλίρροια βγαίνει γυμνός και ταριχεύει τη λύπη έκπτωτων αγγέλων καθώς αδιάκοπα χιονίζει στην ψυχή τους όπως και στην ψυχή της μυγδαλιάς… ενώ τριγύρω οι πιερότοι των φιλιών ακούραστοι χορεύαν σε δροσερό κελάρι αειθαλών αναπνοών;

Και τελικά ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης;
Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου, που «διάττοντα ποιήματα λυμαίνονται τον ύπνο της κι εξαγοράζει μ’ αυτά τη σιωπή γειτονικών θαλασσογραφιών», δίνει τη δική της απάντηση: «Τη θεωρώ μια μορφή αντίστασης μέσα στον καταιγισμό της πραγματικότητας που υπάρχει γύρω μας. Μόνο που αυτή η πραγματικότητα θα έλεγα ότι είναι επίπλαστη, κατασκευασμένη, είναι μια πραγματικότητα που την έκαναν να είναι έτσι ώστε να μας οδηγεί εκεί που να μπορούν κάποιοι να μας ελέγχουν... Θεωρώ λοιπόν ότι η ποίηση είναι πράξη αντίστασης μπροστά στον καταιγισμό ενός ψέματος, ότι η ύλη είναι το μόνο πράγμα που αξίζει. Υπάρχει και το πνεύμα, υπάρχει και το όνειρο, υπάρχει και η αγάπη, και η συγχώρεση, μια διαδικασία συναλλαγής συναισθηματικής, πνευματικής, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει ένα κέρδος μετά. Πρέπει να τελειώνει κάποια στιγμή αυτό, το να βλέπουμε σε όλα το άρα. Πρέπει να μπορέσουμε να είμαστε άνθρωποι. Η ποίηση με την έννοια «αχ, αυτός δεν έχει τι να κάνει και γράφει ποιηματάκια» είναι χαμένη υπόθεση. Αυτό δεν είναι ποίηση. Η ποίηση είναι θέμα παιδείας, έτσι πρέπει να την συστήσουν στον κόσμο. Κι αυτό μας έχουν δείξει και οι μεγάλοι μας ποιητές. Είναι μια άλλη πρόταση και ως τέτοια πρέπει να υπάρχει πλέον».  Είναι μια άλλη…

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕ ΑΣΧΗΜΟ ΤΕΛΟΣ
Κι ενώ η παρέλαση των βροχερών ημερών σου
με στοίχιση πειθαρχική τελούνταν στην παραλία, άξαφνα
ομπρέλες από ευγενή μέταλλα φτιαγμένες άρχισαν
να αιωρούνται, κλιμακωτά γεωμετρώντας το τοπίο
τον παρ’ ολίγον θάνατο ν’ ακινητούν.
Ήτανε πια καιρός. Χρόνια τώρα η μονοσήμαντη ζωή υπέφερε από ναυτία.
Ύστερα κατέφθασαν οι Αλκυονίδες τύψεις μιας πρώιμα
φευγάτης Άνοιξης που μες στο καταχείμωνο μεταμελούνταν,
εύκρατα παραμιλητά σε αυτοσχέδιους κήπους, λαθρεμπόριο φιλιών
στις στροφές των δρόμων και από κοινού η απόφαση να παίξουμε τους δήμιους.

Φυλακίζαμε λοιπόν μες σε φωτογραφίες το κιόσκι που ’βλεπε
στο λούνα-παρκ, συνθήματα σε τοίχους ή στάσεις
λεωφορείων, ανορθόγραφες υποσχέσεις στα παγκάκια,
ματαιόδοξες αντανακλάσεις πρωινής λύπης  πάνω σε
βρόχινα νερά, την ανοιγμένη μου παλάμη που σου θύμωνε
και πάντοτε το γέλιο μου –σου άρεσε το γέλιο μου-
ιδίως όταν το ξεναγούσες στη γενέθλια χώρα του.

Μόνο που η φωνή σου –σπασμένη και βραχνή όπως η
μνήμη των απωλειών- δραπέτευε μονίμως. Συνήθως κάποιοι στίχοι, φίλοι καλοί απ’ τα παλιά, της πρόσφεραν
κατάλυμα, μόνο για μια νύχτα. Άλλοτε: «… της Σαλονίκης
μοναχά της πρέπει το καράβι…» ή «… πήγε ο νους σας
στην Άνοιξη που είναι σκληρή για τα μικρά παιδιά;» και
πάλι κυνηγημένη έφευγε, για να κρυφτεί σε αιθρίας
ημιτόνια, στην απαρχή του έγχρωμου να απορήσει:
«πού με πηγαίνεις;»

Ένα απόγευμα μου ανήγγειλες την είδηση.
Κάποιοι απήγαγαν το πάρκο μας. Φανατικοί διώκτες
των θρησκευομένων του Έρωτα, ιερόσυλοι αιρετικοί
εισέβαλαν στην προστάτιδα φυλλοβόλα περιοχή,
ασέλγησαν στις ώρες μας, λήστεψαν τις πατημασιές,
έσβησαν τα φανάρια.
Σκοτείνιασε! Δε σ’ έβλεπα.
Δεν έχει μέρος πια για ’μας, μονολογούσες.
Μας άφησαν τη θάλασσα, σου έλεγα.
Δεν έχει μέρος πια.
Σου έδειξα τη θάλασσα. Δε μ’ έβλεπες.
Έχουν αφήσει και εμάς, σου φώναξα.
Είχες περάσει απέναντι. Δε μ’ άκουγες.

Θα ’ρθει, δεν μπορεί, στο τέλος θα συντελεστεί το θαύμα της κάθαρσης. Θα είναι ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τότε που «αλλόκοτες σκιές κατεβαίνουν στο σπίτι μας φορτωμένες μετέωρους βηματισμούς... Στο πανεράκι με το πλέξιμο ένα μαντήλι με δάκρυα φυλαγμένο, η λάμπα της τραπεζαρίας αναμμένη κι η σχολική ποδιά μου ασιδέρωτη… Απ’ το άλογό του επάνω ο Αη-Γιώργης σε βοηθούσε ν’ ανέβεις, ενώ οι δίπλα άγιοι παρατεταγμένοι στη σειρά υπόσχονταν πως θα φυλάν το σπίτι…». Σ’ αυτή την καλά σκηνοθετημένη εν τη ρύμη του Νόστου ατμόσφαιρα συμβαίνει το τέλος του ποιήματος, που δεν θα μπορούσε να είναι παρά ΜΙΑ ΚΡΟΤΙΔΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ:

Τα τρένα μεταφέρανε μαθητευόμενους τυφλούς
Κάποια ναυάγια συνειρμών, πουλιά βαλσαμωμένα
Και λίθους επιτύμβιους για μέλλοντες νεκρούς

Όμως, μια μόνο καμπάνα από ίασπη αρκούσε
Να αντηχήσει, για να φανεί η λευκή γραμμή πάνω
Απ’ το ακρωτήρι
Ν’ ανοίξουν οι καταπακτές των υπογείων
Και μια κροτίδα αναστάσιμη να φωτίσει
Τα αβρά περάσματα της λάμνουσας ψυχής

Μέσα απ’ τις χαραμάδες του θαύματος