Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΘΑ ΤΑ ΞΕΡΙΖΩΣΕΙ ΜΕΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ:

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι και με τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα, ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της… Είναι άνθρωπος ή άγαλμα, Είναι άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος; Είναι μονάχα μια πνοή, ένας βρόντος κανονιού, είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη; Είναι ο βόγγος της καρδιάς, το μίσος, τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται σ’ ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής; Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια  η Λησμονημένη. Είναι άνθος ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος; Και σ’ αυτό το δρόμο να πω πως γίνονται θαύματα; (Μίλτος Σαχτούρης Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ από την ομότιτλη ποιητική συλλογή 1945)

Δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής, υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο και γδύνονται στη σκιά! Μία-μία ανοίγουν τα φτερά τους οι σκυθρωπές χαρές ενός χαμένου κόσμου. Δες το ποίημα αλήθεψε κι απ’ το πανάρχαιο όνειρο, μες στο μεγάλο κατάρτι του ουρανού, σφίγγοντας μες στο πληγωμένο χέρι μια τούφα φιλιά, αρχίζει το παιχνίδι της χαράς… Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο φυτρώνουν μαργαρίτες και δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι! Την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ
-Ι-
Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών
δεν είναι αυτό το δένδρο δένδρο ηλεκτρικό
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού

Δεν είναι η λευκή γριά ετοιμοθάνατη

Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς
για τη ζωή της λησμονημένης.


-ΙI-
Η λησμονημένη ανοίγει το παράθυρο
ανοίγει τα μάτια της
κάτω περνούνε φορτηγά με μαυροφορεμένες
που δείχνουνε το φύλο της γυμνό
με οδηγούς μονόφθαλμους που βλαστημάνε
το χριστό της και την παναγία της
οι μαυροφορεμένες θέλουν το κακό της
κι ας της πετάνε τα ματωμένα τους γαρίφαλα
απ’ τον αναβρασμό του κήπου της ηδονής τους
απ’ την εξάτμιση της μπενζίνας μέσα στο σύννεφο του καπνού
οι οδηγοί
σκίζουν το σύννεφο και τήνε κράζουν πόρνη
όμως αυτή είναι μια θλιμμένη παναγιά
με τον αγαπημένο της μέσα στα εικονίσματα
έτσι όπως τον φύλαξε ο χρόνος
με τα κεριά όλων των προδομένων
που βάδισαν στο θάνατο ανάμεσα στις μαργαρίτες και τα χαμομήλια
με βάγιες δούλους κι αστέρια του βουνού
με σπαθιά που κόβανε λαιμούς και φοινικόδεντρα.
-ΙΙΙ-
Η λησμονημένη απλώνει τ’ άσπρο χέρι της
παίρνει όμως ένα χρωματιστό γυαλί και τραγουδάει
-Σε φωνάζω όχι μέσα από τ’ όνειρο
αλλά μέσα από τα συντρίμμια των πολύχρωμων αυτών γυαλιών
μα εσύ όλο φεύγεις
τώρα ναι με φοβίζει αληθινά το πρόσωπό σου
όσο και να ταιριάζω τα σπασμένα αυτά γυαλιά
δε μπορώ πια να σ’ αντικρίσω ολάκαιρο
κάποτε φτιάχνω μόνο το κεφάλι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα άγρια κεφάλια
που μ’ αποξενώνουν
άλλοτε μονάχα τ’ αγαπημένο σώμα σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα κορμιά ακρωτηριασμένα
άλλοτε πάλι μονάχα το ευλογημένο χέρι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα χέρια τεντωμένα
που παιδεύουν τα πόδια μου κάτω απ’ τα φουστάνια μου
μου δένουν τα μάτια με τα μαύρα μαντίλια τους
με προστάζουν να περπατήσω να μη γυρίσω πίσω το κεφάλι μου
να δω τα μάτια σου να θρυμματίζονται
-ΙV-
Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξαδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγγος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μεσ’ στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά του αγαπημένου της που πέρασε
-V-
Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησίες.
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δένδρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν
εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι
ήθελαν να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον ’κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δεν φάνηκε άξιος
γιατί δεν μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του,
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα
παράθυρα. Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος, Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη,

-VI-
Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε
Η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε
Η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε
Η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε
Η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε
Η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε
Η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε
Η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε
Η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε
Η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε
Η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΩΣΑΝ ΤΡΕΛΟΣ ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΗΣ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΔΙΨΑΛΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (της κοιτίδας μου κάλπικα χαρτονομίσματα):

Γιατί η γλώσσα είναι η αχόρταγη μοιχαλίδα του Πραγματικού με αρίφνητα ψέματα προσπαθώντας να περισώσει το γάμο της. Κάθε τραγούδι θλιβερό χαράκωμα ενάντια στη μουσική, κάθε μορφή ζαβλάκωμα χωρίς αληθινά σταφύλια, δίχως κρασί που να σπιθίζει απ’ τα φαινόμενα κλήματα. Είναι αυτά μονάχα τα έρημα της καρδιάς τ’ αναστήματα! [ΠΗΛΙΝΟ ΑΓΑΛΜΑΤΙΔΙΟ του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ORA ET LABORA
Βουρ στα ζωύφια λατινικά,
Παναγία θεοτόκε νοικοκυρά μου
μη μ’ αφήσεις ανυπεράσπιστο στα σκυλιά
με τόσες όμορφες εικόνες σου
σ’ αυτό το σκουπιδότοπο (στο ύψος Παρθενώνας).
Θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα
θα την κάνω κουρμπάνι
στα γοερά μου πεύκα κρεμαντούλα
ενάντια στου χρόνου την εφεύρεση
δοξάζοντας το πληγωμένο μάλαμα: τη μοναξιά μου
στα νόστιμα ερέβη που με περιμένουν
εκείθε από τα κωμικά σας έαρα
προς τα ερείπια του σύμπαντος μονήρη
προς του νερού την κρέμαση στα βάραθρα
-μιαν ασώματη ρητορεία.
Τι τα ’θελε και τα ’φερνε τα γράμματα
ο Δαναός στην Αργολίδα.
Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα απολαμβάνουν
την πραγματικότητα


ΟΙ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΙΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Τα φτερά μου δεν είναι από βλακώδη τρυφερότητα
κι είμαι ένα ράμφος νευρωτικά χωμένο στο αίνιγμα
πληγιάζοντας τον αγέρα που όμως την γλιτώνει σαν αγέρινος
δεν τρέφω άλφα κι ούτε ωμέγα ανατρέφω
τη μεγάλη μου εξυπνάδα την πέταξα
σε σκουπιδότοπο
το ξίφος μου το απόθεσα στην Παναγία
ξεκουφαίνοντας με τη λάμψη του της Λευκής τα λαγόνια.
Κατάρα κι ανθοδέσμη θανάτου στο ιερατείο
που καταρτίζει η μέλισσα
την αχαΐρευτη σφήκα περιφρονώντας

ΑΛΛΟΦΡΟΝΑΣ ΙΟΥΛΙΟΣ
Ο γενέθλιος μήνας μου στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόσμενον ίσκιο που αναβλύζει
δονούμενος από φευγαλέα φωνήματα κληματαριάς –
τι άρια ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα λουσμένο
μουσείο
που ’χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΟ
Βγαίνοντας απ’ την ποίηση
(τα ωκύμορφα μύρα)
στην άπλαστη τούτη πνιγηρότητα
τους διαβάτες τα λιπόθυμα τρόλεϊ
τα βάναυσα στη λιακάδα λεωφορεία
μαθητεύω (φαρμάκι τα δίδακτρα)
δίχως ναν το ’χω ποτέ μου λαχταρήσει
στην πρόσφατη Μελάνη
που ’χει βγάλει τα πασούμια της κι αναπνέει
τα προσανάμματα της πλάνης.
Κάθε φορά που ερανίζομαι κίνηση
καταγόμενος από την άδουσα Φυσική
μονήρης από σόι στα έαρα των άστρων
έχοντας ένα λαδοφάναρο στα χέρια μου
(συνήθως δεκαεφτασύλλαβους αιματωμένους)
βλέπω της τεχνικής το φρικαλέο κάταγμα
βλέπω καλώδια στη μελλούμενη καρδιά μου.
Σταθεροποίησε τη λευκότητα στην αγάπη
διώξε
τη φρίκη διώξε μακριά της ορατής γεωπονίας

ΑΡΧΑΪΚΟΝ
Αποθηκεύοντας άνεμο στα περίτρομα φύλλα του
μ’ αναρίθμητο επί ώρες μηδέν
αγκαλιάστηκε ο τυχαίος ευκάλυπτος.
Το γεγονός που οι λέξεις μ’ εγκαταλείπουν
έρχεται πάνω μου ωσάν συρτή ταφόπετρα.
Στη Δήλο: του φωτός τ’ απορρίμματα
η όραση ραπτομηχανή

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ ΚΑΤΑΣΠΡΗ, Η ΕΚΣΤΑΣΙΣ ΓΑΛΑΖΙΑ. Η ΠΟΛΙΣ ΑΧΝΙΖΕΙ ΑΠΟ ΗΔΟΝΗ, ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΠΗΔΟΥΝ ΣΑΝ ΠΙΔΑΚΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ:

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα ακροκεραύνια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασσα και αναγαλλιάζει. Στις ανοιχτές πλατείες τα παιδιά πετούν τον Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί. Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω από την πόλη, όπως επάνω από τη φτέρη των υψηλών βουνών οι αετοί. Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέωμα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:  ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΟΥ. Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα, από τα στόματά των πιδούν σαν πίδακες οι λέξεις: ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΟΥ. [ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ από την ΟΚΤΑΝΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου]

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ ΒΟΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΙ: Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμα βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύση των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών χτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ’ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί: τα ρούχα πέτα, γδύσου, τίποτα μην φοβάσαι, Έαρ, Χειμώνα, Θέρος – όπου κι αν είσαι – είναι η ρομφαία μου μαζί σου! [από την ΟΚΤΑΝΑ]

BEAT, BEAT, BEATITUDE AND LOVE AND CLORY (He was BEAT – the root, the soul of beatific – JACK KEROUAC On the road)


Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές -  ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης, Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι, αξύριστος πολλές φορές και πάντοτε ωραίος, ουδόλως φοβούμενος την παρακμή που τον εξέθρεψε, διότι μες την ψυχή του και ανάμεσα στα σκέλη του μιας νέας ακμής το σπέρμα φέρνει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές -  φωτοστεφής ο Κερουάκ διαβαίνει, πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού όπου το βρίσκει, πίνοντας και προσφέροντας το νέκταρ που περισσότερο κι απ’ το Νιαγάρα ρέει, όταν ο πόθος μέσα μας υπερισχύει και ο ευλογημένος άνθρωπος στο «εν τούτω νίκα» του έρωτος ομνύει.
Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές -  ο μέγας Τζακ –για ’δέστε τον – διαβαίνει, με bus, με τραίνα διασχίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες (Missouri, Pacific, Union Pacific, Great Northern Railroad, Rock Island Line) εκεί που ο βίσων έβοσκε και των Ινδιάνων, άλλοτε, σφυρίζανε τα βέλη, με τραίνα κι αυτοκίνητα της τύχης (Dodge, Hundson, Cadillac, Ford-Galaxy, Ford Thunderbird και ακόμη θα πω, με μια συγκίνηση βαθύτερη –μικρή, φτωχιά, γλυκύτατη, προφητική τενεκεδένια Λίζυ) ο μέγας Τζακ διαβαίνει, απ’ τις ακτές του Ατλαντικού ως τις ακτές του Ειρηνικού, μέσα από πόλεις κι ερημιές (Denver, New York, Los Angeles, Chicago, San Francisco) με καλοσύνες μελιχρές ή όταν μανίζει η θύελλα στην ανοιχτή σαβάνα, μεγάλα ποτάμια δρασκελώντας (Μιζούρι, Ποτόμακ, Σοσκουεχάνα) ο Κερουάκ διαβαίνει μ’ ένα μαντίλι στο λαιμό. με χαμηλά τη ζώνη του δεμένη, ο ισαπόστολος ποιητής του «On the Road», ο ποιητής των «Subterraneans», ο μέγας Τζακ διαβαίνει, με κάτι του William Cody στη θωριά και στα γερά του σκέλη, με το δικό του τρόπο τραγουδώντας άσματα πλήρη, αδαμικά, άσματα συγγενικά στο βάθος του νοήματός των με του Walt Whitman τα άσματα, που πάντα περιέχουν όλο τον οίστρο της ζωής και την δροσιά της χλόης.
Ναι, ναι, ανοίχτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές -  ο Κερουάκ διαβαίνει Μουσηγέτης, στη λέξη «Hitchhiking» δίνοντας την πιο ιερή της σημασία, πιστεύοντας εις τον Θεόν με τις αισθήσεις, πίσω του σέρνοντας έναν χορό που την υδρόγειο ζώνει, έναν χορό εφήβων και νεανίδων λυσικόμων, στα ανθεστήρια των πραιριών, στα αναστενάρια των ηδονών, στα αναστενάρια των υπεργείων και υπογείων λαγνουργείων (με hop, με twist, με rockn roll, με τις φωνές των νέγρων) κι έτσι, καθώς διαβαίνει –ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίχτε τις ψυχές – από τα έγκατα της γης και από τα χείλη της νεότητος της Οικουμένης ξεπετιέται και ως την Εδέμ ακούεται και ως την Εδέμ πηγαίνει, σαν ιαχή και προσευχή, σαν οργασμού που επέρχεται γιγάντιο χτυποκάρδι, μία διάτορος, μία παντάνασσα κραυγή:
«beat, beat, beatitude and love and glory»

Η ΠΟΡΤΑ
Άνοιξε η πόρτα κι έκλεισε μετά πατάγου. Οι εντός του οικίσκου εφώναξαν «Ποιος είναι;» Βλέποντες δε ότι ουδείς είχε εισέλθει και ότι απάντησις καμιά δεν ήρχετο, οι εντός του δωματίου συνεπέραναν: ο άερας θα βρόντηξεν την πόρταα.
Και όμως η άπνοια ήτο απόλυτος. Θα έλεγε κανείς ότι ο χρόνος είχε σταματήσει. Παρ’ όλον τούτο, πίσω απ’ το κλειστό παράθυρο το παραπέτασμα εσάλευε σαν πέπλος που ταλαντεύεται από ριπάς ανέμου. Εις το δωμάτιον κάτι ανακύκλιζε τον μέχρι προ ολίγου στάσιμον αέρα – σαν να χτυπούσαν, τώρα, εκεί, πτερά πελώριου πελαργού, σαν να φτερούγισε εκεί ένας λευκός αρχάγγελος το φέγγος των ουρανών εις το κλειστόν δωμάτιον επί αιχμής ρομφαίας κομίζων.
Η οικοκυρά εκοίταζε εμβρόντητος τους άλλους. Έπειτα όλοι εκοίταζαν μαζί το ανθογυάλι που ευρίσκετο επί μικράς κονσόλας και έμειναν όλοι άναυδοι… Τα χάρτινα λουλούδια που περιείχε το δοχείον μεγάλωναν ακαριαίως σαν άνθη κήπου που αληθινά και ο ταπεινός ο χώωρος ευωδίαζε εντόνως, σαν τόπος αγιότητος, σαν τόπος αγιωσύνης.

ΕΝΑΣ ΦΑΚΟΣ ΜΕ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΝ ΦΩΤΟΦΡΑΚΤΗ ΑΡΠΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ ΓΟΡΓΗ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΑΠΛΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΜΙΑΣ ΠΛΑΚΑΣ ΛΕΙΑΣ, ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ ΕΞΑΙΣΙΑΣ:
Οι ώρες μέσα απ’ τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει τους ορίζοντες, που απλώνουν και αδιακόπως μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες
Όρθιος η ώρα πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας.
Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνεπλήφθη ο χρόνος, ο ραμβασμός αυξάνει τη ζωή και δίνει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξίαν που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα: από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας,  σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός ορμάματος, πάσης επιθυμίας.

ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΑΙ ΠΤΩΣΕΙΣ ως πτώσεις αγγέλων εις βάραθρα ουρανών, ως κεραυνοί ή ως πλήγματα επάλληλα ραγδαίως πίπτοντα της Μοίρας, έπιπταν επί των πτώσεων αι πτώσεις και έτσι ανάβλυσαν (μοιραίως) στα χείλη των Ελλήνων, με καθαράν και πλήρη προφοράν, με ακατάσχετον ορμήν, ως πάθους φλογερού εκσπερματώσεις, αι λέξεις: επίπτωσις και επιπτώσεις - ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ από το βιβλίο του ΟΚΤΑΝΑ (ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρεία 1980). Με μια εικόνα να κοσμεί τη φαντασία των λέξεων ικανών να φοριούνται απ’ την ανάποδη και σ’ όλα τους τα μεγέθη.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

ΜΙΑ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗ ΝΑ ΒΟΣΚΕΙ ΠΑΝΩ ΤΗΣ ΞΑΝΘΟ ΤΟ ΧΑΜΟΜΗΛΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΑΛΑΞΙΕΣ

Τι ξέρεις εσύ πουνέντη της χθεσινής πορείας που στις αποσκευές σου πήρες και το θυρεό του φεουδάρχη ιούνη και μια χούφτα χαμομήλι από τους γαλαξίες; πως όλα τούτα είμαι εγώ κι ακόμη ένα κομμάτι ασβεστότοιχος του αιγαίου κι η αγωνία του δειλού ενόρκου και η δίκη η μοναξιά της αφάνας στην πλαγιά όταν ο ήλιος δύσει κι η πλαγιά είμαι που την κορυφογραμμή ενεδρεύει λιώνει το φεγγάρι στις μασχάλες της τρέφεται επιζεί ως τις προσβάσεις και τα υπόγεια των λεωφόρων τι ξέρεις εσύ για την προαιώνια ενέδρα να πιαστεί η κορυφογραμμή εκείνη; Να ’σαι εκατέρωθεν μπορείς; μια αφάνα να ’σαι μοναχή καταμεσίς στη λεωφόρο ένας πυργοδεσπότης αριθμός ιούνης να σε χωρίζει σε ηπείρους κατακόρυφες μια κορυφογραμμή ένας ασβέστης αιγαιάτης το ύψος του πελάγους που ναυαγεί στη μνήμη το χάλκινο μήκος των ελλήνων σε οξείδωση το πλάτος της πίκρας ίσαμε που πάει το μάτι πέρα στις εσπέρες μια κορυφογραμμή –τι καμπύλη ράτσας θεέ μου- να βόσκει πάνω της ξανθό το χαμομήλι από τους γαλαξίες  [Έκτωρ Κακναβάτος, Μια κορυφογραμμή από τη συλλογή ΔΙΑΣΠΟΡΑ 1961]

Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη γι’ άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους που στο μέτωπό μας δεν διακρίνεται ούτε το πτώμα μιας αστραπής! Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχεις… Σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗΣ
Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα χιλιετηρίδων
από της νέφωσης το πρώτο σπόνδυλο να κόβω τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολης
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μέγιστη
πες μου
δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο


πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούνε τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σαν βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκενο;

που ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλουκιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντηλο.

ΦΛΕΒΑ (του Δ.Π. Παπαδίτσα)
Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένουμε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό σου
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.

Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου.
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν το αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμα μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε στα δύο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα του ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)