Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ΝΥΧΤΑ ΓΥΜΝΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΜΑΙΝΑΔΑ ΣΚΕΠΑΖΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ:

Φτάσαμε εδώ. Τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή. Κι εκείνοι που τη γνώριζαν και τη χειροκροτούσαν τώρα την αντικρίζουνε με μια αδιαφορία παράξενη μήτε νεκροί μήτε και ζωντανοί. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή. Οι φίλοι μας και οι φίλοι σας ξυπνήσαμε και μας χαιρέτησαν. Δεν τους πιστέψαμε ποτέ όσο βάσταγαν ένα άλλο νόμισμα κι όλο χαμογελούσαν [από τη συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ του Τάκη Σινόπουλου το ομότιτλο ποίημα]

[Φτάσαμε εδώ στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή. Οι φίλοι μας και οι φίλοι σας ξυπνήσανε και μας χαιρέτησαν. Δεν τους πσιτέψαμε ποτέ όσο βάσταγαν ένα άλλο νόμισμα κι όλο χαμογελούσαν… Για του λόγου το αληθές…]

ΕΛΕΝΗ
Οι πυρετοί και οι παραισθήσεις μ’ έφεραν εδώ
με τούτη την πληγή που δείχνει τη δολοφονία.
Το χαοτικό λαχάνιασμα του χρόνου στο αίμα μου
προμήναγε την αλλαγή μα η αλλαγή δεν ήρθε.
Κι έτσι με τράβαγε η σκοτεινή μου υπόσταση
στη συνοικία που είχε άλλο πρόσωπο στο ημίφως.
Κι η νύχτα η πιο φριχτή που γνώρισα ως τα σήμερα
γιομάτη από ρωγμές που κόβανε τα χέρια μου
σκέπαζε την εφήμερη όψη των πραγμάτων
κι άγγιζε το φανταστικό.


Κι όπως αγωνιζόμουνα για ν’ αποχτήσω εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα σώμα που με τυραννούσα μες στον πυρετό μου
και μ’ έκαιγε χωρίς να δίνει καν τη γεύση της ακολασίας
ήρθε η ακατανόμαστη βροχή που στάλαζε βαθιά
μέσα στα οστά.
Άνοιξε τότε η θύρα
κι εμπήκε εκείνος που δεν τον περίμενα ποτέ τόσο νωρίς
με μούτρο καταδότη ή δολοφόνου. Ο πυροβολισμός
χτύπησε απότομα μες στην κραυγή.
Μα εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα Σώμα πώς να τ’ αποχτήσω τώρα
που δεν γυρεύει μήτε την πιο αβέβαιη Δικαιοσύνη;

ΕΛΕΝΗ ΙΙ
Πρώτη φορά όταν έκραξες μες στο πυκνό
σκότος με τρόμο τ’ όνομά μου κι η κραυγή
λυσίκομη έφτασε στον Άδη κάτου
πρώτη φορά σε γνώρισα τόσο βαθιά σα νάνοιξε
θύρα κρυφή με πλούσιο φως, μα η νύχτα
η νύχτα πυρετική γυμνή φλεγόμενη μαινάδα
στα μαύρα νύχια της με κράταγε καθώς
εβυθιζόμουν μες στη χαοτική ύπαρξή σου.

Τώρα το βλέμμα σου δεν έχει εκείνη
τη γρηγοράδα που συγγένευε με τη φωτιά.
Στα χέρια μου έμεινε τούτο το λίγο χρώμα.
Όμως τη μνήμη μου την πνίγει ολάκερη
το Σώμα εκείνο που ’σκιζε τις νύχτες μου
στα δυο και ξύπναγα έντρομος και το ’βλεπα
να σπαρταράει ακόλαστο κι ακόμα
πιο ακόλαστο και πιο ερεθιστικό νε τρέμει
σαν τ’ άδραχνα απ’ την ούγια: Ελένη
το αίμα που χύθηκε στο κεφαλόσκαλο
δεν ήταν έργο του μυαλού μου. Η οργή
με συνεπήρε και σε ποδοπάτησα.
Τα χέρια μου τα ’καψε τούτο το αίμα.
Δεν είναι έργο του μυαλού μου η Ελένη.
Σε σύντριψα σε σκόρπισα κι ακούστηκε
κείνη η κραυγή που ’σκιζε σα μαχαίρι
το χώμα κι έφτασε στον Άδη κάτου

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

ΠΟΥ ’ΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΚΟΒΕΙ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΜΟΝΟΚΟΜΜΑΤΑ ΣΤΑ ΔΥΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΠΟΣΒΟΛΩΝΕΙ;

Χείλια, φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει, χέρια δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει, χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση, δένδρα… πουλιά… κυνήγι… Κορμί μαύρο μες σο λιοπύρι σαν το σταφύλι, κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις; Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη… (Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει) (Γιώργος Σεφέρης, Ρίμα από τη ΣΤΡΟΦΗ)

 [Φύλλα που στροβιλίζονται με γλάρους αγριεμένους με το χειμώνα. Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος οι χορευτές έγιναν δένδρα, ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δένδρα… Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα ο Κύκνος, ο Τοξότης, ο Σκορπιός ίσως εκείνα. Αλλά πού θα είσαι τη στιγμή που θα ’ρθει εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως; Για του λόγου το αληθές…]

FOG (say it with a ukulele)
«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
Τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει
όλο και κράζουν τους αγγέλους
κι είναι οι αγγέλοι τους μαράζι.



Κι οι αγγέλοι ανοίξαν τα φτερά τους
μα χάμω χνότισαν ομίλχες
δόξα σοι ο θεός, αλλιώς θα πιάναν
τις φτωχές μας ψυχές σαν τσίχλες.

Κι είναι η ζωή ψυχρή ψαρίσια
-Έτσι ζεις; - Ναι! Τι θες να κάνω
τόσοι και τόσοι είναι οι πνιμένοι
κάτω στης θάλασσας τον πάτο.

Τα δένδρα μοιάζουν με κοράλλια
που κάπου ξέχασαν το χρώμα
τα κάρα μοιάζουν με καράβια
που βούλιαξαν και μείναν μόνα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Λόγια για λόγια κι άλλα λόγια;
Αγάπη, πού ’ναι η εκκλησία σου
βαρέθηκα πια στα μετόχια.

Α! να ’ταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την παίρναμε κατόπι
μ’ αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη.

Και ποια είναι η κόχη; Ποιος την ξέρει;
Τα φώτα φέγγουνε τα φώτα
άχνα! δεν μας μιλούν οι πάχνες
κι έχουμε τη ψυχή στα δόντια.

Τάχα παρηγοριά θα βρούμε;
Η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα, όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα-ζήτα…

«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
Βλέπω τα κόκκινα της νύχια
μπρος στη φωτιά πώς θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

ΤΟ ΥΦΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ (We plainly saw not a soul lived in that fated vessel! –ENGAR ALLAN POE)
Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου

Καινούργια σπίτια σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία
ένα απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.

Στεναχωριέται: α χτυπήσουν την πόρτα ποιος θ’ ανοίξει;
Αν ανοίξει βιβλίο ποιον θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιος θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Που ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο νάυκληρος αξούριστος που ’χε τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΥ ΑΓΓΕΛΟΙ ΧΡΥΣΟΙ ΑΝΟΙΞΤΕ ΜΕ ΛΙΓΟ ΡΟΔΟΝΕΡΟ ΤΑ ΠΡΗΣΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ

Του ρόδινου νήπιου η μαύρη μάνα όλη τη νύχτα με τα δένδρα με τα σύννεφα αγαπιόταν. Τ’ άλλο πρωί νέα πουλιά ραμφίζαν ηλιαχτίδες, γεμίσανε σπυριά τα πρόσωπα στα αγάλματα, γύρω τους στήσανε χορό κοπέλες οργισμένες και τραγουδήσαν με μάτια κουρασμένα άλλους ουρανούς. Όλες φορέσανε τη νέα χλόη, πήραν στα χέρια τα νήπια του κόσμου στις αυγινές παλάμες κρατούν δροσοσταλίδες [NATURA του Μίλτου Σαχτούρη, από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945]

Δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής, υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο και γδύνονται στη σκιά! Μία-μία ανοίγουν τα φτερά τους οι σκυθρωπές χαρές ενός χαμένου κόσμου. Δες το ποίημα αλήθεψε κι απ’ το πανάρχαιο όνειρο, μες στο μεγάλο κατάρτι του ουρανού, σφίγγοντας μες στο πληγωμένο χέρι μια τούφα φιλιά, αρχίζει το παιχνίδι της χαράς… Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο φυτρώνουν μαργαρίτες και δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι! Την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…

ΤΡΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΔΑΚΡΥ
Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα
σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άνδρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε –φίλοι μου – σαν άνθρωποι
κι έπειτα ήσυχα-ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία-μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές
ενός χαμένου κόσμου



ΔΕΥΤΕΡΟ  ΔΑΚΡΥ
Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου
απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δένδρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεκτρικούς
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

Πάνω που τρέχουν πρόβατα πονηρά
είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά εδώ πέρα πόνεσαν πολύ
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα
χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν
Σήμερα κοιτάξτε καλά αυτό το βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει

Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα

ΤΡΙΤΟ  ΔΑΚΡΥ
Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου-κάπου γυρίζει και με βλέπει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ

Η ΛΑΤΡΕΙΑ
Ακούσατε ποτέ να σας φωνάζουν από την άλλη ακρογιαλιά
χέρια κομψοτεχνήματα μετέωρα
φίλες χαρούμενες βγάζουν καπνό από τα μάτια
κι έχουν τριπλοδεμένο ένα χρυσό βραχιόλι στα μαλλιά
στην άμμο χαρτογύφτισσες ρίχνουν αλλόκοτα χαρτιά
ανοίγουν ένα πελώριο μαύρο μάτι
Εδώ –λένε- και καρφώνουν το χαρτί στην άμμο με το δάχτυλό τους

Πόρνες φορούν καπέλα οργισμένα
κι αυτές δεν έχουνε χρυσό βραχιόλι
δεν έχουνε ξανθό καπνό
ονείρου ευτυχίας
έχουνε όμως μια σειρά δόντια ολόχρυσα
λένε – Αυτά τα δόντια που τα βλέπετε
ίσως δεν σας αρέσουν
τα ’χουμε για τους εραστές μας
καταλαβαίνετε τον πόνο μας σύμφωνοι

Όλοι σύμφωνοι
μια μπόχα συμφωνίας ανθίζει την αγγελική ζωή
άνθρωποί μου άγγελοι άγγελοι χρυσοί
ανοίξτε με λίγο ροδόνερο τα πρησμένα μάτια σας
εδώ παρακάτω είναι το σπίτι ενός θεού
(υπάρχουν πολλοί θεοί μην παραξενεύεστε)
λοιπόν αυτός ο θεός
δέχεται από την Άνοιξη έως τον Κεραυνό
ελάτε μαζί μου να σας τον συστήσω
γιατί αλλιώς θα μείνετε σαν Πάσχα δίχως κόκκινο αυγό
σαν το ζητιάνο που δεν ξέρει τι να κάνει το δισάκι του
σαν τη γυναίκα που δεν ξέρει τι να κάνει το φιλί της
και σαν το βοσκό που ψάχνοντας για τα χλωμά τ’ αρνιά του
περιπλανήθηκε και χάθηκε στο χάος της ψυχής του

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ
Αυτός ο άνδρας
με τα δύσκολα λόγια
μέσα στη νύχτα
δίχως τη φωνή του
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα χέρι σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα στήθος σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
δεν έχεις πια μάτια
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
πηγαίνεις
λησμονημένη
ψηλαφητά
μεσ’ στα μαύρα πηγάδια
ούτε το φιλί σου
να κάψεις
ούτε στο πηγάδι
να πέσεις
ούτε το αίμα σου
να συνάξεις
όταν θα σκύβει
βαρύς επάνω σου
να πάρεις ένα δάχτυλό του
να κάνεις δική σου
τη νύχτα
να ξημερώσεις
πάλι ολάκαιρη
πάλι ωραία τη χαραυγή

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

ΗΤΑΝΕ, ΛΕΕΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΙ ΑΦΗΝΑΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ ΑΠ’ ΤΟ ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ ΚΑΖΑΝΑΚΙ

Σαν ποταμός απ’ το βουνό που παλαβώθηκε μετά την έξαλλη καταιγίδα, τις τρομερές του Ζόφου πιστολιές, τους βαρεμένους κεραυνούς του, την καρδιά μου την έδειξα φωνάζοντας: Αχ να κόσμος στα βρεγμένα πέρατα μετά την έξαλλη καταιγίδα όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσχολαβωμένος. Βλέπεις; -μια τρίχινη βροχή τώρα την έξαψή του διώχνει και τα γεράκια δρέπουν τ’ άμοιρα πουλιά στο χάρο από χιλιετίες χιλιάδων αλυσωμένα [ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ
Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο πιστεύω στην εξαθλίωση
λεπταίνει ο χρόνος, εξοντώνει η πικρή πολύφυλλη απουσία
τα δευτερόλεπτα στα τέρματα των αριθμών ωσάν μικρόβια.
Ήτανε, λέει, δουλειά μας η ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια
να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι


ΣΥΝΟΛΟ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ
Καθώς ο νους μου στήνει τη βροχή στα πόδια της
αναπνέω καπνίζοντας κι αναστοχάζομαι
τα θεόρατα λείψανα των άστρων επισείοντας-:
ο γούργουλας του κόκορα είν’ ο αριθμός
και έχει μέτρηση μα η κόλαση δεν ιδρύει παπαρούνες.
Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει
κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο
που ειπώθηκε στήθος
Ένα πλήθος καθάρματα στη σκοτεινή βιβλιοθήκη τα ποιήματα.
Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα
Συνάντησα σήμερα στην όραση περπατώντας βουναλάκια
μιαν εκκλησούλα μεινεσμένη χούφταλο.
Η αλήθεια προκύπτει στο δρόμο είναι ολάξαφνη -:
τάφος δεν υπάρχει που να αληθεύει
στις αλώβητες εξισώσεις.
Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.
(Ας μισηθούν τα πεθερικά του τα Ιδεώδη)
Αγνός που αγνοήθηκα κι απόμεινα
στης νύχτας το μοναχικό σκοτάδι που ξεγράφει…
Παμβώ Πενήτων ή Πληθύς Παυσίλυπος και Παπυρίνος
προβλέποντας όπως ο εν των φρέατι νυχθημερόν το χώμα.
Θυμηθήκαμε μαζί με την Πάλλευκη
τα κυρτώματα της αγάπης θυμηθήκαμε
την έρημη ξερολιθιά όπου σωρεύει μονορούφι τη σαύρα
στην ακόλαστη του πανικού χαραμάδα.
Πρόλαβα τ’ άνθη κι απ’ τους ανέλπιδους όπως τ’ άνθη
μαθαίνω τη βαθειά ζωή και δικαιώνω του Οιδίποδα
τη γενετήσια τυφλότητα.
Ο ουρανός τανύθηκε λιγάκι κι ο ήλιος
με έδειξε να πορεύομαι μόνος προς την άγρια σκέψη.
ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΕΤΑΙ
Διαβάζοντας απ’ το τέλος –ανάποδα-
προς την αρχή –κατάντικρυ- την αλήθεια
μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψεύδος.
Μια βάρκα πεθαμένη στης ερημιάς τ’ ακρογιάλι
(τα θλιβερά της κόκαλα).
Μάθε το σύγνεφο: ποτέ του δεν αντιτάχθηκε
στην αιθρία κι η καταφρόνια της αιωνιότητας
από μόνη της οδηγεί στο πράγματι αιώνιο.
Στροβιλίζομαι ανάμεσα σε στυφά φθινόπωρα
ερεθίζοντας μια βλακώδη ανάσταση.
Τα μούσκλα δεν τα ’χα πει κάποτε ποιήματα
ελάσσονα του φυτικού βασιλείου;
Τα ’χα πει κάποτε μα σήμερα τη σβήνω την αράδα
Όνομα μεσ’ το στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως
το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο.
Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά που χασμουρήθηκε.
Στίχοι και στίχοι – λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο.
Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα.
Υπάρχει άραγε σχέση ευγνωμοσύνης, ανάμεσα
στη χαρμόσυνη μέλισσα και σ’ ένα λουλούδι;
Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
κορσέδες τα δευτερόλεπτα.
ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΕΚΔΙΚΟΥΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ’λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο-: τη νύχτα είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χθες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα…
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαρακτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα: ξερόκλαδα στην ερημιά κι η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ΄λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου βαρβαρότητα.
Μα όμως νάτην η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΝΤΥΘΗΚΑΤΕ ΤΙΣ ΕΥΤΥΧΙΕΣ ΠΟΛΥΧΡΩΜΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Φύκια που δεν έμεινε μενουέτο θαλασσινό να μην το χορέψετε κι ούτε έμπνευση του σορόκου χωρίς να γίνει ισχνό λύγισμα των φιδιών του νου σας. Ω… όστρακα που τις πιο λυρικές δύσεις στάλα στάλα τις κλείσατε στις πολύτιμες μασχάλες σας για να στολίσετε με φωταψίες  τον πιο πράσινο βυθό απ’ τους βυθούς. Πού είναι οι μέρες που το αγκάλιασμά μας διαιωνιζόταν κάτω απ’ τις αλέες… Ονειρευτήκαμε τα φώτα μιας αγαπημένης πολιτείας που να νεύει μακριά προς το τραυματισμένο πέλαγος. Τόσα χρόνια πέρασαν χωρίς να δούμε τα φωταγωγημένα πλοία να παίρνουν τις θάλασσες που αναδύθηκαν μιαν εξαίσια νύχτα που ήμαστε έξι χρονώ. Αυτά όμως τα τρεχαντήρια για πού ξεκινάνε μες στα θριαμβικά μεσημέρια χωρίς να ρωτήσουν για την περίλυπη μέρα που θα νυχτώνεται στους κάβους περιμένοντας τον ξανθό ερωμένο τον έξαλλο Ήλιο;  [Έκτωρ Κακναβάτος, Σπουδή για διακόσμηση βυθού 293 ατμοσφαιρών]
Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη γι’ άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους που στο μέτωπό μας δεν διακρίνεται ούτε το πτώμα μιας αστραπής! Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχεις… Σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…

Να οι θερινές ορχήστρες με μυριάδες δοξάρια και πλήκτρα
Να οι θερινές ορχήστρες με μυριάδες δοξάρια και πλήκτρα
να κυκλοφορούνε σε αέναες τρίλιες της πιο
χρυσής μεσημβρίας.
Πού είστε άνθρωποι
που ούτε τον όγκο ενός όρους δε σηκώσατε στα
ευαίσθητα βλέφαρα που γεννήθηκαν
σε γαλαζόαιμες θάλασσες;



Ήλιε που χάρισες τον ίσκιο μου σ’ εκείνη την πομπή
που με τόσο ημιτόνια ανέβαινε στην ερυθρή
πυραμίδα την αγέννητη σε Σαχάρες και άμμους.
Σμαράγδια ινδικά κρυμμένα στα πιο σάπια χώματα
που φθείρονται τα πτώματα των αρχαίων ποταμών
κοντά στα δόρατα των Μακεδόνων.
Μέταλλα που ντυθήκατε τις ευτυχίες
των πολύχρωμων άστρων, καθώς μείνατε αιώνες
στα πιο θερμά σπλάχνα.

Φύκια που δεν έμεινε μενουέτο θαλασσινό
να μην το χορέψετε κι ούτε έμπνευση
του σορόκου χωρίς να γίνει ισχνό λύγισμα
των φιδιών του νου σας.
Ω… όστρακα που τις πιο λυρικές δύσεις στάλα στάλα
τις κλείσατε στις πολύτιμες μασχάλες σας
για να στολίσετε με φωταψίες
τον πιο πράσινο βυθό απ’ τους βυθούς.
Πού είναι οι μέρες που το αγκάλιασμά μας
διαιωνιζόταν κάτω απ’ τις αλέες.

Ήλιε που μας χώρισες σε πολύτιμες λάμψεις
πού είναι η παιδική φωνή μου που την άφησα
μια στιγμή μια μικρούλα στιγμή στο χείλος
του πράσινου κογχυλιού για να κατέβω
απ’ τον άυλο ενός σταχυού στις υπόγειες πολιτείες
χωρίς ποτέ να γυρίσω.

Να είχα τουλάχιστον τη δύναμη ν’ ανασυνθέσω
με γραμμές πάνω στο χρυσό μεσημέρι την πορεία
του γλάρου που έφερνε τη θαλασσινή συμφωνία
στον τάφο των κύκνων.
Μα είναι τόση η στάχτη πάνω στα σύσκια άλση
απ’ την πυρκαγιά του θέρους που χάθηκαν
οι επιστροφές των ανθρώπων
χωρίς ούτε μια ημέρα να παραμονεύει στις λόχμες
ούτε μια οπώρα να δείχνει
τη μάχη που κέρδισε ο Ήλιος!

(ΠΡΟΣΟΧΗ. ΕΔΩ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΥΑΝΟ ΚΑΜΩΜΕΝΟ ΑΠ¨Ο ΕΡΘΡΗ ΤΕΦΡΑ)
Κι αυτήν την εσπέρα με αλαλαγμούς τα κοράλλια
τη σωρό του ήλιου θα κατεβάσουν στους κάμπους
Ήσυχα, πηχτά, γαλήνια θα πλαγιάσει
ενώ απαράμιλλοι σφαιρικοί κρίνοι θα φέρνουν
τον ουρανό που έμεινε πάνω του
υψηλά ως τις καρίνες των βράχων.

Κι εμείς ανάμεσα στις κατακόρυφες κλωστές
που θα μας φέρνουν τροφή από την άβυσσο
θα ψάχνουμε το πελώριο πτώμα
για κανένα χορτάρι για λίγη φωνή πουλιού
για το χάρτη της γης.
Ύστερα το χρυσαφένιο σκελετό θα τον ρίξουμε
στη χαράδρα του Βαλαμουρ που φωσφορίζει
από κόκαλα ενώ πλέουν οι Φιλιππίνες
αναβλύζουν χρυσάνθεμα και ιμάτια
ψαριών με υπέροχα λέπια.

(πάλι τεφροκίτρινο σε χρόνο έξι όγδοα)

Ω αγκαλιά της σιωπηλής μητέρας με τις αμέτρητες
φτερούγες, είναι πολλές ημέρες που έφυγα απ’ τα
φρέατα που αναπαύονται τ’ αδάμαστα μεσημέρια
για να μην κρατήσω το σχήμα μου.
Θυμόμαστε τόσες λάμψεις απ’ το θρίαμβο του έαρος
την καλαισθησία των πελαργών που πέταξαν πάνω
απ’ τα θερινά κοιμητήρια και την ένδοξη γαλέρα
την πλευρισμένη σ’ εκείνο το λιμάνι
που υψώναμε από άμμο κάστρα.
Μείναμε τόσο εκστατικοί τόσο σιωπηλοί
κοιτάζοντας την περίεργη τριήρη που ταξίδευε
στον βραδινό ουρανό ενώ υπέροχα καιόταν
που τα ράμφη των πουλιών δεν μπόρεσαν
ν’ αναπετάσουν την λευκότητα ούτε μιας τρίλιας
του Ιουλίου.
Πόσα ακρωτήρια θα μετρήσουμε χωρίς να δούμε
τις σημαίες τις καρφωμένες στους τάφους;
Ονειρευτήκαμε τα φώτα μιας αγαπημένης
πολιτείας που να νεύει μακριά
προς το τραυματισμένο πέλαγος.
Τόσα χρόνια πέρασαν χωρίς να δούμε
τα φωταγωγημένα πλοία να παίρνουν τις θάλασσες
που αναδύθηκαν μιαν εξαίσια νύχτα
που ήμαστε έξι χρονώ.
Αυτά όμως τα τρεχαντήρια για πού ξεκινάνε
μες στα θριαμβικά μεσημέρια
χωρίς να ρωτήσουν για την περίλυπη μέρα
που θα νυχτώνεται στους κάβους
περιμένοντας τον ξανθό ερωμένο
τον έξαλλο Ηλιο;

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)