Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

ΜΙΑ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗ ΝΑ ΒΟΣΚΕΙ ΠΑΝΩ ΤΗΣ ΞΑΝΘΟ ΤΟ ΧΑΜΟΜΗΛΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΑΛΑΞΙΕΣ

Τι ξέρεις εσύ πουνέντη της χθεσινής πορείας που στις αποσκευές σου πήρες και το θυρεό του φεουδάρχη ιούνη και μια χούφτα χαμομήλι από τους γαλαξίες; πως όλα τούτα είμαι εγώ κι ακόμη ένα κομμάτι ασβεστότοιχος του αιγαίου κι η αγωνία του δειλού ενόρκου και η δίκη η μοναξιά της αφάνας στην πλαγιά όταν ο ήλιος δύσει κι η πλαγιά είμαι που την κορυφογραμμή ενεδρεύει λιώνει το φεγγάρι στις μασχάλες της τρέφεται επιζεί ως τις προσβάσεις και τα υπόγεια των λεωφόρων τι ξέρεις εσύ για την προαιώνια ενέδρα να πιαστεί η κορυφογραμμή εκείνη; Να ’σαι εκατέρωθεν μπορείς; μια αφάνα να ’σαι μοναχή καταμεσίς στη λεωφόρο ένας πυργοδεσπότης αριθμός ιούνης να σε χωρίζει σε ηπείρους κατακόρυφες μια κορυφογραμμή ένας ασβέστης αιγαιάτης το ύψος του πελάγους που ναυαγεί στη μνήμη το χάλκινο μήκος των ελλήνων σε οξείδωση το πλάτος της πίκρας ίσαμε που πάει το μάτι πέρα στις εσπέρες μια κορυφογραμμή –τι καμπύλη ράτσας θεέ μου- να βόσκει πάνω της ξανθό το χαμομήλι από τους γαλαξίες  [Έκτωρ Κακναβάτος, Μια κορυφογραμμή από τη συλλογή ΔΙΑΣΠΟΡΑ 1961]

Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη γι’ άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους που στο μέτωπό μας δεν διακρίνεται ούτε το πτώμα μιας αστραπής! Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχεις… Σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗΣ
Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα χιλιετηρίδων
από της νέφωσης το πρώτο σπόνδυλο να κόβω τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολης
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μέγιστη
πες μου
δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο


πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούνε τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σαν βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκενο;

που ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλουκιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντηλο.

ΦΛΕΒΑ (του Δ.Π. Παπαδίτσα)
Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένουμε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό σου
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.

Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου.
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν το αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμα μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε στα δύο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα του ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΣΠΙΘΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ:

Η σαρμανίτσα του ποιητού είναι το νεκρικό κιβούρι του κι η κουδουνίστρα που βάζουνε στα βρεφικά του χέρια είναι το κυπαρίσσι που θα φυτρώσει πάνω στον τάφο του… γιατί –παρ’ όλες τις πικρίες που τονε ποτίζουνε – ο ποιητής την άρνηση του θανάτου φέρνει μαζί του κι ακόμη είναι αυτός τούτος του θανάτου η άρνηση… κι έτσι το νεκρικό κιβούρι του ποιητού θα γενεί πάλε η σαρμανίτσα του, του τάφου του το κυπαρίσσι, πάλι η κουδουνίστρα που θα κραδαίνει στα φωτεινά τα χέρια του [Νίκος Εγγονόπουλος Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΤΕΡΜΟΝΟΣ ΖΩΗΣ από το βιβλίο του ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ]

Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ: Η ΖΩΗ
γύρω από τον κορμό
του ωραίου δένδρου
ελίσσεται
και χορεύει
η ωραία
μιγάς

το δένδρο είν’ ολάνθιστο
αλλά και το κορμί
της ωραίας μιγάδος
ωσαύτως:
απ’ τα λουλούδια –τις ρώγες- των μαστών της
τη λαμπρότητα της απαλής κοιλιάς
των σφαιρικών γλουτών
των άψογων μηρών
στο φουντωτό σκοτεινό δάσος της ηβικής χώρας
την πλούσια κόμη
όπου σκορπάει τα βαριά της μύρα
ως κυματίζει ξέπλεκη –ελέυθερα-
σπιθοβολώντας μέσα στη νύχτα

το δένδρο είναι μια μαγνόλια
κι η ωραία μιγάς
είναι κι εκείνη μια μαγνόλια
χυμώδης
πλούσια
κι ηδονική

ποιο είναι ωραιότερο
του ωραίου δένδρου
του ωραίου κορμιού;

τ’ ωραίο κορμί
γιατί το δένδρο για πάντα του μνήσκει βουβό
-ούτε κι οι τρελοί άνεμοι δεν ημπορούν
να σείσουν το βαρύ πυκνό φύλλωμα και τα σαρκώδη άνθη-
ενώ τ’ ωραίο το πλούσιο κορμί
πάει κι έρχεται
μεθάει  παράφορα
κλαδοκορμόριζα
δονείται
και στον
παραμικρό τον ψίθυρο
του
«σ’ αγαπώ»



ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΨΗΛΗΣ ΣΚΑΛΑΣ ή ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε σε μια ψηλή σκάλα
-αυτόπτες μάρτυρες το λεν-
ίσως να ζωγραφίσει μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώσει
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς ηρωικής

αλητόπαιδες
-αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γέρασαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι επέθαναν
ευυπόληπτοι και
«φιλήσυχοι αστοί» -
αλητόπαιδες –ξαναλέω-
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε
την σκάλα την ψηλή

κι ως γκρεμοτσακιζόντανε
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν’ ελεεινός σακάτης
θέλεις κι ακόμη
λιώμα
στο χώμα
να βρεθεί

αλλ’ –ω του θαύματος!-
προσεγειώθη
απόλυτα και σώος κι αβλαβής
(πάντως κάτι σαν να ’παθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφριά μέχρι το τέλος της ζωής)

μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ’ την κορφή ως τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη – είτανε λεν χλωμός –
σαν τη Σελήνη φωτεινό
-αυτά τα δυο αστέρια
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής –

και αν κατόπι επήγε να κρυφτεί στη Μυτιλήνη
είχ’ έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχει αιώνια

αθάνατος
-πιθανόν μαζί με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του Γεώργιο ντε Κήρυκο
και με τον Μπεναρόγια-
ανάμεσα σε τόσους
και τόσους
και τόσους Βολιώτες
που εζήσανε και πριν
και κατά τη διάρκεια
κι ύστερα
από του
τραβήγματος της ψηλής της σκάλας
τον καιρό

Σε κάθε πόλη, συνήθιζε να λέει ο ποιητής Απολλιναίρ, υπάρχουν οπωσδήποτε, και μερικοί αθάνατοι. Δυνατόν να είσαστε σεις, κύριε, μεταξύ αυτών, ή ακόμα, κι εσείς κύριε. Δεν ξέρω. Πάντως για ένα είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω: ότι υπάρχουν. Δεν αποκλείεται ελάχιστοι. Όμως υπάρχουν

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΟΥΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΖΩΗΡΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΛΙΜΟΝΟ ΣΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ Σ’ ΑΓΑΠΟΥΝ ΠΑΡΑΦΟΡΑ:

Κι απ’ την πολλή βροχή το Αιγαίο θα πρασινίσει Νίκο Νίκο το Αιγαίο θα πρασινίσει. Τα δάση κρύβουν τα νησιά και τα νησιά τα δάση Νίκο Νίκο τα δάση κρύβουν τα νησιά. Σαν τους αιώνες τ’ άλογα περνούν κι αφήνουν σύννεφα Νίκο Νίκο περνούν κι αφήνουν σύννεφα. Σκόνη του ρολογιού ήρθαν τα κύματα ένα πρωί Νίκο Νίκο ήρθαν τα κύματα ένα πρωί. Κι έμεινες ολομόναχος εσύ μες στο καράβι Νίκο Νίκο ολομόναχος μες στο καράβι. Οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται μένουν τ’ αγάλματα Νίκο Νίκο μένουν τ’ αγάλματα. Τα χείλια μας θα ξανασμίξουν σπαθιά και γαρούφαλα Νίκο Νίκο σπαθιά και γαρούφαλα… Οι άνεμοι θα ξαναρθούν μια μέρα ζωηρότεροι Νίκο Νίκο θα ξαναρθούν ζωηρότεροι. Και τότε αλίμονο σ’ αυτούς με τα ορθάνοικτα πανιά. Νίκο Νίκο τούτη την άνοιξη Αλίμονο στα κατάξανθα μαλλιά στα κρύα μάτια Νίκο Νίκο Μοριά και Ρούμελη. Αλίμονο στα μάτια αυτά που θα σε δουν κατάματα Νίκο Νίκο χιλιάδες φλάμπουρα. Αλίμονο στα κορίτσια που σ’ αγαπούν παράφορα Νίκο Νίκο Τσόγκα και Λεπενιώτη. Χίλιες φορές αλίμονο στην ομορφιά του κόσμου [ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ του Νάνου Βαλαωρίτη από το βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1 εκδόσεις ύψιλον1983]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
-1-
Ελάτε λοιπόν στα νησιά να σας δούμε
Παρηγοριά τα βήματά σας ν’ ακούμε
Από μακριά. Ελάτε πιο κοντά στη φωτιά
Παντού τον αόρατο εχθρό ν’ ακολουθούμε.
Ψηλά στον Αέρα παντοτινή κατοικιά
Τα κρεβάτια. Θα μπούμε να δροσιστούμε
Στα μαύρα παλάτια του νεκρού βασιλιά
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.



Ανοιγοκλείνει αυτός ο χλωμός κλειδαράς
Τα μυστικά μας ντουλάπια –μονομιάς
Ανάβουνε γύρω μας όλα τα’ αστέρια
Και στολίζουν τα μακρινά μεσημέρια.
Στο βυθό κολυμπάνε τα καλοκαίρια
Δεν τολμήσαμε μήτε λέξη να πούμε
Μπροστά σ’ αυτά τα γυαλισμένα μαχαίρια:
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.

Αυτοί που λησμόνησαν να μας συστήσουν
Πέρασαν τα σύνορα να μας μηνύσουν
Για τη μεγάλη πυρκαγιά που φουντώνει
Στα παλιά μας βουνά. Κι αυτό το κανόνι
Θαμμένο, μας καρτεράει μέσα στο χιόν
Από καιρό. Λίγο να σηκωθούμε
Θα δούμε το πέλαγος να χαμηλώνει
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.

Αρχηγέ, τα γενναία παιδιά σου πεθαίνουν
Όσο κι αν πολεμάν πάντα θα μένουν
Στην έρημη ακρογιαλιά. Κι οι στρατοί σου
Γυρεύουν νερό. Πώς ν’ ανασυνταχτούμε;
Γι αυτό Αδελφέ μου όταν θα φτάσεις θυμήσου:
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.
-2-
Καράβια στείλανε να μας νικήσουν
Κι αυτά βυθίστηκαν μέσα στο χιόνι
Από συνθήματα ν’ αναγνωρίσουν
Τα πρόσωπα. –Κανένας δε σημειώνει
Τα σήματα. – Κι εδώ θα χτυπηθούνε
Εχτροί, πολεμώντας να καταλύσουν
Τον ίδιο εχτρό. Λίγο να σηκωθούμε
Οι Αντίπαλοι θα μας πυροβολήσουν

Τα όνειρα σώζονται βγαίνουν αστέρια
Πού πλημμυρίζουνε τα μεσημέρια
Θέλουν ν’ ακούσουνε τα μυστικά μας
Στην όχτη στέκονται με τ’ άλογά της
Μένουν θαυμάζοντας το πέρασμά μας
Σαν να κοκάλωσαν τα βλέμματά τους.
Πρέπει να σκύψουμε. –Αν μας γνωρίσουν
Οι Αντίπαλοι θα μας πυροβολήσουν.

Κύκλος η κόρη κάθεται κοντά τους
Ποτέ δε τόλμησαν να της μιλήσουν
Πύργος ο θάνατος μες στην καρδιά τους
Αυτό το πέλαγος θα συναντήσουν
Κι επάνω σε τούτα τα δάχτυλά μας
Πάλι τα σύννεφα θα καταχτήσουν.
Σύντροφοι προσοχή – κι αριστερά μας
Οι Αντίπαλοι θα μας πυροβολήσουν.

Αρχηγέ, μας πειράζει να μένεις
Ξέσκεπος στη φωτιά. Θα σε γνωρίσουν.
Να καλυφτείς. Εδώ που περιμένεις
Οι Αντίπαλοι θα σε πυροβολήσουν
-3-
Τα λιοντάρια πεθαίνουν στα ποτάμια
Οι στρατιώτες γυρίζουν στα καράβια
Χλωμοί. Δεν τους τρομάζουν τα λιμάνια
Γιατί γεννήθηκαν με τα σημάδια
Του πελάγου. Σαν όχεντρες πλησιάζουν
Το προγεφύρωμα. Κι εγώ σηκώνω
Τους νεκρούς. Λίγοι που μένουν μας τάζουν
Το νερό, που λυτρώνει από πόνο.

Μπήκαμε σιωπηλοί με την ψυχή μας
Στα δόντια. Πολεμώντας με κοντάρια
Ν’ ανοίξουμε τρύπες στο νερό. Κρίμας
Να χαθούν τόσο γρήγορα τ’ αχνάρια
Του φόνου. Λιώσανε μες στο κορμί μας
Τ’ αστέρια. Κι οι μεγάλες μάχες μόνο
Με τον καιρό γιατρεύονται. Αμοιβή μας
Το νερό, που λυτρώνει από τον πόνο.

Εκείνα τα μεγάλα τους παλάτια
Άδειασαν μονομιάς. Τα παλικάρια
Άφησαν την ορμή τους στα κρεβάτια.
Τι γίνηκαν εκείνα τα φεγγάρια;
Τι γίνηκαν ετούτα τ’ άλογά τους
Τα λαμπρά; Να ’ταν αγέρας; Το μόνο
Που μένει εδώ στο χώμα – η προσφορά τους
Το νερό, που λυτρώνει από τον πόνο.

Γιατρέ μου τα παιδιά μας αρρωσταίνουν
Τρίζουν τα σπίτια μας. Τι να ’χουν; Λιώνω
Κι εγώ. Εδώ πεθαίνουν όσοι μας φέρνουν
Το νερό, που λυτρώνει από τον πόνο.
-4-
Ο Χειμώνας κλειδώνει τα σπαθιά του
Ο στρατός καμαρώνει τα κανόνια
Ο Βοριάς καθαρίζει τα γυαλιά του
Το κορίτσι κοιμάται στα σεντόνια
Κι εσύ δεν άκουσες τα πολυβόλα.
Πολλοί που φύγανε δε θα γυρίσουν
Εδώ που στάθηκαν στα περιβόλια
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν.

Στην αμμουδιά θα βρεις τα κόκαλά μας
Ν’ ασπρίζουν. Πύργους μου έχτισαν στον Αέρα
Τα πλοία τους άραξαν στην αγκαλιά μας
Τώρα που χάραξε καινούργια μέρα
Τι σ’ ωφελήσανε τα μυστικά μας;
Έρχονται πίσω μας, θα μα χτυπήσουν
Το πλήθος πέρασε κι ανάμεσά μας
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν.

Άλλαξες πρόσωπο το πρόσωπό σου
Είδα τα μάτια σου να μελετάνε
Τα μεσημέρια μου. Με τον εχτρό σου
Θα συμμαχήσουνε και προχωράνε
Να καταλύσουνε την ομορφιά σου.
Αν αρνηθούν να μας αναγνωρίσουν
Δεν πειράζει. Μπροστά μου και μπροστά σου
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν.

Αδελφέ μου, δε βλέπεις τ’ άλογά τους;
Αν δεν προλάβουμε, θα μας χτυπήσουν
Με τα κοντάρια τους. Κι απ’ τα κελιά τους
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν [1944]

Τα ίδια και τα ίδια και ξανά τα ίδια και φτου κι από την αρχή- Τα ίδια πράματα τα ίδια λόγια οι ίδιοι δρόμοι οι ίδιοι άνθρωποι οι ίδιες φάτσες οι ίδιοι χρόνοι – δεν αλλάζουν με κανένα τρόπο. Το ίδιο τροπάρι –τα ίδια λόγια, τα ίδια χρώματα τα ίδια πατώματα και αυτοί που τα πατάνε οι ίδιοι. Τα ίδια καθίσματα τα ίδια τραπέζια – και όπου κάθονται, τα ίδια πίνουν – τα ίδια λένε και τα ίδια γράφουνε και ξαναγράφουνε και για ν’ αλλάξουν λιγάκι πάλι, στα ίδια και τα ίδια και τα ίδια συζητάνε και τα ίδια θέματα τα ξανασυζητάνε – και στα ίδια μέρη διαφωνούνε και στα ίδια συμφωνούν – κι αλίμονο το ίδιο πλοίο παίρνουν και από τον ίδιο φάρο πλέουν και στο ίδιο λιμάνι φτάνουν..Στην ίδια γη ζεσταίνονται στον ίδιο ήλιο στο ίδιο σύστημα το ηλιακό του ίδιου κόσμου –του επιμέρους- μέσα στο ίδιο σύμπαν απάνω στην ίδια τροχιά του και με την ίδια πάντοτε αυξανόμενη ταχύτητα, ίδιο τέλος της αρχής, της ίδιας πάντοτε αρχής το τέλος, το ίδιο ιδιαίτερο, το ιδιαίστατο, το ανάλλαχτο – κι ανάμεσα πάλι τα ίδια, οι ίδιες σαχλαμάρες κι οι ίδιες εξυπνάδες, οι ίδιες επιτυχίες και αποτυχίες τα ίδια παράπονα, τα ίδια πηγαινέλα – τα πινέλα, τα μπουγέλα κι οι ίδιοι παράφρονες οι άσωτοι και οι άφρονες τα ίδια καταχθόνια πράγματα και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και ...

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΛΕΣ: ΚΑΛΑ ΦΑΓΑΜΕ ΚΑΛΑ ΗΠΙΑΜΕ ΚΑΛΑ ΤΗ ΦΕΡΑΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΩΣ ΕΔΩ..

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι, οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν, γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια, αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι. Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος. Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα και τα νερά τους δε μπορείς να ξεχωρίσεις. Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι [Μανόλης Αναγνωστάκης, ΕΠΙΛΟΓΟΣ από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 3]

[Κάθε πρωί καταργούμε τα όνειρα, χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια. Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο. Κάθε πρωί χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους. Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμονικές – ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά! (Ασήμαντες απαριθμήσεις – Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους. Μα πού τελειώνει η μοναξιά; Αντί να φωνασκώ και να συμφύρομαι με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες –μάντεις κακών και οραματιστές – όταν γκρεμίστηκε το σπίτι μου και σκάφτηκε βαθιά με τα υπάρχοντα (και δε μιλώ εδώ για χρήματα και τέτοια) πήρα τους δρόμους μοναχός σφυρίζοντας…]

ΟΡΘΙΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΙ ΜΕΣ ΣΤΗ ΦΟΒΕΡΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ (ο Αναγνωστάκης παρακολουθώντας από ψηλά την… κρίση (θα) έγραφε τους παρακάτω στίχους «που μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν, γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια κι αυτοί που θα μιλούσανε για τα δεινά μας πεθάναν όλοι νέοι»):
Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες



Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημηγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Κάρφωσαν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στηνόνταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα που να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί…
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λεξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούργια μέρα που κανείς δεν βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς
Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στα άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμόσφαιρας
Τη γεύση του φιλιού, την πολυτέλεια της αμαρτίας…
Κι όλα τα πρόσωπα είναι εδώ –αντάξια του δράματος-
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι κι αυτοτιμωρούμενοι

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέων στοιχείων
Χωρίς μια νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο
[αποσπάσματα από ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη που περιέχονται στη συλλογή του Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 2]

«ΜΙΛΩ ΓΙΑ…» ο τίτλος του ποιήματος από τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ 2 του Μανόλη Αναγνωστάκη. «ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ» το σχόλιο το δικό μου:
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξιπόλητες μανές που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Που αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε που άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους [αποσπάσματα από ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη που περιέχονται στη συλλογή του Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 2]

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ
Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων
Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνη δε θα ’ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα και ο τελευταίος

 Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχθηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες. Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους. Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία. Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα, η πρόγνωσίς σας ασφαλής: θα πέσει η πόλις. Εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη, φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο, κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω. Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω]