Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

«ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΟΝΕΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΝΕ ΜΕ ΧΙΛΙΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ»

Είμαι ο Βαγγέλης. Με τα τριπλά του χρόνια. Είναι ο γιος μου, ο εγγονός μου, όμως είναι ο αδερφός μου, είναι το σπλάχνο μου, είμαι εκείνος. Είμαι το ομοίωμά του, είμαι το αίμα του, είμαι εκείνος. Είμαι ο Βαγγέλης. Μα είμαι ζωντανός. Τρόπος του λέγειν δηλαδή. Στο μεταξύ πόσες φορές μ’ έχουν πεθάνει και μένα! Όσες αναγνωρίζω, γιατί υπάρχουν κι άλλες ανεπαίσθητες δολοφονίες, άλλα κρυφά φονικά που έχουν συντελεστεί στην πλάτη μου μα δεν τα ξέρω. Ή μάλλον κάνω πως δεν τα ξέρω γιατί δεν αντέχεται τόσο βάρος. Ναι, «όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους», λέει ο Καρυωτάκης. 


Μόνον εγώ το ξέρω όμως το πώς είμαι ακόμα ζωντανός. Εκατό ζωές δε θα μου ’φταναν για να γράψω εκατό γραφές και χίλια τραγούδια για να χωρέσουν αυτόν τον ζωντανό θάνατο. Με παίδεψαν πολύ, με τυράννησαν με ποικίλα χοντροκομμένα και άπειρα πιο ανάλαφρα, αβάσταχτα όμως, πρώιμα μπούλινγκ. Εκείνα της δεκαετίας του ’60, μα που ήταν, λες εκ των υστέρων, ο κόσμος πιο απαίδευτος, όμως μέσα στην μετεμφυλιακή του μιζέρια, με το χνώτο του άκαμπτου χωροφύλακα στο σβέρκο, την αχορταγιά των κοτζαμπάσηδων της εποχής, τη βίτσα του δάσκαλου, την παντοκρατορία των στρατόκαβλων και την ανατολίτικη σατραπεία του πατέρα-αφέντη, να βρίσκουν τα αντίβαρά τους σε ανθρώπινες αγκαλιές που άνοιγαν πρόθυμα σε κάθε βασανισμένη γειτονιά. Κακά τα ψέματα, ο κόσμος ήταν πάντα ίδιος, κι έτσι καθώς φαίνεται θα πάει (χιλιάδες Μαρξ και Φρόυντ να γεννηθούν) αλλά, θαρρείς, τότε μια ιδέα πιο ανθρώπινος. Είχαν ζήσει πόλεμο και πείνα οι δικοί μας, είχαν στερηθεί κι είχαν διδαχτεί και είχαν μιαν ισόβια αγωγή στη συμπόνια. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», λέει ο Αναγνωστάκης. 

Κρατούσα άσβεστη μια φλόγα αντίστασης, έτσι γλίτωσα απ’ τους βασανιστές μου. Δε μπορεί ο καθένας όχι, δεν έχουν όλοι τα ίδια ψυχικά συστατικά. «Ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», λέει ο Σεφέρης. Χωνόμουνα στην αγκαλιά της γιαγιάς μου, αμίλητος, -που να μιλήσεις! Ούτε τώρα θα μιλήσω. Δε θα μιλήσω ποτέ. Αν και, με τον δικό μου τρόπο μιλάω, και μιλάω ανοιχτά πάντοτε, πολύ ανοιχτά, δεν έχω ανάγκη κανέναν, -χρέος είναι εξάλλου- αφού, καθώς χωνόμουνα μέσα στα χαρτιά, μ’ ένα μολύβι έχτισα τον δικό μου κόσμο, δίπλα στο κόσμο μας. Και ανακάλυψα εκεί μια μορφή –όχι πλαστής- ευτυχίας. Βρήκα όμως την ψυχή, είχα το σθένος, πως να το πω, και έχτισα τις αξίες μου, αγάπησα τους ανθρώπους, έζησα παραδείσους ερωτικούς, ανέπτυξα την προσωπικότητά μου, χόρτασα ζωή. Όλα χειροποίητα. Και πάντοτε με εμπόδια. Οι τρικλοποδιές, τα χουνέρια και οι παγίδες μ’ έκαναν ακόμη πιο ατσάλινο. «Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας», θα’ λεγε ο Ταχτσής. Όχι μόνον. 

Έκανα κι εγώ μικρότερος κάποια μικρομπούλιγκ, κάποιους πλήγωσα, δε μπορεί. Ο Βαγγέλης –με την άγια ικεσία και την πεντάμορφη αγνότητα στο βλέμμα του- είναι η χωλή Μαρία(κουτσάβλα), η χοντρή κυρία(βαρέλα), η ζαρωμένη γιαγιά(πουρόγρια), ο κουνιστός συμμαθητής(γυναικούλα), ο φιλάσθενος περαστικός(χτικιάρης), ο σακατεμένος παππούς(σκατόγερος). Ατερμάτιστη η ανερμάτιστη ρατσιστική Βαβέλ. 

Όταν η ζωή σου γίνεται μαρτύριο, μπορεί να οδηγηθείς εθελουσίως στην έξοδο. «Ευτυχώς που υπάρχει κι η αυτοκτονία», δηλώνει ένας Γάλλος, ο Γκουαταρί νομίζω. «Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι ο Ατζεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι», αρχίζει ο Σικελιανός το ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα» εξυμνώντας το άφευκτον της γενναίας αυτοχειρίας. Μα εδώ πρόκειται για πεντακάθαρο έγκλημα. 

Αδικώ τις πόλεις που τις βρίζω συχνά –κι όχι άδικα- για άλλους λόγους. Τώρα θα πω «ζήτωσαν τα πολύβουα άστεα» που λειτουργούν ως σύγχρονα καταφύγια θηραμάτων («χωράμε όλοι στο τραπέζι, και τα όρνια και τα σπουργίτια» θα’ λεγε ο Έλιοτ). Βέβαια κανένα καλό αρσενικό –και καλά αρσενικά είναι μόνο τα υψηλής ευαισθησίας- δεν γλυτώνει απ’ την επικροτούμενη τσογλανερί των αιώνιων εσατζήδων, το φασιστικό σώμα που δεν θα καταργηθεί από κανέναν Τσίπρα του πλανήτη. Αυτά τ’ αρσενικά, τα καλύτερα, είναι που δε γλιτώνουν ούτε απ’ τις γυναίκες, τις ερωμένες, τους ερωμένους, τους φίλους μα ούτε κι απ’ τις ίδιες της μανάδες τους. Και δεν υπαινίσσομαι τίποτε το ομοφυλόφιλο –χωρίς βέβαια να το εξαιρώ. Αυτοί είναι οι «γιοι χωρίς μητέρα», έτσι τους βάφτισε ο Ζαν Ζενέ, οι ανθρωπινότεροι των άλλων, των πολλών. Εκείνων των ανασφαλών πορδών που υπηρετούν ισοβίως στο «Λεβεντομαλακιστάν», οι αγάμητες κομπλεξάρες. («Παντέρμη Κρήτη, κόσμημα της γης, μην πας πλέον χαράμι για τα θλιβερά σου κυνικά χωριατόπουλα που τους έμαθες καλά να μην ξεχωρίζουν το τσουτσουνάκι τους απ’ την μπιστόλα, άλλαξε πια τροπάριο, Λεβεντογέννα μου!») 

Τώρα δε μπορεί να με πειράξει πια κανείς απ’ αυτούς. Δεν τρέφω μίσος. Αηδία, μιαν απέραντη αηδία. Και οίκτο. Μα στο βάθος βασιλεύει ένας καγχαστικός θρίαμβος. Τώρα πια δε μπορούν να με «φάνε» εκείνοι. Αν μπορούσαν θα το ’καναν ευχαρίστως. Ακόμη και τώρα που γερνάνε. Μα τι ανάγκη! Έχουν αφήσει άλλους στη θέση τους, αξιότερους σαδίκλες. Είναι αυτοί που με σκότωσαν ξανά στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Και που, αν μπορούσα, θα τους σκότωνα κι εγώ με τη σειρά μου χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η εκδίκηση αυτή είναι ιερή, δεν προσωποποιείται, είναι προϊόν μιας αδικίας ιστορικής, ανήκει στο διηνεκές. Μα δε θα γίνει έτσι ποτέ. Θα κοιμηθώ απόψε παίρνοντας αυτό το σπαραγμένο γιαβράκι στα όνειρά μου, όπως θα κάνω από δω και πέρα κάθε νύχτα, κι όταν κάποτε κάποιο τρένο κι εμένα θα με πάρει, Βαγγέλη μου, του Χάρου μου θα σε κάνω διήγημα.

[ΠΗΓΗ: Θωμάς Κοροβίνης, Εϊμαι ο Βαγγέλης, 16 Μαρτίου 2015, από τη σελίδα του στο Fb]

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

ΑΠΟ ΠΟΙΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΠΕΣΑΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ;

Την συναντήσαμε στο μυθιστόρημα του Ιρβιν Γιάλομ «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και μάθαμε ότι μονάχα γι’ αυτήν έκλαψε. Την ξαναβρήκαμε σε βιογραφικά κείμενα για τον Σίγμουντ Φρόυντ και είδαμε ότι κι εκείνος δεν έμεινε απαθής. Αλλά και ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε μαγεύτηκε απ’ το πνεύμα της. Λου Αντρέας- Σαλομέ. Η γυναίκα που παρά το σημαντικό λογοτεχνικό της έργο, τα δοκίμια για την τέχνη, τη θρησκεία, τον ερωτισμό και την ψυχανάλυση, ήταν γραφτό της να μείνει στην ιστορία ως η μούσα του Φρίντριχ Νίτσε, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Σίγμουντ Φρόυντ. Ως η μοιραία γυναίκα ισχυρών ανδρών. Ως «η γυναίκα που κάνει συλλογή αντρών σαν να ήταν τρόπαια».



ΟΠΩΣ ΜΕ ΔΑΣΚΑΛΕΨΕ Ο ΝΙΤΣΕ
Γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο
μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε
και λυπάμαι
που δε μπορώ να κρύψω την ποιητική μου στύση
από σένα, σεμνή θεούσα της ποιήσεως
που με αγαπάς και με συμπονάς
και με συμβουλεύεις και με κακολογείς
σκοτεινό και φιλήδονο
και πως πάω χαμένος με τόσο ταλέντο
κι άκλαφτος, αλλά
γράφεις ωραία ποιήματα, εσύ μωρό μου, για το θάνατο
μα εγώ συνηθίζω το χορό, όπως με δασκάλεψε ο Νίτσε [Αντώνης Αντωνάκος]

Το πορτραίτο αυτής της ομολογουμένως σημαντικής γυναίκας, σκιαγραφεί η Λίντε Ζαλμπέρ (διδάκτωρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας) στο βιβλίο «Λου Αντρέας Σαλομέ: Η βιογραφία μιας μοιραίας γυναίκας» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι», στη σειρά «Βιογραφίες» και σε μετάφραση Χριστίνας Αυγερινού Βρυζάκη.
Η Λουίζε Φον Σαλομέ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, στις 12 Φεβρουαρίου του 1861, από πατέρα στρατηγό στην υπηρεσία του τσάρου.
Το Φθινόπωρο του 1880, η Λου εγκαταλείπει μαζί με τη μητέρα της την Τσαρική Αυτοκρατορία για ν’ αρχίσει σπουδές στη Ζυρίχη. Και η σπουδές θα γίνουν έκτοτε και ο τρόπος ζωής της.
Θεολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία Τέχνης, Δογματική, Γενική Ιστορία των Θρησκειών, Λογική και Μεταφυσική… Συνεπαρμένη από τις σπουδές της, διαβάζει μέρα νύχτα χωρίς ξεκούραση και δίχως σταματημό.
Η ιδανική μαθήτρια, κυριολεκτικά μαθήτρια- σφουγγάρι μεγάλων ανδρών, η Λου ερωτεύεται αλλά πάνω απ’ όλα την ερωτεύονται. Πολύ και με πάθος. Ο φιλόσοφος δρ Πάουλ Ρέε και ο Νίτσε με την πρώτη ματιά. Ο ανατολιστής δόκτωρ Φρίντριχ Καρλ Ανδρέας, τον οποίο και θα παντρευτεί το 1887, τελικά. Κι από τότε η ζωή της θα γίνει Τέχνη και γράψιμο. Ταξίδια και καλλιτεχνικά και πνευματικά κινήματα της εποχής.
Η γνωριμία της με τον Ρίλκε θα της προσφέρει την ευκαιρία να επιστρέψει σε παλιότερες καταστάσεις της δικής της ψυχής. Θα ανακαλύψει την ποίηση που την είχε βαθιά καταχωνιασμένη στη δική της ζωή.
Τέσσερις ημέρες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο ποιητής της στέλνει ήδη «τραγούδια νοσταλγίας» και ομολογεί ότι έτρεχε μέσα στην πόλη κρατώντας τριαντάφυλλα, «τρέμοντας από την επιθυμία κάπου να σας συναντήσω».
Την Άνοιξη του 1895 θα γνωρίσει την ψυχανάλυση και τον Φρόυντ ο οποίος ευθύς εξαρχής θα κολακευτεί. Κι από τότε ο Φρόιντ θα αναφέρεται στα γράμματά του στην «χαρούμενη αισιοδοξία της Λου».
Με την κόρη του Φρόυντ, Αννα, η Λου Αντρέας Σαλομέ θα ασχοληθούν με τις πολύπλοκες παιδικές φαντασιώσεις.
Κι έτσι με τέχνη και απόλαυση θα ζήσει ολόκληρη τη ζωή. Απολαμβάνοντας ακόμα και τα γηρατειά της: «Πραγματικά εγώ φθάνω τόσο μακριά ώστε να εξακολουθώ να είμαι διαρκώς περίεργη για το πόσα πράγματα πρέπει να ξετυλίξω το κουβάρι της ζωής, μέχρι να πέσουν στα χέρια μου οι εκπλήξεις που είναι τυλιγμένες μέσα του». Αισθάνεται ότι τα γηρατειά χαρίζουν διεύρυνση.
Η Λου Αντρέας- Σαλομέ πεθαίνει στις 5 Φεβρουαρίου 1937 στο σπίτι της, στο Χάινμπεργκ του Γκέτινγκεν. Αφήνοντας πίσω της ένα μεγάλο έργο, τον απόηχο ενός σπινθηροβόλου πνεύματος και μια τεράστια κι άσβεστη αύρα γοητείας.
Πολύ μελάνι χύθηκε για χάρη της.
Η καινούργια βιογραφία της Λίντε Ζάλμπερ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μελάνι».

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
«Είναι πράγματι μια μεγαλοφυία και ως προς τον χαρακτήρα δίχως άλλο ηρωική» (Πέτερ Γκάστ, 1882)
«Η Λου φον Σαλομέ υπήρξε ένας εντελώς φυσικός, σίγουρος για τον εαυτό του άνθρωπος, που διέθετε μια σπάνια πνευματική και ταυτόχρονα ανθρώπινη ένταση σε συνδυασμό με γυναικεία γοητεία. Ηταν εξαιρετικά έξυπνη, μπορούσε να κατανοήσει με εκπληκτική ταχύτητα φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά και ψυχολογικά προβλήματα, είχε μια φυσική αμεσότητα και ήταν ανοιχτή σε όλα τα ερωτήματα, τόσο τα πνευματικά όσο και τα ανθρώπινα». (Κουρτ Βολφ, 1963)
«Η Λου Αντρέας είναι η πιο πνευματική από όλες τις σημερινές ποιήτριες, εκείνη με το μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος- αυτό το υπογράφω με τεράστια γράμματα». (Μαρία φον Εμπνερ- Εσενμπαχ (1912).
«Τι θαυμαστά πράγματα μπορεί να αντιληφθεί αυτή η γυναίκα, πώς μεταμορφώνεται στην πιο βαθιά ψυχική κατανόηση καθετί που της προσφέρουν την κατάλληλη στιγμή τα βιβλία και οι άνθρωποι, πως αντιλαμβάνεται, αγαπά, διεισδύει χωρίς φόβο στα πιο καυτά μυστικά, που δεν της κάνουν κακό παρά ακτινοβολούν μονάχα με καθαρή φλόγα». (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, 1913).
«Τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής αυτής της εξαιρετικής γυναίκας ανήκαν στην ψυχανάλυση, στην οποία συνέβαλε με την αξιόλογη επιστημονική εργασία της και την οποία επίσης άσκησε» (Σίγμουντ Φρόιντ, 1937)
«Η Λου ωφέλησε χωρίς αμφιβολία όλους τους μεγάλους της άντρες, καθώς μπορούσε να ταυτίζεται με το ευάλωτο τμήμα της προσωπικότητάς τους που είχε τόση ανάγκη από στήριξη. Όμως όλοι οι άντρες που την ερωτεύθηκαν, υποχρεώθηκαν στο τέλος να ανακαλύψουν ότι η Λου δεν τους είχε δώσει πραγματικά κάτι από τον εαυτό της». (Πάουλ Ροάζεν, 1969)

[ΠΗΓΗ: Ελένη Γκίκα, Fractal Η Γεωμετρία των Ιδεών]

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΚΙ ΑΓΚΑΛΙΑΖΩ ΞΑΝΑ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΙ ΑΠΟ ΚΕΙ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ…

… Μια γυναίκα κι από κει προκύπτει μια άλλη , όπως ένα ποιητής προκύπτει από κάποιον άλλο, ο Εγγονόπουλος ας πούμε απ’ τον Εμπειρίκο κι ο Γκόρπας από τον Γκόρπα! Είναι βέβαια και οι χειρουργικοί καθρέφτες που επιτείνουν αυτή την κατάσταση που πληθαίνουν όχι μόνο το φως αλλά και τα είδωλα και κάνουν την αγκαλιά μου τεράστια. Από κει και η έπαρση μου που τόσο σοκάρει τους άλλους, όταν λέω πως κανένας δεν είδε όπως εγώ το φεγγάρι κι ούτε εκείνον το χειμωνιάτικο δρόμο με τους γλόμπους να φρίττουν. Γιατί αν τη ροή του αίματος τη μετρούν απ’ το αυτί μου, όπως και στους άλλους ανθρώπους, όμως τη ροή σπέρματος την καταγράφουν από την αφή μου. Γι’ αυτό ρίχνομαι τόσο συχνά πάνω σε γυναίκες ανέτοιμες (μα, πού πάει το χέρι σας; Μια χειραψία αθώα κι εσείς το φτάσατε ως τη μασχάλη), μου αρνούνται όλες γιατί παρουσιάζομαι έτσι αβάσταχτος. [Μάριος Χάκκας, Ο Μπιντές κι άλλες Ιστορίες]



ΓΚΟΡΠΙΣΜΟΣ κι ἐ­λα­φρὰ νευ­ρα­σθέ­νεια. Σκουν­του­φλῶ στὸ παρ­κό­με­τρο καὶ βρί­ζω τὸν ὅ­ποι­ο δι­α­βά­τη, «βλα­κόμου­τρο», αὐ­τὸν ποὺ γε­λά­ει, «βλα­κό­με­τρο», χα­χα­νί­ζει ἀ­πὸ πά­νω, «παρ­κό­μου­τρο», τά­χα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­λέγ­χει τὰ πάρ­κινγκ, μπά, δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ δου­λειά του, μᾶλ­λον εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ μπα­νί­ζει στὰ πάρ­κα, γι’ αὐ­τὸ καὶ γὼ τὸν φω­νά­ζω παρ­κό­μου­τρο. Ἔ, κά­πως βο­λεύ­τη­κε τώ­ρα, ἄλ­λα πέ­φτω πά­νω σ’ ἄλ­λο παρ­κό­με­τρο, κά­θε πέν­τε μέ­τρα κι ἀ­πὸ ἕ­να, ἕ­να πάρ­κο παρ­κό­μου­τρα κι ἄλ­λα τό­σα βλα­κό­μου­τρα γύ­ρω μου, ποὺ ἐ­λέγ­χουν τὴν κα­τά­στα­σή μου, μοῦ με­τρᾶ­νε τὴν πί­ε­ση, κα­τε­βαί­νει ἡ βε­λό­νη, προ­χω­ρεῖ στὸ μη­δὲν καὶ μοῦ ἔ­χουν ἀγ­κι­στρω­μέ­να τὰ χέ­ρια καὶ δὲ μπο­ρῶ νὰ ρί­ξω κέρ­μα πα­ρά­τα­σης. Θέ­λω νὰ μεί­νω, νὰ μεί­νω, νὰ μεί­νω, ρί­χνον­τας ἀ­δι­ά­κο­πα κέρ­μα, ἔ­τσι ποὺ νὰ φτά­σω στὸ τέρ­μα συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. «Ἕρ­μα», φω­νά­ζω, σα­βού­ρα, τὸ βά­ρος τῆς γῆς, καὶ σα­βου­ρώ­νω ὅ,τι βρί­σκω μπρο­στά μου, γε­μί­ζω τὶς τσέ­πες μου μ’ ἄ­δει­ες μπο­τί­λι­ες, με­τὰ τὶς ἀλ­λά­ζω μὲ μαν­τα­λά­κια, μιὰ ἀτ­ζέν­τα, μπρε­λὸκ μὲ κλει­διά, τσα­τσά­ρα, πέ­τρες ποὺ βγαί­νουν ἀλα­φρό­πε­τρες, ὅ,τι μοῦ λα­χαί­νει, ἀρ­κεῖ νὰ μεί­νω στὸ βά­ρος μου ὥ­σπου νὰ πιά­σω τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ ἡ­λι­κί­ας, ἀ­π’ ὁ­που­δή­πο­τε μπο­ρῶ νὰ πια­στῶ, ἔ­στω ἀ­πὸ ἕ­να κά­ποι­ο μα­στό, τὸ σχῆ­μα τῆς γῆς στὸ μι­σό, ἀ­νω­φε­λές.
            Κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς συ­νε­χί­ζε­ται (ποι­ὸς ἐ­κνευ­ρι­σμός; κα­νο­νι­κὴ νευ­ρα­σθέ­νεια), κι ἀγ­κα­λιά­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μιὰ γυ­ναί­κα, κι ἀ­πὸ κεῖ προ­κύ­πτει μιὰ ἄλ­λη, κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μιὰ ἄλ­λη, ὅ­πως ἕ­νας ποι­η­τὴς προ­κύ­πτει ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἄλ­λον, ὁ Ἐγ­γο­νό­που­λος ἀ­πὸ τὸν Ἐμ­πει­ρί­κο κι ὁ Γκόρ­πας ἀ­πὸ τὸν Γκόρ­πα. Εἶ­ναι βέ­βαι­α κι οἱ χει­ρουρ­γι­κοὶ κα­θρέ­φτες ποὺ ἐ­πι­τεί­νουν αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση, ποὺ πλη­θαί­νουν ὄ­χι μό­νο τὸ φῶς ἀλ­λὰ καὶ τὰ εἴ­δω­λα καὶ κά­νουν τὴν ἀγ­κα­λιά μου τε­ρά­στια. Ἀ­πὸ κεῖ καὶ ἡ ἔ­παρ­σή μου ποὺ τό­σο σο­κά­ρει τοὺς ἄλ­λους, ὅ­ταν λέ­ω πὼς κα­νέ­νας δὲν εἶ­δε ὅ­πως ἐ­γὼ τὸ φεγ­γά­ρι, κι οὔ­τε ἐ­κεῖ­νον τὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο δρό­μο μὲ τοὺς γλόμ­πους νὰ φρίτ­τουν.
            Για­τὶ ἂν τὴ ρο­ὴ αἵ­μα­τος τὴ με­τροῦν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί μου, ὅ­πως καὶ στοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ὅ­μως τὴ ρο­ὴ σπέρ­μα­τος τὴν κα­τα­γρά­φουν ἀ­πό τὴν ἁ­φή μου. Γι’ αὐ­τὸ ρί­χνο­μαι τό­σο συ­χνὰ πά­νω σὲ γυ­ναῖ­κες ἀ­νέ­τοι­μες (Μά, ποῦ πά­ει τὸ χέ­ρι σας; Μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­θώ­α, κι ἐ­σεῖς τὸ φτά­σα­τε ὣς τὴ μα­σχά­λη), μοῦ ἀρ­νοῦν­ται ὅ­λες για­τί πα­ρου­σι­ά­ζο­μαι ἔ­τσι ἀ­βά­στα­χτος.
            Βι­ά­ζο­μαι, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Μὰ δὲ γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς, ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι τὸν Φα­τε­μὶ ποὺ τὸν κά­να­νε φέ­τες, (Ἐ­κεί­νον τὸν ἄλ­λο­τε ὑ­πουρ­γὸ τῆς Περ­σί­ας), νέ­ον ἄν­θρω­πο, κι ὁ ἀ­νη­ψιός του νὰ εἰ­σπράτ­τει τὰ λύ­τρα, λέ­ω πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ μέ­να σὲ τοῦ­τον τὸν κό­σμο κι ὅ­που νά­ναι θὰ πρέ­πει νὰ φεύ­γω κι ἂς μὴν πιά­σω ἐ­πι­τέ­λους τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. Ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα νὰ ζή­σω, νὰ ζή­σω γρή­γο­ρα καὶ στὰ πε­τα­χτὰ κι ἀ­πὲ νὰ τοῦ δί­νω λέ­γον­τας ἀ­λὰ Σκα­ρίμ­πα «ἔ­κα­να πρὸς τὰ δῶ γιὰ ἕ­να πρά­μα», ἂν δὲ γί­νη­κε νὰ τὸ βρῶ μέ­χρι σή­με­ρα, τί πε­ρι­μέ­νω; Νὰ μεί­νω ἕ­να κου­βα­ρά­κι ποὺ θὰ μὲ ση­κώ­νουν οἱ δι­κοί μου στὰ χέ­ρια;
            «Κον­τεύ­εις;», τα­χτι­κὰ μὲ ρω­τᾶ­νε. «Ἔ, ὅ­που νά­ναι», τοὺς λέ­ω. «Δη­λα­δή, δη­λα­δή;» «Νά, πε­ρί­που», χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἀ­ο­ρι­στί­ας ση­μαν­τι­κὰ κι ἀ­μέ­σως θυ­μᾶ­μαι τὰ νε­κρο­τα­φεί­α αὐ­το­κι­νή­των, ἄ­χρη­στα σί­δε­ρα, βου­λι­αγ­μέ­νες λα­μα­ρί­νες, ξε­κοι­λι­α­σμέ­νες τα­πε­τσα­ρί­ες καὶ λά­στι­χα σά­πια. Ποῦ τὸ κάλ­λος καὶ ποῦ ἢ λαμ­πρά­δα; Ποῦ οἱ γκό­με­νες ποὺ ξά­πλω­ναν μέ­σα γιὰ τσάρ­κα; Ποῦ ἡ ἄ­σφαλ­τος ποὺ ἔ­τρε­χε κά­τω τους μ’ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χι­λι­ό­με­τρα; Ἐ­ρη­μιὰ κι ἀ­κι­νη­σί­α.
            «Ἀ­νά­σκε­λα. Ἀ­κί­νη­τος.» Εἶ­ναι και­ρὸς τώ­ρα ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ βά­ζουν κά­τω ἀ­πὸ τὴν κε­φα­λὴ τοῦ κο­βαλ­τί­ου, δο­κι­μά­ζουν τὸ πε­δί­ο βο­λῆς, ση­μα­δεύ­ουν μὲ τὸ μαρ­κα­δό­ρο, κα­τε­βά­ζουν αὐ­τὸ τὸ τε­τρά­γω­νο μά­τι ποὺ ἐκ­πέμ­πει ἀ­ό­ρα­τες κά­μες, ὕ­που­λα χώ­νον­ται σὲ σά­πια κρέ­α­τα, κά­θε μέ­ρα μὲ ξε­κοι­λιά­ζουν, μὲ θέ­λουν ἀ­κί­νη­το, γιὰ πάν­τα ἀ­κί­νη­το, ἀ­νά­σκε­λα κι ἀ­κί­νη­το.
            Γκόρ­πα, Γκόρ­πα, (Ποι­ὸς εἶ­ναι; Νὰ πὰ νὰ τὸν μά­θε­τε) μό­νο ἐ­μεῖς ψι­λι­α­στή­κα­με, μό­νο ἐ­μεῖς πή­ρα­με τό­σο σο­βα­ρὰ αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση, γι’ αὐ­τὸ κι ὅ­λα τρι­γύ­ρω πολ­τός, φρε­νο­λο­γι­κὲς κλι­νι­κές, ἀ­πὸ δῶ προ­κύ­πτουν τ’ ἀ­ναρ­χού­με­να κεί­με­να, τὰ γρα­φτά μας χω­ρὶς κῶ­λο οὔ­τε μύ­τη. Δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ μᾶς κοι­νω­νι­κὸ ψευ­δὸς εἴ­τε για­τὶ ἤρ­θα­με πο­λὺ νω­ρίς, εἴ­τε πο­λὺ ἀρ­γά, δὲν ὑ­πάρ­χει συγ­γρα­φι­κὸ ψεῦ­δος για­τὶ δι­α­λυ­θή­κα­με μα­ζὶ μὲ τὰ πράγ­μα­τα καὶ ποῦ νὰ κά­θε­σαι τώ­ρα νὰ συν­θέ­τεις;
            Τὸ ξέ­ρω πιά, δὲ θὰ πιά­σω τὸ μέ­σο πο­σο­στὸ τῆς ζω­ῆς. Πο­λὺ ποὺ μὲ νοιά­ζει! Ἄλ­λω­στε, ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι καὶ ἄ­δι­κο. Ἄλ­λοι συ­νο­μή­λι­κοί μου φύ­γαν νω­ρί­τε­ρα. Ἐ­γὼ σὲ σχέ­ση μ’ αὐ­τοὺς ὀ­φε­λή­θη­κα, κά­πνι­σα κά­να – δυ­ὸ ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες τσι­γά­ρα, ἅ­πλω­σα τὰ μαλ­λιά μου στὴ νύ­χτα, τὸ σῶ­μα μου στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά. Ὅ­μως ὁ Κυ­λά­κος πέ­ρα­σε γιὰ πάν­τα στὴ νύ­χτα σπά­ζον­τας τὴ ρα­χο­κο­κα­λιά του μὲ μιὰ βου­τιὰ στὰ δε­κα­ο­χτώ του, ὅ,τι εἴ­χα­με τε­λει­ώ­σει τὸ γυ­μνά­σιο, κι ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν εἴ­κο­σι χρό­νια, ἔ­κα­να χι­λιά­δες βου­τι­ὲς καὶ δὲν τὸν θυ­μή­θη­κα οὔ­τε μιὰ φο­ρά.
            Κι ἔ­πει­τα, εἶ­ναι κι αὐ­τὴ ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α ποὺ συμ­πε­ρι­φέ­ρο­μαι γκορ­πι­κά, μιὰ τε­λευ­ταῖ­α προ­σπά­θεια νὰ ὑ­πάρ­ξω κα­τό­πι μὲ τ’ ἀ­ναι­μι­κά μου γρα­φτά. Μή­πως ὑ­πῆρ­ξα καὶ πρὶν νὰ θέ­λω νὰ ὑ­πάρ­ξω με­τά; Κι ἂν θὰ ὑ­πάρ­ξω, εἶ­μαι τώ­ρα πιὰ βέ­βαι­ος, δὲ θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὰ γρα­φτά μου, ἀλ­λὰ στὶς πρά­ξεις μου, στὰ κο­ρί­τσια ποὺ χά­ι­δε­ψα, στοὺς φί­λους ποὺ φί­λε­ψα πα­ρη­γο­ριὰ κι ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση, γιὰ ὅ­σο και­ρὸ φυ­σι­κὰ θὰ ὑ­πάρ­χουν κι αὐ­τοί.
            Κι ὅ­ταν θὰ βρί­σκον­ται μα­ζε­μέ­νοι πα­ρέ­α οἱ φί­λοι, θὰ μοῦ βγά­ζουν κι ἐ­μέ­να πο­τή­ρι, κι ὅ­πως κά­ποι­ος θὰ ρί­χνει μιὰ βόλ­τα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἡ πλά­κα θὰ λέ­ει:
«Τὸ κλαῖ­με ὅ­λοι μας μα­ζὶ
τὸ πιὸ λε­βέν­τι­κο κα­λὸ παι­δί»
ἕ­νας ἄλ­λος θὰ φω­νά­ζει τὸ γνω­στὸ «κα­λὰ στέ­φα­να», κι αὐ­τὸ ἂς εἶ­ναι γιὰ μέ­να ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νο, ὄ­χι βέ­βαι­α φι­λο­λο­γι­κό, μᾶλ­λον μιὰ ζων­τα­νὴ πα­ρου­σί­α ποὺ λέ­νε, μιὰ δι­καί­ω­ση πὼς κά­νον­τας πρὸς τὰ δῶ «γιὰ κεῖ­νο τὸ πρά­μα», μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸ βρῆ­κα, ἀλ­λὰ πάν­τως κά­τι ἄ­φη­σα πί­σω μου.


[Πη­γή Μάριος Χάκκας,  Ὁ μπιν­τὲς καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Κέδρος, 1972) Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θὴ­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του:  Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Όσο η ιστορική αλήθεια δεν αποκαθίσταται, η Ιστορία θα μένει κολοβή.

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά.»
Και μαζί, ένα δάκρυ
[Νίκος Καββαδίας, από το ποίημά του Federico Garcia Lorka]

Η ενόχληση κάποιων για τη συμβολική κίνηση του νέου πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα να καταθέσει λουλούδια στο μνημείο των εκτελεσμένων, στην Καισαριανή, καταδεικνύει πως η χώρα εκτός από έλλειμμα Δημοκρατίας έχει και έλλειμμα στην ιστορική μνήμη. Με το να βρίσκονται στην εξουσία επί τόσες δεκαετίες οι πολιτικοί απόγονοι εκείνων που νίκησαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο, εντέχνως «στρογγυλεύθηκαν» οι θηρωδίες των ναζί και παρασιωπήθηκε η αληθινή φύση του φασισμού. Λογικό, καθώς στην πλειονότητά τους πριν στρατευθούν εναντίον των Αριστερών, είχαν συνεργαστεί με τους γερμανούς κατακτητές και τους δωσίλογους συνεργάτες τους.

Βεβαίως, το ζητούμενο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι, να ανοίξουν και πάλι οι πληγές του διχασμού, ο οποίος κόστισε διπλά στη χώρα. Η Αριστερά πλήρωσε με το αίμα της. Η πατρίδα όμως, στερήθηκε λόγω της διαμάχης πολλά, με κυριότερο την απουσία κάθε αξιοκρατίας, ακόμα και ανάμεσα στους νικητές. Επέπλευσαν οι «ελαφροί», αν με εννοείτε, όσοι ήταν σκληροί, δημαγωγοί και δημεγέρτες, όσοι φώναζαν και έκαναν πραξικοπήματα αντί εκείνων που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην ανοικοδόμηση. Εξ ου και το χάσμα δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Έτσι λοιπόν, η Εθνική Αντίσταση είναι σαν να μην υπήρξε. Γιατί; Επειδή η ραχοκοκαλιά της ήταν το ΕΑΜ. Οι συνεργάτες των κατακτητών μέσα από τους διαύλους που είχαν για να ελέγχουν και να χειραγωγούν τα πάντα (Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας, -ΕΙΡ-, εφημερίδες, σχολικά βιβλία, κυρίαρχη αφήγηση) επέβαλαν εγκληματική σιωπή στην θαυμαστή εξέγερση του ελληνικού λαού, ο οποίος, σε αντίθεση με τους ίδιους, δεν βολεύτηκε «κάτω απ’ τα ξένα βήματα». Μερικές αναφορές ακροθιγώς, δεν αποτελούν παρά την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Γενιές και γενιές σε αυτά τα εβδομήντα χρόνια μεγάλωσαν χωρίς να συνειδητοποιήσουν τα ναζιστικά εγκλήματα. Είναι και αυτός ένας λόγος για την άνοδο των ψήφων σε ακροδεξιά και φιλοναζιστικά κόμματα. Σαφώς όχι ο σημαντικότερος.

Αν τα βιβλία της σχολικής Ιστορίας ξαναγραφτούν, μεγάλο βάρος πρέπει να δοθεί στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Στην Καισαριανή, στο Χαϊδάρι, σε άλλους τόπους εκτελέσεων, δολοφονήθηκαν από τον κατακτητή και στους συνεργάτες του αθώοι άνθρωποι, που πάλεψαν για την ελευθερία της πατρίδας. Ανάμεσά τους, πολλοί αριστεροί, πολλοί κομμουνιστές. Οι πράξεις τους δεν ήταν αντεθνικές, το απολύτως αντίθετο. Όσο δεν το ξεκαθαρίζει αυτό η επίσημη πολιτεία όσο η ιστορική αλήθεια δεν αποκαθίσταται, η Ιστορία θα μένει κολοβή.


[ΠΗΓΗ: Αγγελική Κώττη, «Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν τον σωρό» - δημοσιεύτηκε στο Fractal, Η Γεωμετρία των ιδεών: http://fractalart.gr/ ]

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ζηνοβία Αντιδώρου, Η Προσδοκία Βρέθηκε Νεκρή Με Χαρακιές Στο Πρόσωπο

Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθμεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και που το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. [Βιοτεχνία Υαλικών Μένης Κουμανταρέας]




Πρωί θορυβώδικο και ασθενικό. Άφιξη σημαίνουσα το ίδιο βράδυ. Εκλεκτός καλεσμένος. Ποιός; Μακάρι να ‘ξερα. Ένα περαστικό καλοκαίρι ήταν αυτός ο επιβάτης μιας συγκεκριμένης αμαξοστοιχίας. Επιβιβάστηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου. Έκανε στάση στη Λάρισα. Έφτασε στην Αθήνα, όχι προτού περάσει από μπροστά μου χωρίς να μιλήσει, ενώ πάλευα να βολέψω τη βαλίτσα μου στο ψηλό ράφι. Χρειάστηκα πέντε περίπου ώρες, όσο και η διαδρομή Βόλος – Αθήνα, για να καταλάβω τι μου θύμιζε. Ήταν ωραίος σαν Έλληνας, και δεν ήξερε πολλούς τέτοιους.
 Ξαφνιάστηκε, όταν είδε δυο εικόνες τόσο αταίριαστες να εφάπτονται στο τζάμι του βαγονιού. Το τοπίο έτρεχε προς τα πίσω. Κι εκείνο το παιδάκι με τα πατομπούκαλα που έπαιζε στην αυλή με το μικρό της αδερφό θα έκανε την άφιξή του σήμερα το βράδυ στη βόρεια πρωτεύουσα της ευημερίας. Όχι πριν προλάβει να της περιγράψει στα πεταχτά μια ανάμνηση. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό ανεπανόρθωτα, είπε, και επίσης είπε: «εμείς αγαπήσαμε και το χώμα που πατάτε, κι εσείς δεν ξέρατε ούτε την ύπαρξή μας». Ακούστηκε κοροϊδευτικό –η ανάμνηση ήταν τουλάχιστον πιο χαριτωμένη. Ήταν, λέει, μια κοπέλα με ένα κόκκινο φόρεμα. Κάπως εφαρμοστό και κοντό. Φορούσε εσπαντρίγιες. Την είδε να περνάει έξω από το σχολείο του. Την ξέντυσε πολλές φορές. Τη φιλούσε ασταμάτητα. Τη χάϊδευε παντού, κάθε βράδυ που έκλεινε τα μάτια. Δεν τη χόρταινε –όλοι έχουνε δα την αγαπημένη τους φαντασίωση.
 Υπήρχαν κι άλλα ενδιάμεσα. Ιστορίες για κενταύρους, για λεκέδες σε μωβ φορέματα και για πίσω αυλές. Περαστικά καλοκαίρια και συναντήσεις φευγαλέες, ίσως ανούσιες. Εκείνο το θορυβώδικο πρωί, ετοιμάστηκα να τον υποδεχτώ. Δεν ήξερα αν θα με δει γυμνή ή όχι, αλλά ετοιμάστηκα καλού-κακού. Σα να ετοιμαζόμουν να κάνω ψυχικό. Εξαρτάται το αποτέλεσμα από χίλιους κι έναν παράγοντες. Από τη διάθεση. Την ανάγκη. Ή από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Το βράδυ τη βρήκε να ποδηλατεί ανάμεσα στις νιφάδες να τον παραλάβει. Άργησε. Το χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει. Δεν έμοιαζε διόλου με καλοκαίρι. Δεν είναι καλοκαίρι η ζωή, γιατί. Κι εγώ το μόνο που ήξερα ήταν πως είχε πάει τρεις η ώρα και αύριο δούλευα. Ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο τη στιγμή εκείνη. Λίγο έλειψε να σηκωθώ να φύγω. Γιατί ερχόταν; Τι στο διάολο με έπιασε να τον προσκαλέσω; Γιατί δεν είχα προσκαλέσει άλλους, όταν έπρεπε, να γιατί.
Τρεις μέρες ατελείωτες. Γεμάτες ποικίλες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Είχε γίνει πλέον αντιληπτό στην ομήγυρη πως δεν έβγαινε τίποτα από αυτή την επίσκεψη. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Πάνω που ήταν έτοιμη να αναπνεύσει ανακουφισμένη, γιατί το σιδερένιο βουητό τον απομάκρυνε από την κρύα αγκαλιά της, άρχισαν να πέφτουν δακρυγόνα στην πρωτεύουσα. Κάτι γιόρταζαν. Κάποιον που έφυγε. Άλλους που μάτωσαν. Το μίσος είχε συσσωρευτεί κι ήθελε να δει σκαλιά μαρμάρινα να λούζονται στο πιο πολύτιμο ανθρώπινο υγρό. Άγρια χαρά που ένιωθαν όλοι εκείνοι που έριχναν κλωτσιές σε μαλακές κοιλιές κοριτσιών με μακώ μπλουζάκια! Πόσα χρόνια σιγοψήθηκαν σε φοινικέλαιο και ψιλοκομμένη απόρριψη, τάχα. Πόσες αόρατες κλωτσιές να ‘χαν φάει ως τώρα οι ίδιοι για να εξηγήσουν τη μανία τους.
 Ο αγώνας να ημερέψει ο κόσμος δεν είχε τελειώσει. Η ζωή της πίσω στις λεωφόρους του χαλασμού έτρεχε στο φόντο. Κι αυτή που νόμιζε πως τα καλοκαίρια την όριζαν, τάχα. Όλα τα όμορφα αγόρια που αγαπούσαν το απλό και καθάριο, ένιωθαν δέος μπροστά στην αλλαγή των εποχών, διάβαζαν Επίκουρο και έκαναν σπονδή στον Διόνυσο χρειάζονταν να μεγαλώσουν λίγο ακόμα. Αν ήθελαν να την φτάσουν.

Τούρτα στο ποτάμι
Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του.
  Κάθε που τα χιόνια λιώνουν στα τριγύρω βουνά η κοίτη υγραίνεται, σαλεύει και αλαλιάζει ο τόπος. Τα πουλιά τιτιβίζουν πιο δυνατά, μυρίζει νερό και σάπια φύλλα. Αν βρέχει, ακόμη καλύτερα. Πλουτίζει το χαρμάνι που λίγα μέτρα πιο ‘κει καταλήγει στη θάλασσα. Όπως τώρα. Μας είχαν ενημερώσει από χτες τα δελτία των οχτώ για τις επικείμενες βροχοπτώσεις, από τις οποίες θα ήταν φρόνιμο να προφυλαχτεί κανείς κουρνιάζοντας. Δύσκολο κόλπο, ταχυδακτυλουργικό, να κρατήσεις την ομπρέλα με το ίδιο χέρι με το οποίο γράφεις μια ιστορία.
  Δεν πιάνει το μελάνι στο βρεγμένο χαρτί, διαλύεται, απλώνει επάνω στις ίνες. Ίσα που φαίνονται τα γράμματα, αχνά. Μ’αυτό το σκοτάδι δε μπορείς να ‘σαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Λες και τα στοιχεία της φύσης παλεύουν ν’ αφήσουν το ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματά μου στο σκοτάδι. Το μπικ και το σημειωματάριο δε λογίζονται ως αρκετά μαχητικά εργαλεία. Οι στάλες πάνω στην ανοιχτή ομπρέλα ηχούν μονότονα, ενοχλητικά, με αποσπούν από εκείνη την ορθογώνια τούρτα ενός κιλού που αγόρασα ένα φωτεινό μεσημέρι της προ-εφηβικής μου ηλικίας για να κατευνάσω θεούς και δαίμονες εντός μου.
  Δεν ήταν ζαβολιά κι ας φαίνεται• είχα πάρει άδεια, και οι άδειες δε δίνονταν έτσι αψήφιστα στο πατρικό μου. Συζητιόταν για μέρες, βδομάδες καμιά φορα, εξαρτάται από την έκταση, αλλά και το βάθος του εκάστοτε ζητήματος. Το συγκεκριμένο ήταν ομολογουμένως ήπιας σημασίας. Ξεκίνησε ως άκακο όνειρο, για να γίνει εμμονή. Το είδα μία, το είδα δύο, μέχρι που εκείνη η κοινότοπη εικόνα έγινε μοναδική μου λαχτάρα. Το είδωλό μου μέσα σε μια θολούρα, σα να έπαιζε σε κινηματογραφική κόπια που της είχε ξεθωριάσει το Τεκνικολόρ, να στέκεται αγέρωχα μπροστά σε μια τεράστια στρογγυλή τούρτα. Να παίρνει ένα κουτάλι της σούπας. Να ξεκινάει από τα κρεμώδη τελειώματα, φουσκωτές, καλοφτιαγμένες φωλιές από σαντιγί να θυσιάζονται στο διάβα του, να συνεχίζει απτόητο προς το παντεσπάνι, να μπερδικλώνεται στα γλασαρισμένα κερασάκια, να ορθώνεται ξανά και να προχωράει αμέριμνο προς τα σοκολατένια καγκελάκια, το ζαχαρωτό σπιτάκι κι ύστερα προς τη λίμνη από μπλε ζελέ. Η μοναχικότητα, η ιδιωτική ποιότητα της στιγμής ήταν το ένα και μοναδικό αληθινά ονειρικό στοιχείο• απομεινάρια από τούρτες γενεθλίων κοντινές στην εντυπωσιακή περιγραφή είχα φάει ουκ ολίγες φορές και δη με κουτάλι της σούπας, παρέα πάντα με τους λιλιπούτειους καλεσμένους των παιδικών πάρτυ μας και συνοδεία των τριών, που αργότερα έγιναν τέσσερα, αδερφών μου.
  Χρειάστηκε να γίνω εξαιρετικά περιγραφική για να την πείσω. Ήμουν επίσης αφοπλιστικά ειλικρινής: “Μαμά, με αφήνεις να αγοράσω μια τούρτα και να τη φάω όλη μόνη μου; Έχω δει πολλές φορές στον ύπνο μου να τρώω μια μεγάλη τούρτα, μια ολόκληρη τούρτα, μια τούρτα μόνο για μένα. Αχ, πόσο τη λιμπίζομαι αυτή την ολόδική μου τούρτα του ονείρου!” Για ψυχανάλυση τότε δεν πολυ-ήξερε η μαμά μου κι ήταν αρκούντως θρήσκα για να δεχτεί της επιρροές της λίμπιντο στον τρόπο που γυρίζει η γη, αλλά δε θα δεχόταν, ακόμη και να ‘ξερε, καμιά από τις παραδοχές της. Ούτε κι ελόγου μου έχω κατασταλάξει στο αν το όνειρο είχε σεξουαλικό υπόβαθρο, εκείνη την περιβόητη αχόρταγη φύση μου που κάποιος, κάποτε στηλίτευσε με μένος. Ίσως η γαργαντουική όρεξη να ήταν διάθεση να εγκολπώσω τα πάντα ως βασίλισσα αμοιβάδα, να αισθανθώ τον απόλυτο έλεγχο -έστω για όσο διαρκεί ένα όνειρο- μια αίσθηση που ήταν ανέφικτη μέσα σε ασφυκτικό κλοιό πολύτεκνης οικογένειας.
  Η τούρτα που ονειρευόμουν ήταν στρογγυλή και υπερφυσικά μεγάλη. Λευκή και άσπιλη σαν κύκνος. Η πραγματικότητα πάντα διαφέρει, κι έτσι, αγόρασα μια τούρτα ορθογώνια, γεύση σοκολάτα ή μάλλον μπλακ φόρεστ, γιατί οι υπόλοιπες διαθέσιμες προοριζόταν για καμιά δεκαριά άτομα και η μαμά δε με είχε χαρτζιλικώσει τόσο ασύνετα. Είχε ρωτήσει πρώτα τον εξομολόγο της, εν ολίγοις είχαμε στρέψει τα μάτια στους ουρανούς για φώτιση. Ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος επέτρεψε την πραγματοποίηση του ονείρου μου, μέσω του σεπτού λειτουργού του, ο οποίος βρήκε τη παιδική σκέψη μου ανούσια κουταμάρα δίχως κακές προεκτάσεις και θεώρησε άτοπο να μου μείνει απωθημένο.
  Με έγκριση Κυρίου να ριχτώ στο θανάσιμο αμάρτημα της λαιμαργίας το σχέδιο μπήκε σε ενεργό δράση. Η τούρτα τοποθετήθηκε με κινήσεις ιεροτελεστίας σε ένα γυαλιστερό μπορντώ χάρτινο κουτί που έγραφε επάνω “Ρόδον” και είχε ένα λευκό τριαντάφυλλο μπουμπούκι να κάθεται επάνω στο στριφογυριστό κοτσάνι του. Τα χέρια μου βοήθησαν στη συναλλαγή. Τα πόδια μου βγήκαν χοροπηδώντας από το ζαχαροπλαστείο -ήταν μεγάλη μέρα. Πήγα γραμμή στο ποδήλατο, φόρτωσα την πραμάτεια μου, την οποία κουβάλησα με όλη μου τη μαεστρία ευθεία, όλο ευθεία στη Ρήγα Φεραίου, μέχρι το ποτάμι.
  Είχα φροντίσει να κουβαλήσω στην τσέπη μου ένα ασημί κουταλάκι γλυκού που θα μου έκοβε λίγο τη φόρα και θα μου επέβαλλε τρόπους σαβουάρ-βιβρ στο απόμερο πικ-νικ μου. Βρήκα την πιο καλή κρυψώνα, κάπου ανάμεσα σε φουντωτά φυλλώματα που οι αχτίνες του ήλιου διαπερνούσαν μόνο για να χαράξουν φωτεινά τρίγωνα στο πεζούλι. Άνοιξα ευλαβικά το κουτί και άρχισα να τρώω με αποφασιστικότητα. Χωρίς να πεινάω. Ήταν ιεροτελεστία, μεταλαβιά, ξαλάφρωμα από το ταμπού της μοναχοφαγίας -καταραμένη και άκρως απαγορευμένη συνήθεια. Το παιδικό μου στομάχι στο τέλος δε χώρεσε όλη την κρέμα σοκολάτα με τα αμύγδαλα, το αφράτο παντεσπάνι και τα κερασάκια. Πήραμε όλοι μαζί το δρόμο του γυρισμού, το χαρτονένιο κουτί να έχει δανείσει λίγο από το βάρος του στην κοιλιακή μου χώρα.
  Στο σπίτι έκρυψα τον προσωπικό μου θησαυρό στο περβάζι του δωματίου μου, πίσω από την κουρτίνα, γιατί το όνειρο στην αυθεντική του εκτέλεση ορμήνευε να φάω τη λιχουδιά μόνη μου, όχι να τη μοιραστώ. Δε θυμάμαι τι έκανα αργότερα με όση περίσσεψε, ξέρω μόνο πως η εκπλήρωση του ονείρου δε με συγκίνησε ιδιαίτερα, ούτε με σημάδεψε ως μοναδική στιγμή απόλαυσης, όπως περίμενα.

  Ίσως ήταν η πρώτη φορά που μου φανερωνόταν με σαφήνεια ετούτη η οδυνηρή πραγματικότητα πως τα όνειρα είναι μάλλον καλύτερο να μένουν όνειρα• μόνο που δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή, χρειάστηκε μάλιστα να υποφέρω μπόλικες αποκαθηλώσεις για να το χωνέψω. Στο εξής αποφεύγω επιμελώς τις μεγάλες συνειδητοποιήσεις, γιατί χωνεύονται δυσκολότερα ακόμη κι από τις πιο μεγάλες τούρτες.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Μα τι να είναι αυτό που παραμένει πάντα αληθινό.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία χώρα μακρινή της Ανατολής, ζούσε ένας σοφός γερο-βασιλιάς. Το παλάτι του ήταν πελώριο, η αυλή του αξιοθαύμαστη και τα κατορθώματά του αμέτρητα. Ποτέ δε ζητούσε πολλά και περνούσε το χρόνο του με τη μία και την άλλη ασχολία. Ήταν πολύ μορφωμένος και είχε διαβάσει τα κείμενα και τις γραφές πολλών άλλων πολιτισμών και θρησκειών. Και παρόλο που είχε καταφέρει τόσα και οι άνθρωποί του τον σέβονταν βαθιά για τη σοφία του, ένιωθε πως κάτι έλειπε. Κι έτσι μια μέρα μάζεψε τους πιο έξυπνους συμβούλους του, όλους τους μεγάλους άντρες και σοφούς της χώρας, και τους ανέθεσε να βρουν αυτό που πάντοτε παραμένει αληθινό. Κάτι που θα παρέμενε αληθινό όταν είναι ευτυχισμένος ή λυπημένος, αληθινό την άνοιξη αλλά και το χειμώνα, αληθινό στις μεγάλες νίκες αλλά και στις μεγάλες ήττες.


Οι σοφοί φαίνονταν μπερδεμένοι, «μα τί να είναι αυτό που είναι πάντα αληθινό;» αναρωτιόντουσαν. Κι έτσι αναχώρησαν για τις άκρες του βασιλείου και προχώρησαν κι ακόμα παραπέρα, σε χώρες μακρινές, μήπως κι ανακαλύψουν την αλήθεια αυτή που τους ζήτησε ο βασιλιάς. Συμφώνησαν να επιστρέψουν στο βασίλειο ένα χρόνο μετά και να πουν στο βασιλιά τι ήταν αυτό που είχαν ανακαλύψει.

Εκτός από έναν. Αυτός παρέμεινε στο μικρό του αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους και συνέχισε να φροντίζει τον κήπο του. Οι χωρικοί και οι αυλικοί, κάθε φορά που τον προσπερνούσαν, έλεγαν «να ένας τεμπέλης σοφός, που δεν προσπάθησε ούτε καν να συνομιλήσει με τον παππά της διπλανής πόλης, κάθεται απλώς στον κήπο του και παρακολουθεί τα πουλιά και τα σύννεφα ή χαζεύει τα δέντρα. Σίγουρα ο βασιλιάς θα δυσαρεστηθεί πολύ μαζί του.» Κι έτσι κύλησε ένας χρόνος και ο σοφός γέρος παρακολούθησε την άνοιξη να δίνει τη θέση της στο καλοκαίρι κι εκείνο με τη σειρά του να παραχωρεί τη θέση του στο φθινόπωρο και είδε πως τα φυτά ξεραίνονταν για να ζωντανέψουν ξανά. Είδε πως τα πουλιά έρχονταν κι έφευγαν και πως πέθαιναν τα μεγάλα δέντρα, μόνο που όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, χάριζαν με το θάνατό τους τη ζωή σε πολλά έντομα και ένα σωρό άλλα πλάσματα.
Όταν πια είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος, όλοι οι σοφοί μαζεύτηκαν στην αυλή, έτοιμοι ν’ αφήσουν άναυδους τους ανθρώπους γύρω τους με όλα όσα είχαν μάθει. Είπαν παραμύθια και γρίφους από τόπους μακρινούς και κοντινούς, μιλούσαν με την αβρότητα και τη δεξιοτεχνία των καλλιεργημένων ανθρώπων, προκαλώντας τους γύρω τους να σκεφτούν μέχρι που το κεφάλι τους πόνεσε. Αλλά ο βασιλιάς εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιημένος. Στο τέλος, ο γερο-σοφός που γνωρίζουμε – εκείνος που κατοικούσε στο αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους – έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε στο βασιλιά: «Μεγαλειότατε, έχω δει αυτό που παραμένει πάντα αληθινό. Είναι αυτό που παραμένει αληθινό στην κήπο μου και στο δάσος.» Όλοι γέλασαν μαζί του, σκέφτηκαν «ηλίθιος γερο-ανόητος». «Είναι αυτό που παραμένει αληθινό είτε βρίσκεται στο βασίλειό σου, είτε στα πέρατα της ίδιας της Γης. Και είναι αυτό που παραμένει αληθινό και στην καρδιά μου.»
«Γιατί πράγμα μου μιλάς λοιπόν;», ρώτησε ο βασιλιάς. «Ποιά είναι αυτή η αλήθεια;»

Ο γέρος έγειρε το κεφάλι του και μίλησε απαλά, σαν τον αέρα που παρασέρνει τα τελευταία φθινοπωρινά φύλλα μέσα από τα παράθυρα, ρίχνοντάς τα στα μεγαλοπρεπή πατώματα του παλατιού. «Κι αυτό επίσης θα περάσει», είπε κι απομακρύνθηκε, επιστρέφοντας στο αγρόσπιτό του στην άκρη του δάσους.
Κι επιτέλους ο βασιλιάς φάνηκε να ικανοποιείται.


[ΠΗΓΗ: ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ παραμύθια και ιστορίες που μας αφηγείται η ζωή: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com/ ]

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

ΞΕΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΥ: μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία – ο άλυτος αλγόριθμος αναζήτησης της ευτυχίας

«Ο Σίσυφος-Ξένος διάκειται υπεροπτικά απέναντι στα ιστορικά ή θεολογικά διδάγματα που θέλουν οι Άλλοι να του μεταφέρουν, διότι του είναι Ακατανόητα εν συγκρίσει με το απλούστατο φαινόμενο της ζωής. Ο Σίσυφος, όπως και όλοι οι χαρακτήρες που έπλασε ο Καμύ, δεν μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό του ότι είναι αδέξιος ή ότι απευθύνει ανόητες εκκλήσεις προς τον κόσμο που τον περιπτύσσει.  Οι ερωτήσεις του, αντιθέτως είναι εύστοχες, πλην όμως δεν πρόκειται να τύχουν αποκρίσεως, εφόσον το ασαφές σύμπαν, όπου αυτές απευθύνονται, είναι Παράλογο και Αδιάφορο». Η σημαντική αυτή παρατήρηση του Αλέξη Ζήρα στο δοκίμιό του για τον Καμύ «Μαθητεία στο Παράλογο», αποκτά άλλη βαρύτητα, νοηματοδοτείται εκ νέου, εάν κάνουμε την εξής μετατόπιση: είναι παρά-λογο το σύμπαν, διότι ο Λόγος των προσώπων του Καμύ, η θέαση του κόσμου, η οπτική τους πάνω στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, είναι διαφορετικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μέσον όρο. Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει παρα-λογισμός και α-λογία.  Υπάρχουν πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και διαφορετικές οδούς προσέγγισης. Παράλογος είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει αυτήν την διαφορετικότητα και να την αποδεχθεί ως υπαρκτή, αναμενόμενη και φυσιολογική. Παράλογο είναι το μονοδιάστατο σύμπαν που διαμορφώνουν οι βεβαιότητες της μιας αλήθειας, του ενός και μόνου Λόγου… Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας. [Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού»]


Πού έγκειται όμως αυτή η διαφορετικότητα των ηρώων του Καμύ και πώς καταφέρνει ο ίδιος να την εντοπίσει, να την καταγράψει, να την αναπλάσει και να την διαχειριστεί; Ας δούμε την περίπτωση του Ξένου.
Ο Α. Καμύ ολοκληρώνει τον Ξένο τον Μάιο του 1940 και τον εκδίδει το 1942. Έναν χρόνο μετά, το 1943, ο Leo Kanner θα δημοσιεύσει μια έρευνα για τον «πρώιμο βρεφικό αυτισμό» και δύο χρόνια αργότερα, το 1944, ο Hans Asperger θα δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του πάνω σε μια ομάδα παιδιών που παρουσίαζαν μια μορφή αναπτυξιακής διαταραχής, μιλώντας για «αυτιστική ψυχοπάθεια». Σαράντα σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1981, η Lorna Wing θα μιλήσει για σύνδρομο Asperger περιγράφοντας μια ομάδα παιδιών και ενηλίκων με παράξενες κοινωνικές, γλωσσικές και γνωσιακές δεξιότητες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου, ο όρος χρησιμοποιείται από τους ειδικούς, όταν αναφέρονται σε διαταραχές του φάσματος του αυτισμού που παρατηρούνται σε άτομα ικανά νοητικά, με ευχέρεια λόγου (Βάγια Παπαγεωργίου 2005). Σήμερα, αρκετοί άνθρωποι, λίγο ή πολύ, έχουμε ακούσει για αυτήν τη νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από σοβαρή απόκλιση στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση και στην επικοινωνία (Klin κ.α.2000). Πρόκειται για μια αυτιστική διαταραχή, όπως έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε αυτό που παρεκκλίνει από τον μέσο όρο του “νευροτυπικού', του φυσιολογικού ανθρώπου. Από την άλλη μεριά, για τον Αυτισμό έχουμε ακούσει όλοι. Πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε εμείς ως φυσιολογικοί τον διαφορετικό κόσμο του αυτισμού; Πόσο ο δικός μας κόσμος αποτελεί τον κανόνα, πόσο μετουσιώνει τους νόμους της λογικής και πόσο ο κόσμος ενός Άλλου που αντιλαμβάνεται διαφορετικά τις ανθρώπινες σχέσεις και που η επικοινωνία έχει γι’ αυτόν τους δικούς της κανόνες, είναι παράλογος; Εάν η πλειοψηφία των ανθρώπων είχε τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής, τότε ο θεωρούμενος φυσιολογικός, ο μέσος, ο νευροτυπικός  άνθρωπος, θα ήταν ο διαταραγμένος. Εκείνος εν τέλει θα ήταν ο Ξένος.
Ο Καμύ, παρόλο που υποθέτουμε πως δεν γνώριζε τίποτε για τον αυτισμό και πολύ περισσότερο ήταν εντελώς αδύνατον να γνωρίζει οτιδήποτε για το σύνδρομο Asperger, ωστόσο ψυχογραφώντας την προσωπικότητα του Ξένου, κάνει την πρώτη σκιαγράφηση του πνευματικού και συναισθηματικού κόσμου του Αυτιστικού ανθρώπου, ιδιαίτερα αυτού που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος, γιατί διαθέτει δημιουργικό λόγο και υψηλό νοητικό οπλισμό. Όπως
έχει σημειώσει και ο ψυχίατρος Christopher Badcock, ειδικός σε θέματα αυτισμού και ψυχώσεων, στο περιοδικό Psychology today (2010):
At the very time that Asperger and Kanner were first independently describing autism during the early 1940s, Albert Camus published his most famous novel, The Outsider (L’ Étranger). Although Camus knew nothing of autism, the book is a striking depiction of a high-functioning autistic.
Πού, όμως, μπορεί πραγματικά μια τέτοια διαπίστωση να στηριχθεί; Πόσο τεκμηριωμένη επιστημονικά, πόσο δικαιολογημένη ιστορικά και προ πάντων κατά πόσο δικαιωμένη λογοτεχνικά ενδέχεται να είναι; Ξεκινώντας με το πρώτο: σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα για τον έλεγχο των διαταραχών ανάπτυξης DSM-IV (APA 1994), για να τεθεί η διάγνωση του Αυτισμού σε έναν άνθρωπο, είτε παιδί είτε ενήλικα, θα πρέπει να υπάρχουν, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τουλάχιστον έξι από τα παρακάτω «συμπτώματα» (με τον περιορισμό να υπάρχουν δύο τουλάχιστον από τον πρώτο τομέα και τουλάχιστον από ένα στους άλλους δύο τομείς):
1. Ποιοτική έκπτωση στην κοινωνική συναλλαγή, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα: α. έκδηλη έκπτωση στη χρήση εξωλεκτικών συμπεριφορών, όπως το κοινωνικό χαμόγελο, η βλεμματική επαφή, η έκφραση του προσώπου και οι χειρονομίες για την ρύθμιση της κοινωνικής συναλλαγής, β.αποτυχία στην ανάπτυξη ανάλογων με το αναπτυξιακό επίπεδο σχέσεων με τους συνομηλίκους, γ. έλλειψη αυθόρμητης επιδίωξης συμμετοχής σε απολαύσεις, ενδιαφέροντα ή επιτεύγματα με άλλους ανθρώπους, δ. έλλειψη κοινωνικής ή συγκινησιακής αμοιβαιότητας.
2. Ποιοτική έκπτωση στην επικοινωνία, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: Α. καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλούμενης γλώσσας, ή σε άτομα με επαρκή ομιλία: α. έκπτωση της ικανότητας να αρχίσουν ή να συνεχίσουν μια συζήτηση με άλλους, β. χρήση ιδιοσυγκρασιακής γλώσσας, Β. έλλειψη ποικίλλοντος αυθόρμητου παιχνιδιού με παίξιμο ρόλων ή κοινωνική μίμηση.
3. Περιορισμένα, επαναληπτικά και στερεότυπα πρότυπα συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων, όπως εκδηλώνονται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: α. ενασχόληση με περιορισμένα και στερεότυπα πρότυπα ενδιαφέροντος, η οποία είναι μη φυσιολογική είτε σε ένταση είτε σε εστίαση, β. εμμονή σε ειδικές μη λειτουργικές συνήθειες ή “τελετουργίες', στερεότυποι και επαναληπτικοί κινητικοί μανιερισμοί, γ. επίμονη ενασχόληση με τμήματα αντικειμένων ή δευτερεύουσες λεπτομέρειες. (Ε.Κακούρος- Κ.Μανιαδάκη 2002)
Τι σημαίνουν όμως οι όροι: έκπτωση, ποιότητα, έλλειψη, στερεότυπο, φυσιολογικό, πρότυπο, περιορισμένο; Με ποιον τρόπο ορίζονται, σταθμίζονται και μετριούνται; Αν θελήσουμε να διαγράψουμε από την μνήμη μας ό, τι μάς έμαθε η συμβίωσή μας με άτομα που σκέπτονται, αισθάνονται και επικοινωνούν με έναν συγκεκριμένο  τρόπο, ο οποίος επικράτησε, γιατί βολεύει ή ταιριάζει ίσως στους πιο πολλούς, θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όπως φαίνονται εξ αρχής.
Παρολαυτά, ακόμη και μ’ αυτήν την “άκαμπτη' ή και αμφιλεγόμενη, στον βαθμό που είναι αρκετά υποκειμενική, αξιολόγηση, ο  Μερσώ, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του Καμύ στον Ξένο, συγκεντρώνει με βεβαιότητα τα εξής χαρακτηριστικά:
1.α.,1.δ.,(σε μεγαλύτερο βαθμό), 1.β.,1.γ.(σε μικρότερο)
2.Α.(σε άτομα με επαρκή ομιλία): α
3.α.και 3.γ(εν μέρει)
Αλλά εάν κάποιος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με σκεπτικισμό τη βεβαιότητα μιας διαπίστωσης, όπως η παραπάνω, πολύ δύσκολα θα αμφισβητούσε την ύπαρξη αρκετών χαρακτηριστικών, από όσα αναφέρουν οι σύγχρονοι ερευνητές για το σύνδρομο Asperger ή, κατά άλλους για τον αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας, στον Μερσώ, διαβάζοντας προσεκτικά τον Ξένο, μέσα βεβαίως από ένα τέτοιο πρίσμα.
[…] [Aπόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο]

5. Μόνωση και συνύπαρξη: κατανοώντας τον Άλλον
Να είμαστε ευχαριστημένοι ως άνθρωποι που κατέρρευσε η μακρόχρονη εξαπάτησή μας και είδαμε αυτό που μάς απειλεί. Να είμαστε ευχαριστημένοι ως καλλιτέχνες που απαλλαγήκαμε από την νάρκη και την κουφότητα… ενώπιον της αθλιότητας, των φυλακών, του αίματος (Αλμπέρ Καμύ)
Αντί επιλόγου
Ένας κόσμος που μπορούμε να τον εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν Ξένος. Σ’ αυτήν την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσπαση του ανθρώπου από την ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παραλόγου. (Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σισύφου)[95]

Ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι δεν ανήκει πουθενά, σαν να προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, όπου όλα είναι απλά, εξηγήσιμα, κυριολεκτικά, όπου όλοι λένε ακριβώς ό, τι σκέπτονται χωρίς τα φίλτρα του κοινωνικού συναισθήματος, όπου η σκέψη για την σκέψη είναι πολύ πιο εύκολη από την σκέψη για την δράση, όπου ο χρόνος έχει τους δικούς του εσωτερικούς ρυθμούς, όπου οι άνθρωποι μιλούν μόνο όταν είναι ανάγκη ή μιλούν μόνο για ό, τι πραγματικά επιθυμούν… και ξαφνικά διαπιστώνει πως βρίσκεται ανάμεσα σε όντα που δεν ενοχλούνται από τους δυνατούς θορύβους, τα έντονα χρώματα και το φως, τα οποία μάλιστα πολλές φορές τα θεωρούν και ως μέρος της ψυχαγωγίας τους, που «άλλα λένε και άλλα εννοούν»· που οι λέξεις τους ως κύριο μέσο επικοινωνίας, αλλάζουν σημασίες ανάλογα με τον επιτονισμό και την χροιά της φωνής τους, το βλέμμα ή την έκφραση του προσώπου, τις χειρονομίες και την στάση του σώματος· που η επικοινωνία τους καθορίζεται από το πού βρίσκονται, ποιος είναι ο σκοπός, το μέσον, ο αποδέκτης του μηνύματος, που θα πρέπει να καθορίζουν το ύφος του επικοινωνιακού τους οργάνου από τις κάθε φορά περιστάσεις. Ένας κόσμος τόσο πολύπλοκος, για να ειπωθεί ακόμα και το πιο απλό πράγμα… Πού βρίσκεται ο πολιτισμός από τον οποίο προήλθε; Τι μέλλον έχει σ’ έναν κόσμο τόσο διαφορετικό, που τους κανόνες του δεν μπορεί να κατανοήσει, πόσο μάλλον να αφομοιώσει, που τον αισθάνεται παράλογο κι εκείνος τον αντιμετωπίζει ως Ξένο; Η απάντηση, όπως και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί μέσα από την γνώση, την συνειδητότητα, την ανατοποθέτηση του Εγώ και του Άλλου.

Από την άλλη πλευρά, δεν θα πάψουμε να αναρωτιόμαστε, αλλά και να θαυμάζουμε το πώς κατάφερε ο Καμύ να αποτυπώσει με τέτοιαν ακρίβεια αυτόν τον επιφανειακά απλό αλλά κατά βάθος τόσο πολύπλοκο ψυχισμό, χωρίς να μπορεί βέβαια να γνωρίζει τις έρευνες που θα γίνονταν στον τομέα αυτόν από την επιστήμη της Ψυχιατρικής τα 70 χρόνια που ακολούθησαν την πρώτη έκδοση του Ξένου. Αλλά η απάντηση σε μιαν τέτοιαν αναρώτηση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Είτε αποδώσουμε το παραπάνω γεγονός στην διορατική παρατηρητικότητά του, είτε σε εσωτερικά του στοιχεία είτε σε χαρακτηριστικά ανθρώπων του άμεσου περιβάλλοντός του είτε απλά και μόνο στην αφηγηματική του ιδιοφυία, τίποτε κατ’ ουσίαν δεν αλλάζει. Ο Καμύ έχει δημιουργήσει έναν (αντι)ήρωα-σύμβολο του ανθρώπου που καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες, ενός που είναι Ξένος στην κοινωνία όπου ζει:
Ο ήρωας του βιβλίου καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες. Με την έννοια αυτή είναι ξένος στην κοινωνία που ζει. Ζει στο περιθώριο, στα περίχωρα της ιδιωτικής, μοναχικής αισθησιακής ζωής. (Αλμπέρ Καμύ, Πρόλογος στην αγγλική έκδοση του Ξένου)

Ο «απροσάρμοστος» στις συλλογικές συμβάσεις κινεί στην πρώτη ευκαιρία τους διωκτικούς μηχανισμούς της κοινωνίας, η οποία εφαρμόζει μιαν εξοντωτική στρατηγική έναντί του, που εξυπηρετεί, σύμφωνα με τα πρωτογονικά ακόμη, στο στοχαστικό τους πυρήνα, ένστικτά της, την αυτοπροστασία της. Όποιος δεν εφαρμόζει τον Κανόνα εξοντώνεται: ας  παραδειγματιστούν όσοι υποψιάζονται πως η θεσμική αυτή λογική, κάπου χωλαίνει.
Η πεποίθηση του Γάλλου συγγραφέα ότι το άτομο είναι αθώο μπροστά στην πολυπλοκότητα και το παράδοξο του κόσμου, τον οδηγεί στη σκέψη ότι η μοναδική διέξοδος από την εμπλοκή βρίσκεται στο γεγονός της εξέγερσης… Η εξέγερση για τον Καμύ ισοδυναμεί με κατάφαση στο γεγονός της ζωής. Παραπαίοντας, στερημένος καθ’ ολοκληρίαν από την δυνατότητα αναγωγής σε σταθερές αξίες, ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί κάποιο λόγο συνύπαρξης με τον κόσμο… Οι ελάχιστα ήρωες των έργων του Καμύ ουδέποτε διαθέσιμοι σε περιπέτειες που έχουν ως αυτοσκοπό την δράση αναζητούν απλώς την δικαίωση της καθημερινής τους ζωής. (Αλέξης Ζήρας, “Μαθητεία στο Παράλογο)

Πόσο δραστικότερα προβάλλουν τα παραπάνω, εάν τα θεωρήσουμε μέσα από την ματιά του ανθρώπου που, αθώος από την συμβατικότητα της κοινωνικότητας, από το ειθισμένο της συνύπαρξης, αναζητά το λελογισμένο, το αποδεκτό, το κατανοητό, που γι’ αυτόν η εξέγερση συνιστά την κατάφαση στο δικαίωμα τού να είναι κανείς διαφορετικός. Γι’ αυτό και για τον Καμύ η επανάσταση γίνεται αποδεκτή, όσο διαρκεί ως πράξη εναντίωσης του ατόμου στο συλλογικά καθιερωμένο και αποδεκτό. Όταν αυτή δημιουργεί μιαν καινούργια νόρμα, όπου η ατομικότητα καλείται να καθυποταχθεί στις επιταγές ενός νέου μαζικού κανόνα, παύει να αποτελεί εξέγερση. Το διαφορετικό άτομο εξακολουθεί να παραμένει ένας παρίας.
Αξίζει στο σημείο αυτό να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο πώς αντέδρασαν διαβάζοντας τα χειρόγραφα του νέου τότε συγγραφέα, προτού εκδοθούν από τον οίκο Γκαλιμάρ, σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, για να μπορέσουμε να σταθμίσουμε την επίδραση που άσκησε το έργο του.

Ο δάσκαλός του στο λύκειο του Αλγερίου, και αργότερα στη Φιλοσοφική Σχολή, Ζαν Γκρενιέ, (για τον οποίο ο ίδιος ο Καμύ είχε αναρωτηθεί: «θα ξέρω άραγε ποτέ πόσα πολλά τού οφείλω;»), θα πει: “Διάβασα τα χειρόγραφά σου. Ο Ξένος πολύ πετυχημένος- ιδίως το δεύτερο μέρος παρά την επιρροή του Κάφκα που κάπως με ενοχλεί. Οι σελίδες που αναφέρονται στην φυλακή είναι ανεπανάληπτες…  Ο Ζαν Πωλάν (1884 - 1968), λογοτεχνικός κριτικός, συγγραφέας και διευθυντής επί τριακονταετία της λογοτεχνικής επιθεώρησης La Nouvelle Revue Francaise, θα πει: «Στ’ αλήθεια ο Ξένος είναι καταραμένα καλός», προσθέτοντας όταν έγραφε στον ίδιο τον Καμύ, «Θεωρώ τον Ξένο πολύ μεγάλο έργο. Άλλοτε μού θυμίζει τον Κάφκα και άλλοτε τον Ευγένιο Συ, πράγμα που είναι σημάδι του διαφορετικού, όλων αυτών που επιτυγχάνει με την πιο παράξενη ενότητα.»

Ο Ρεμόν Κενώ (υπερρεαλιστής ποιητής, μέλος Επιτροπής Ανάγνωσης και επιμελητής του εκδοτικού οίκου Γκαλιμάρ) ο οποίος έκανε την διόρθωση των πρώτων τυπογραφικών δοκιμίων του Ξένου, θα γράψει σε μια επιστολή του προς τον  Καμύ: «Επιτρέψτε μου να σάς εκφράσω την συμπάθεια και την εκτίμηση που νιώθω για το έργο σας: είναι πολύ μεγάλη».
Ο Αντρέ Μαλρώ με εξαιρετική οξυδέρκεια θα παρατηρήσει για το μυθιστόρημα αυτού του νέου συγγραφέα: «Μόλις τελείωσα τα χειρόγραφα του Καμύ… Όσον αφορά τον Ξένο, πρόκειται εμφανώς για κάτι το σημαντικό. Η δύναμη και η απλότητα των μέσων που τελικά αναγκάζουν τον αναγνώστη να δεχτεί την άποψη του ήρωα αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο βαθμό που η τύχη του βιβλίου εξαρτάται από το κατά πόσον τούτος ο χαρακτήρας είναι πειστικός ή όχι. Κι αυτό που έχει να πει ο Καμύ πείθοντάς μας παράλληλα δεν είναι αμελητέο.» Θα γράψει στον ίδιο: «Αυτό που έχει σημασία είναι πως και με τα δύο βιβλία (τον Ξένο και τον Μύθο του Σίσυφου) συγκαταλέγεστε μεταξύ των συγγραφέων που υπάρχουν, έχουν φωνή και σύντομα θα έχουν αναγνώστες και παρουσία. Δεν είναι και τόσο πολλοί… Κάνετε ένα είδος ηθικής αλληγορίας για το παράλογο. Δεν έχετε παρά να ασχοληθείτε και με την ψυχολογία».

Ο Αλμπέρ Καμύ θα ζήσει μια πολύ έντονη ζωή σε μια εποχή κρίσεων, ανακατατάξεων και αντιπαραθέσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας. Θα γίνει μέλος του Αντιφασιστικού Κινήματος το 1933, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλγερίου το 1934, του Αντιστασιακού Δικτύου “Μάχη' το 1942 αλλά και της Unesco, οργανώσεις από τις οποίες και θα αποχωρήσει για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Θα αρθρογραφήσει σε πολλές εφημερίδες της Γαλλίας και του Αλγερίου, θα γράψει άλλα δύο εμβληματικά μυθιστορήματα: Η πανούκλα το  1947 και Η πτώση το 1956. Θα βραβευθεί από την Σουηδική Ακαδημία το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ. Θα σχετισθεί, θα συνεργασθεί αλλά και θα αντιπαρατεθεί με μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, όπως ο Αντρέ Μαλρώ, ο Λουί Αραγκόν, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Θα ασχοληθεί παθιασμένα με το θέατρο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, επικεφαλής θιάσου, συγγραφέας. Θα διασκευάσει και θα σκηνοθετήσει έργα, όπως το Ρέκβιεμ για μια Καλόγρια του Φώκνερ(1956), Ο Ιππότης του Ολμέντο του Λόπε ντε Βέγκα(1957), οι Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι (1959). Θα γράψει σημαντικά φιλοσοφικά, πολιτικά και κριτικά δοκίμια, όπως τα Επίκαιρα Ι,ΙΙ,ΙΙΙ και ο Επαναστατημένος Άνθρωπος. Και αφού δώσει μια πολύχρονη νικηφόρα μάχη με την φυματίωση, θα σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μαζί με τον Μισέλ Γκαλιμάρ το 1960 στη Γαλλία. Το ημιτελές χειρόγραφό του Ο Πρώτος Άνθρωπος που θα βρεθεί στην τσάντα του στο χώρο του ατυχήματος, θα εκδοθεί το 1994 από τον οίκο Γκαλιμάρ.
Με το οριακό του έργο αναμφισβήτητα σφράγισε την πορεία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας υιοθετώντας μιαν ιδιαίτερη και παράδοξη για τους περισσότερους αφηγηματική οπτική. Με την πρωτοτυπία και τον ριζοσπαστισμό της σκέψης του καθόρισε την εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, θέτοντας με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο τον αυτοκαθορισμό του Εγώ μέσα από τον Άλλον, την έννοια και τις διαστάσεις της εξέγερσης.

Ως εκ τούτου οι ελάχιστα ήρωες του Καμύ διεκδικούν στο όνομα όλων μας, αλλά για τον καθένα χωριστά, αυτό που δεν κατάφεραν οι συλλογικότητες μέχρι στιγμής να επιτύχουν: τον σεβασμό στο μοναδικό πρόσωπο, την ατομική ιδιοσυγκρασία, το δικαίωμα να αισθάνεται, να σκέπτεται και να δρα κανείς με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, σε μια κοινωνία που θα αποδέχεται το διαφορετικό όχι ως δικαίωμα, αλλά ως αναγκαστικό, ως μόνο τρόπο ολοκλήρωσης του Εαυτού. Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας.
`


[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού», εκδ. .poema…, 2014 - Άννα Αφεντουλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο ασχολήθηκε με την ποίηση του Α. Εμπειρίκου και τη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία. Ζει στην Πρέβεζα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η ποιητική της συλλογήΕλλείπον Σημείο (2010) ήταν στη μικρή λίστα υποψήφιων βιβλίων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περ. «διαβάζω». Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος Θεσσαλονίκη 2012 (Ιανός) καθώς και στην ανθολογία The Red Thread, Contemporary tales from Athens to Essex (AutoPrint, Essex 2013). Πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι η ποιητική συλλογή Ιστορίες εικονικής ισορροπίας(Εκδόσεις Γαβριηλίδης) ]