Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Φούκης Χρήστος, Θα γεμίσει η πόλη γρίφους που έγραψαν ιστορίες άγριες

Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ξεκίνησαν όλα αλλά κατάλαβα από πρώτο χέρι πότε ετοιμάζεται να χιμήξει στου σταυρωμένου το κουφάρι. Είναι κάτι τέτοιες μέρες που δεν έχει τον Χριστό του και δυσκολεύομαι να συνηθίσω τις αλλόκοτες ευγένειες και τα βραδινά μηνύματα με το αστέρι. Το αστέρι στη διαπασών. The party is here.

Προσπάθησα πρωτίστως να σκοτώσω την ώρα μου. Κι ύστερα τον εαυτό μου. Οι αυτοκτονικές τάσεις είναι της μόδας πια και οι λέξεις δεν παίρνουν μπρος αν δεν τις ποτίσεις με τάλιρο γλυκό από εκδότη τσέπη. Έτσι είναι. Στην κεφαλιά από το ύψος της μικρής περιοχής δείχνεις τα αντανακλαστικά σου και ανεβάζεις την αξία σου στο γκομενικό χρημακαθαριστήριο. Ξέπλυμα μαύρου παρελθόντος. Το παρελθόν αν δεν το προσέξεις βγάζει αίμα και στο τέλος δεν χωράει στα μάτια. Τα καλύτερα μάτια τα έχεις μέσα κι όταν φανερωθούν οι καθρέφτες γύρνα τους ανάποδα. Τα έχουν ξεγελάσει τα μάτια. Δεν υπάρχουν μάτια πια. Τίποτα δεν υπάρχει. Να το θυμάσαι το τίποτα. Να τσακώνεσαι με τον νεκρό που δεν τον νοιάζει αν θα πεθάνεις. Να φτάσεις σε σημείο να ζωγραφίσεις. Με το χέρι στο ξύλο που πότισε αδικία να σκαρφιστείς την επόμενη νύχτα. Να φυλάγεσαι από τον φονιά με την πένα και το δαχτυλίδι. Να προσέχεις την ώρα που θα ξεκινήσεις σαν ξεκίνησαν οι πάντες να πίνουν με το ζόρι και να βλαστημήσεις τη στιγμή που έσβησες το τσιγάρο έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού της. Μπορεί και να φανείς τυχερός τέτοιες μέρες. Το αστέρι εκεί. Στη διαπασών. Συνεχίζει να ρίχνει αστέρια και ευχές για να διαλύσει την επόμενη χρονιά. Θα γεμίσει η πόλη γρίφους που έγραψαν ιστορίες άγριες. Η πόλη θα γίνει πιο άγρια. Έλα πιο κοντά. Θα βήχω για να ξυπνάς. Έχουμε δικιά μας ιστορία να γράψουμε. Και θα αρχίσει κάπως έτσι. Απ’ το τέλος. Με μια φυσαρμόνικα. Με τα καλοσχηματισμένα στήθη σου να με ξεγυμνώνουν και με κάστανα να με ζεσταίνουν. Με ελάφια να ελευθερώνονται κάθε που κάνεις να με φιλήσεις και να σκοτώνονται κάθε φορά που αστοχείς. Με τους γρίφους άλυτους. Να μην μετανιώνεις για αυτό. Και να μην μετανιώνω για τίποτα. Με τα καρφιά στο ξύλο. Με το σχοινί. Με όμορφα άνθη που κρύβουν όμορφα αγκάθια. Με όμορφα αγκάθια που καίνε άσχημα άνθη. Τα άνθη κόβουν και τα ξυράφια μυρίζουν θάνατο τέτοιες μέρες. Αλλά σου αρέσει. Με τα γούστα μας να μη συμφωνούν ποτέ σ’ αυτή την ιστορία. Με το κρασί να συμφωνεί σε ό,τι λέμε. Με τον δρόμο που ξεκινάνε όλα. Με την κάμαρη που καταλήγουν. Με το πρωινό ξύπνημα και το φευγιό. Με μια κατάρα που την τύπωσαν σε ευχετήριες κάρτες και με το ταχυδρομείο να έχει γεμίσει από δαύτες. Με όλα αυτά που έγιναν δικά μας μοναχά για ένα καπρίτσιο και δεν λένε να ξεχαστούν. Χωρίς αυτά. Με εσένα να μου ζητάς τα πάντα. Με τον έρωτα μας να μην ξεφτίζει. Με την επιστροφή. Με την επιστροφή. Με την επιστροφή. Με τον γνώριμο χειμώνα να επιστρέφει. Με τις γιορτές του και τα πανηγύρια του. Με το κλείσιμο στο σπίτι. Πάντα λίγες μέρες μετά από αυτές τις μέρες γερνάω κατά ένα χρόνο. Πόση αηδία αντέχει μια εποχή και πόση γκρίνια. Με το κόλπο να μην πιάνει. Με τις ευχές να μην πιάνουν. Αλλά με το αστέρι εκεί. Στη διαπασών.

Μια φορά κι έναν καιρό... έσβησε

Ξεχνάς πώς γράφεις
καθώς με το πιστόλι στο κρόταφο
δεν έχει νόημα
ο άσος στο μανίκι
Να καλοπιάσεις τη σφαίρα
με λόγια τρυφερά
και να φυσήξεις το σκουπιδάκι
που χώθηκε στην κάνη
σαν της γυναίκας
τη ζωή που έδωσες στο πιάτο
και σαν αχάριστο σκυλί
το χέρι που το ταΐζει
αρχίζει να ξερογλείφει
και το κατασπαράζει

Δεν βγάζει νόημα



[ΠΗΓΗ: Χρήστος Φούκης, Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ξεκίνησαν όλα – αναρτήθηκε στο ΠΑΡΑΘΥΡΟ, περιοδικό ποίησης κι άλλων αμαρτημάτων: http://toparathyro.com/ ]

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Μάριος Χάκκας, Ν’ αγναντεύω τους φίλους, ποιοι στέκουν ακόμα, πόσοι έχουν κουράγιο να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο

Έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά κι αυτό διαρκεί για καιρό, μήνες σε οργασμό… Ιστορίες κουβαριάζονται μέσα μου, αρπάζω το νήμα κι αρχίζω να ξετυλίγω. «Αυτός είσαι» σκέφτομαι, «η μικρή ξεχασμένη ρεματιά που επιχειρεί να υπάρξει, ευκάλυπτος μ’ ένα ελάχιστο φύλλωμα να ριγεί στον αέρα, κληματαριά που προσπαθεί να στηρίξει κάπου τα φύλλα της»

 [ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ, είναι μια σειρά συγκλονιστικών αφηγημάτων με καθαρά προσωπική γραφή και με τη διάσταση της εμπειρίας από την αρρώστια και τον επικείμενο θάνατο. Στο στερνό αυτό έργο του ο Μάριος Χάκκας αποσπώντας από το θάνατο κομμάτι κομμάτι τις μέρες και τις ώρες του, καταγράφει απελπισμένος αυτή τη βαθμιαία και φρικιαστική αποκόλληση από τη ζωή: αισθήσεις, παραισθήσεις, αναμνήσεις, απολογισμούς, παραλογισμούς και οράματα.Πάντα εν βρασμώ ψυχής με σαρκαστική και σατιρική διάθεση, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται και αυτοβιογραφούμενος καταγράφει τα ιλαροτραγικά τεκταινόμενα της μικροαστικής νεοελληνικής πραγματικότητας]

ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ (Διηγήματα – εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ) 1970
Τα γραπτά μου μικρά σαν κουτσουλιές, στη δεύτερη το πολύ στην Τρίτη σελίδα, εξαντλούνται, κι έπειτα μάταια προσπαθώ να τα τεντώσω, δεν έρχονται οι φράσεις και τα νοήματα γατάκια πεταμένα σε σκουπιδότοπο. Οπότε τους βάζω ένα όποιο τέλος και πάω γι’ αλλού. Άλλες ιστορίες κουβαριάζονται μέσα μου, αρπάζω το νήμα κι αρχίζω να ξετυλίγω, ώσπου πάλι κόβεται. Ίσως να τραβάω απότομα. Τ’ αφήνω έτσι όπως βγαίνουν, αποσπάσματα μιας τεμαχισμένης ψυχής, με αποτέλεσμα να μην μπορώ μέχρι σήμερα να γράψω ένα μεγάλο κομμάτι, κάτι σαν χρονικό.
Βρισκόμουνα τον Αη-Γιώργη τον Κουταλά, ένα μικρό μετόχι χαμένο ανάμεσα Καισαριανής και Καρέα. Αν με ρωτούσε κανένας γιατί άρχισα να γράφω ένα μεγάλο κομμάτι σ’ αυτό το σημείο της γης, φυσικά δεν θα ’ξερα τι να απαντήσω. Ας πούμε πως ήταν κάτι σαν αποκάλυψη. Όσο απότομα και να τραβούσα, ήταν δεμένα με συρματόσχοινο, έβγαιναν στην επιφάνεια άνετα, ταίριαζαν μεταξύ τους οι φράσεις, στοιχίζονταν και προχωρούσαν.


Από δω πάνω έχω μια τέτοια οπτική γωνία της ζωής, που έρχονται και με κατακλύζουν φράσεις πανέτοιμες, νοήματα αστραφτερά, κι αυτό διαρκεί για καιρό, μέρες, μήνες σε οργασμό, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να γράφω, χαλούν τα πλήκτρα της μηχανής, φθείρεται η ταινία, τελειώνει το χαρτί κι ακόμα δεν έχω αρχίσει, δεν έχω πει ούτε το ένα εκατοστό από κείνα που στριμώχνονται μέσα μου.

Σ’ αυτό το σημείο της γης τα πάντα φωτίζονται. «Τόσο απλό είναι;» αναρωτιέμαι καθώς βλέπω τους θάμνους ν’ ανεβαίνουν την πλαγιά, το λόφο δεξιά με τις καμένες πέτρες, το καψαλισμένο δένδρο που επιμένει να κρατιέται όρθιο, και η δενδροστοιχία με τους ευκάλυπτους – ξερά τα φύλλα από την πυρκαγιά και μόνο στην κορυφή μια τούφα πράσινο, μια κάποια προσπάθεια για επανάληψη. Κι ο κήπος με τα μαδημένα χρυσάνθεμα έτσι που σκύβουν στο χώμα, η κληματαριά που ανεβάζει τα κατακίτρινα φύλλα της στον τοίχο της εκκλησίας, η βρύση που χάλασαν οι βόλτες της και τρέχει κρατώντας το ίσο στη σιγαλιά του τοπίου, κι όλα αυτά να ενώνονται μέσα μου, να ’μαι γερμένο χρυσάνθεμο και μοναχικό δένδρο, ευκάλυπτος μ’ ένα ελάχιστο φύλλωμα να ριγεί στον αέρα, κληματαριά που προσπαθεί να στηρίξει κάπου τα φύλλα της. «Αυτός είσαι», σκέφτομαι, «η μικρή ξεχασμένη ρεματιά που επιχειρεί να υπάρξει».

Για τους άλλους μπορεί να μη λέει τίποτα αυτός ο χώρος. Ακόμα κι εγώ πριν λίγα χρόνια προτιμούσα το τουριστικό στον Λομπαρδιάρη, μ’ άρεσε η βλάστηση εκεί, κι όπως είναι πυκνά τα φυλλώματα, έχω αγκαλιάσει γυναίκες κι έχω χώσει το χέρι μου κάτω από φούστες, ιδίως όταν πέφτει το σούρουπο, καθώς είναι λίγα τα φώτα, μπορείς να την τραβήξεις επάνω σου, ενώ παραπέρα άλλα ζευγάρια ασχολούνται με την ίδια υπόθεση.
Αυτά πια με κουράσανε. Από τη μια μεριά η αρρώστια, από την άλλη η ηλικία, τώρα πολλές φορές δεν έχουν και νόημα, γι’ αυτό αποφεύγω τους χώρους που κάποτε εκδήλωνα την αυτοπεποίθησή μου. Προτιμώ έναν περίπατο στον Κουταλά κι όλο σκέφτομαι να κάνω μια αίτηση στην αρχιεπισκοπή μήπως και μου παραχωρήσουν αυτό το ξεχασμένο μετόχι. Μένει μια καλόγρια μονάχη. Ας την πάνε σε κάποιο μοναστήρι που θα ’χει κι άλλες γερόντισσες, παπά που θα λειτουργεί την εκκλησία, ηγουμένη, κανόνες. Τι κάνει εδώ μοναχή της;

Κι εγώ θ’ ανεβώ λαχανιάζοντας στη ράχη ν’ αγναντέψω για φίλους, ποιοι στέκουν ακόμα, πόσοι έχουν κουράγιο να στήσουμε ένα ιδιόρρυθμο κοινόβιο.
Ο οδοντογιατρός, κουρασμένος από τις γυναίκες, γεροντοπαλίκαρο που δεν εκδηλώνει καμιά διάθεση για παντρειά. Αυτός είναι κι ο πιο σίγουρος. Μπορεί να πάρει μαζί του τα σύνεργα κι όποιος θέλει ας κουβαλιέται μέχρι τον Κουταλά να σιάχνει τα δόντια του δωρεάν, ένα είδος κοινωνικής αντιπροσφοράς για την παραχώρηση του χώρου.
Ο Παγανάκης, κατ’ εξαίρεση ο μόνος παντρεμένος. Παλιότερα, πριν από το γάμο του, έκανε σκέψεις για κοινοβιακή ζωή, ταξίδεψε και στο Άγιον Όρος, όμως δε νομίζω πως έσβησε μέσα του αυτή την τάση για την αναχώρηση. Πάντα νοσταλγεί την καραβάνα, μια μερίδα καλοκομμένη ψωμί και μια τριμμένη κουβέρτα.
Ο Δημήτρης, που τον έχουνε κάνει ρετάλι γυναίκες κι αλκοόλ. Τρέμουν τα χέρια του και δεν μπορεί να ζωγραφίσει. Ίσως ηρεμήσει ξανά και ξαναπιάσει πινέλο, αν και κάπως δύσκολο με τις μέτζες που του κόλλησαν τώρα τελευταία: έχει τη μανία των διπλών, παίρνει τα χάπια δυο-δυο, ζητάει από το γκαρσόνι να του κόψει τις ντομάτες στις έξι, οχτώ ή δέκα κομμάτια. Πάντα στα διπλά. Ξέρω που μπορεί να καταλήξει αυτή η μανία:
όπως ο Σταθούρος στη φυλακή, κατά τα άλλα καλό γεροντάκι, μόνο που ήτανε με τα διπλά κι είχε γίνει βασανιστική η ζωή του. Κάπνιζε δυο τσιγάρα ταυτόχρονα κι έπρεπε οι ρουφηξιές να είναι διπλές, τις έφτανε μέχρι πενήντα δυο και δύο, ο μαγικός αριθμός, κι όλα ήταν διπλά, «ο ήλιος» του λέγαν, και «το φεγγάρι» απαντούσε με σημασία, έφτασε να βάζει διπλά μναταλάκια στα ρούχα του, διπλές σαπουνιές τριψίματα, μέχρι πια που μέτραγε τα βήματά του, είχε ρέψει πάνω του υπολογίζοντας. Δε συναναστρέφονταν κανένα μήπως και λαθέψει στο μέτρημα, κι αν κάποιος τον μπέρδευε, τότε έβριζε «μάυρα σας μακαρούνια, καημένοι», φώναζε όλη τη νύχτα και κρατούσε το θάλαμο ξάγρυπνο. Αν κι ο Δημήτρης έχει μια τέτοια κατάληξη, φυσικά θα το σκεφτούμε αν έρθει μαζί μας.
Ο Τίμος πήρα τα μάτια του κι έφυγε στην ξενιτιά. Στην αρχή σα φοιτητής, τώρα ποιος ξέρει τι κόλπα κάνει και την βολεύει. Πάντως να δουλεύει, αδύνατον. Η μόνιμη απορία του ήταν γιατί δουλεύουν οι άνθρωποι και γιατί δένουν οι φαντάροι τα κορδόνια από τις αρβύλες τους, γι’ αυτό τον φωνάζουν «χαμούρη», όμως αυτός δε νοιαζότανε, άραξε στο αντίσκηνο και τραβούσε τους ύπνους του.
Να μην ξεχάσω τον Τσαούση. Δεν ήταν λοχίας ο έρμος. Μόνο που νοιαζόταν για το αντίσκηνο μην πέσει από τον πολύ αέρα και τη βροχή. Αυτός το μπάλωνε, αυτός στέριωνε τους πασσάλους τριγύρω και του ’μεινε το παρατσούκλι. Ο Τσαούσης είναι απαραίτητος για την τάξη. Όταν θα μυρίζουν πολύ τα κελιά, στο εξάμηνο πάνω περίπου, θα βάζει μια φωνή, θα τραβάει και κανέναν από το πόδι για γενική καθαριότητα.

Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.

Να το έχουν υπόψη τους όσοι θα οικοδομήσουν στο μέλλον κοινόβια, έστω και στο φεγγάρι, τους αρχηγούς απ’ το ποδάρι σαβουρντιστούς μες στον κρατήρα. Εκεί, ας μαζέψουν στάχτη, πέτρες χώμα κι ας χτίσουν ένα νέο κόμμα. Εμείς πια αποκλείεται, τουλάχιστον με τη θέλησή μας, για να μη λέμε και μεγάλα λόγια. Αν μας στριμώξουνε θα πάμε, τι να κάνουμε; Δε θα σκεφτόμαστε όμως ούτε Μαραθώνα, ούτε Γοργοπόταμο. Μόνο τη γέρικη πλαγιά με το δαφνώνα, το χέρι μας βαλμένο ανάμεσα στα σκέλια της γυναίκας, πώς θα την κοπανήσουμε επιστρέφοντας στο σπίτι με τα φερ φορζέ που θέλουν ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά, να, κάτι τέτοια θα σκεφτόμαστε. Για τις «σταυροφορίες» μην ελπίζουν, σε τέτοια κόλπα πια δεν ξαναμπαίνουμε. Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ’ αυτό τον κόσμο και οι ήρωες.

Κι αν στο κάτω κάτω χρειάζεται και κάποια κυβέρνηση, βάλτε επικεφαλής μια μητέρα στο υπουργείο Γεννήσεων, ένα εικοσάρη στο υπουργείο του Έρωτα, κι ένα γεροντάκι στο υπουργείο θανάτου. Κι αυτή ας είναι όλη και όλη η κυβέρνηση. Οι άλλοι, κάτι με χαρτοφυλάκια, κι άλλοι χωρίς, ξεσπούν στην καμπούρα μας όλα τα κόμπλεξ τους, κι από πάνω πρέπει να τους θεωρούμε σωτήρες. Αμ δε. Δεν μας σώζει κανένας, κι αυτό το ξέρει ο υπουργός του θανάτου που βλέπει κάθε μέρα εκθέσεις σωρό, πόσοι και πόσοι ξοφλού, κανένας δε σώζεται. Γι’ αυτό και δεν επαίρεται. Κάνει μια τυπική δουλειά, μετράει τους νεκρούς, συνειδητοποιεί τη μοίρα του και δεν έχει όρεξη για μεγαλύτερη εξουσία.

Ο νεαρός υπουργός του Έρωτα επιθεωρεί τα ξενοδοχεία αν έχουν παραστάσεις ωραίες, ευχάριστη μουσική εκείνη την ώρα, όχι όπως εμείς σε κείνα τα άθλια σεπαρέ μα το μεγαφωνάκι να τρίζει όλο γρέζια κι ο ξενοδόχος κατά τα κέφια του ν’ αλλάζει σταθμό από το δωμάτιο του. Κι έτσι, τις πιο κρίσιμες στιγμές έτυχε ν’ ακούω οδηγίες προς τους ναυτιλλομένους, ειδήσεις που μιλούσαν για χιλιάδες νεκρούς, μάχες, τυφώνες, σαχλά μηνύματα εργατών από τη Γερμανία. Άσε που τα καμαράκια χωρίζονταν μ’ ένα φτηνό κόντρα πλακέ κι άκουγες τα διπλανά λαχανιάσματα, ποιος ξέρει πόσες τρύπες θα είχαν και πόσα μάτια θα έβλεπαν. Και μετά ρωτάς πώς βγήκαμε έτσι. Πάλι σωστοί είμαστε. Θα μπορούσαμε να ’μαστε πολύ πιο χειρότεροι!

Το παιδί των είκοσι χρονών συνεχίζει την επιθεώρησή του, αυτή τη φορά στα πάρκα: «Εδώ», λέει, «να μπει ένα διπλό κρεβάτι με θέα λιμνούλα. Εκεί ν’ αξιοποιηθεί το γρασίδι» Γύρω του υπάλληλοι που κρατούν σημειώσεις, όλοι νέοι που ξέρουν καλά τι θα πει να έχεις ένα κορίτσι στην αγκαλιά σου.
Κι όλα θα είναι καλά κι όμορφα, τουλάχιστον για τους νέους. Για τους μεγάλους κανένα σύστημα και καμιά κοινωνία του μέλλοντος δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αυτοί θα αντιμετωπίζουν το μέγα εξουσιαστή, τον υπουργό του Θανάτου. Εγώ ήδη τον βλέπω κατάματα, νιώθω πολλές φορές να μου χαμογελάει, κι έτσι σιγά-σιγά εξοικειώνομαι να μην ελπίζω.

 [Ο Μάριος Χάκκας υπήρξε ένας ανήσυχος, ασυμβίβαστος και εξαιρετικά βασανισμένος άνθρωπος που στα πεζογραφήματά του απέδωσε τις προσωπικές του εμπειρίες, είτε των πολιτικών διωγμών, είτε της αρρώστιας και του θανάτου. Διαβάζοντας ακόμα και την πρώτη μόνο γραμμή αυτής της μικρής συλλογής αφηγημάτων αισθάνεσαι το σπαραγμό ενός ανθρώπου που ψάχνει τις λέξεις για να χωρέσουν το άρρητο, το ανείπωτο: μια ζωή «σπαταλημένη», ηττημένη σε αγώνες αδικαίωτους, μια χαμένη νιότη που παλεύει τόσο πρώιμα (41 ετών) με το θάνατο. Είναι φανερό από τις πρώτες σελίδες ότι δεν πρόκειται ακριβώς για «διηγήματα», δεν πρόκειται δηλαδή για μυθοπλασία αλλά για μαρτυρία, κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου που βρίσκεται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου]

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Πρακτική ζωή, ευκίνητη, μόνο με τα σημαίνοντα: φορούσε ένα μπλε φανελάκι με μια λευκή επιγραφή κι από κάτω ήταν γυμνή

Όλη τη νύχτα έβρεχε. «Πάντα βρέχει στο Λονδίνο», μου είπε και πήρε μια ροζ λίμα από το τραπέζι της. «Τι την θέλεις τη λίμα»; Τη ρώτησα. «Εσύ δεν κάνεις ποτέ μανικιούρ. Το κορόιδευες μάλιστα! Άρχισες τώρα;». «Είναι για να μην σε γδέρνω όταν σε χαϊδεύω», απάντησε και κάθισε σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Κατάλαβα πως δεν μου έλεγε αλήθεια, όμως δεν θέλησα να δώσω συνέχεια.


Από το σπίτι της περνούσε κατά καιρούς πολύς κόσμος. Ξένη ήταν η λίμα, και δεν ήθελε να μου το πει. Όμως δεν με ενδιέφερε να την στριμώξω.
Σηκώθηκα, άναψα τσιγάρο –καπνίζαμε πολύ σε κείνο το δωμάτιο – και στάθηκα από πάνω της. Κατάλαβα πως την ενοχλούσα, μάλλον της έκοβα το λιγοστό φως, και έκανα μερικά βήματα προς το άλλο παράθυρο, που είχε θέα στον κήπο. Μια μικρή λίμνη γεμάτη βρόχινο νερό, κάνα δυο αγάλματα που πάνω τους φύτρωναν βρύα και λειχήνες, κάτι βαρέλια με φυτά, σανίδες η μια πάνω στην άλλη, και βροχή.
Αδιάκοπη λονδρέζικη βροχή, που μούλιαζε τον τόπο.
Γύρισα και την κοίταξα.

Φορούσε ένα μπλε φανελάκι με μια λευκή επιγραφή, κι από κάτω ήταν γυμνή.
Είχε ανάψει ένα τσιγάρο και κάπνιζε κοιτώντας το δρόμο. Έφερα γύρω το βλέμμα μου και παρατήρησα το χώρο. Παλιές καρτ ποστάλ από πρώην εραστές της, φωτογραφίες των δικών της, σημειώματα που σκέφτηκα πως αν την ρωτούσα ποιος της τα έγραψε σίγουρα θα έβρισκε κάτι πρόχειρο να μου πει, ένα χαρτόκουτο με το όνομά της και το όνομα κάποιου πρώην της στολισμένο με χοντρό μαρκαδόρο και καρδούλες, ρούχα, χαρτιά, υπολογιστής, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι.
Σκέφτηκα πως ο χώρος της της ταίριαζε.
Πρακτική ζωή, ευκίνητη, μόνο με τα σημαίνοντα να την ακολουθούν.
Δεν θέλησα να σκεφτώ πόσες λεπτομέρειες φύλαγε εκεί μέσα και δεν μπορούσα να τις διακρίνω, φυσικά. Είμαι μαζοχιστής, όμως αυτή η γυναίκα με σκλήραινε. Δεν της αφηνόμουν. Έβγαζε από μέσα μου ένστικτα αυτοσυντήρησης που σπανίως τα έχω νιώσει με άλλους ανθρώπους.
Σκέφτηκα πως η ιστορία μας ήταν κομμάτι ενός προϋπάρχοντος κόσμου που δεν ανακαλύφθηκε ακόμη εντελώς.
Της άρεσε να μιλά με κομπορρημοσύνη. Πολλές φορές μου είχε πει «σ' αγαπώ, είσαι το παν για μένα, είσαι μοναδικός», παρόλα αυτά ήξερα πως εκείνες τις στιγμές δεν προσπαθούσε να πείσει εμένα, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθα πως το είχε ανάγκη.
Την άφηνα να λέει, με την υποχωρητικότητα και την συγκατάβαση των ερωτευμένων που όμως διατηρούν στο έπακρο την επίγνωση της κατάστασής τους.
Δεν υπήρχε κάτι που να μην το είχε κάνει ή να μην το είχε δει αυτή η γυναίκα.
Μοναδικά πράγματα ή άνθρωποι δεν γινόταν να υπάρξουν πλέον στη ζωή της.
Μπορεί από εκεί ακριβώς, από αυτή τη διαπίστωση να πήγαζε η ενστικτώδης παρόρμησή μου να της αντιστέκομαι και να μην αφήνομαι στα μαγικά της κόλπα.
Μου άρεσε η θέρμη της, η όρεξή της να συναρπάσει και να συναρπαστεί. Η αφοσίωσή της στην ιδέα του σεξ, που τώρα ήθελε να την αναμείξει και με μια εσάνς έρωτα, προφανώς αντιλαμβανόμενη τη δική μου ανάγκη για κάτι σαν αυτό. Η ακόρεστη τάση της στην υπερβολή, στην ψιλοκολακεία, σε όσα η πείρα της είχε διδάξει πως συγκινούν τους ανθρώπους και τους κάνουν να νιώθουν καλά.
Παρότι ήταν ντόπια, πάνω της δεν είχα διακρίνει ούτε για μια στιγμή το περίφημο εγγλέζικο φλέγμα. Μου άρεσε όσο και με παραξένευε αυτό.
Το προηγούμενο βράδυ είχαμε περπατήσει για πολλή ώρα στο ποτάμι.
Είχε επιμείνει να μου κάνει στοματικό σεξ σε ανοιχτό χώρο, δείχνοντάς μου για άλλη μια φορά την τάση της προς την υπερβολή και την ελαφρότητα των κινήσεών της.
Έπειτα κατηφορίσαμε χέρι-χέρι κατά μήκος της πλατφόρμας και μου εξήγησε τα αξιοθέατα. Έδειχνε αξιομνημόνευτη υπομονή κάθε που σταματούσα για να φωτογραφίσω τον Τάμεση και τα γύρω κτίρια. Σχεδόν όση δείχνω κι εγώ όταν προσπαθεί να με ποτίσει με κάτι που είναι εξώφθαλμα διαφορετικό απ' ό, τι νομίζει, και όμως επιμένει να ποτιστώ με αυτό ως το κόκκαλο.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και αφού περάσαμε από διάφορα μαγαζιά που κανένα δεν ήταν της αρεσκείας μου όμως απέφυγα να λογομαχήσω γι' αυτό, καταλήξαμε στο δωμάτιό της:
Ανάμεσα στα ίχνη των παλιών της εραστών, στις φωτογραφίες της, στα αποτσίγαρα και τη μυρωδιά της πηχτής, λονδρέζικης βροχής.
Την αγκάλιασα με την απόγνωση και συνάμα την επίγνωση που έχει ένας χειμερινός κολυμβητής που βουτάει σε ένα παγωμένο ποτάμι. Ήξερα πως θα μπορούσε να με παρασύρει και να πνιγώ, από την άλλη όμως, εκείνο το παράξενο ένστικτο επιβίωσης που μου ξυπνούσε, με έκανε να μην φοβάμαι.
Σε άλλη περίπτωση θα έλεγα πως όσα ζούσα μαζί της εγώ, ήταν σα να τα ζούσε κάποιος άλλος. Ή πολλοί μαζί, σε διαφορετικές στιγμές του χρόνου.
Όσο και να προσπαθούσα, δεν κατάφερνα να νιώσω πραγματικά πως αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να μου ανήκει.
Παρόλα αυτά, ένιωθα ζεστά, το κορμί της έμοιαζε με μια μικρή φωλιά για τραυματισμένα ζώα.
«Μόλις γίνεις καλά θα σε αφήσω στο δάσος, εκεί που σε βρήκα δηλαδή, για να συνεχίσεις γερός τη ζωή σου», θα μπορούσε να μου πει. Το μόνο που μου είπε όμως ήταν τρυφερά λόγια αγάπης, από κείνα που λένε μεταξύ τους οι εραστές, ανάκατα με κάποιες λέξεις κάβλας.
Μας κοίταξα από ψηλά, από το ταβάνι του δωματίου της, μετά από τη στέγη, κι έπειτα από την Αφροδίτη, που νωρίτερα είχαμε κοιτάξει μαζί στον ουρανό, με τον ίδιο τρόπο που την είχε κοιτάξει και με αμέτρητους άλλους, πριν από μένα, και με τον ίδιο τρόπο που θα την κοίταζε και με τους επόμενους, μετά.
Είδα ξανά εκείνα τα δυο κομμάτια ενός προϋπάρχοντος κόσμου που πάνω τους έφεραν ίχνη από τα παλιά.
Δυο ανθρώπους που είχαν αναγνωριστεί σαν τα μυρμήγκια μεταξύ τους. Και που τώρα, πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι στο βόρειο Λονδίνο, πλεγμένοι σε μία κοινή αγκαλιά, περιτριγυρισμένοι από μικρά και μεγάλα ψέματα, παλιές ιστορίες, ανομολόγητα ή ομολογημένα μυστικά και κάθε είδους ανάγκη που λύνει και δένει σαν σχοινί, προσπαθούσαν να βρουν και να ενώσουν τις αιχμές με τις οποίες θα δοκίμαζαν να ξεγελάσουν τον ίλιγγο του χρόνου και την πραγματικότητα.
Και να πιστέψουν, παρότι ολομόναχοι και προσωρινοί, σε κείνο το απίστευτο, απατηλό, ανυπέρβλητο «μαζί για πάντα». Έστω μέχρι το επόμενο πρωί.
---

(ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΙ ΚΙ ΟΧΙ ΣΑΝ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΣΑΣ, Κείμενο που εκφωνήθηκε στην εκπομπή του radiobubble «Είμαστε ευαίσθητοι και όχι σαν τα μούτρα σας», στις 29 Ιανουαρίου 2014 και αναρτήθηκε στις ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ: thethreewishes.wordpress.com/2)

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Σταύρος Σταυρόπουλος, Για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλα και να καείς

Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία… Σαν τα πρόσωπα, που είναι ανομολόγητοι εαυτοί κι έχουν γεννηθεί όλα μ’ ένα κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γράφει και αισθάνεται ότι εκλύεται καπνός από τις λέξεις όταν ο Έρωτας ακούγεται όπως το ροκ εν ρολ και χορεύει σε δρόμους μεσάνυχτα όπου τα όρια σπάνε γιατί δεν αντέχουν την ταχύτητα του σώματος

Πήρα χαρτί κι άρχισα να ζωγραφίζω ξανά.


Για να συμπληρώσω τους ανθρώπους. Στην αρχή πάνω σε ξύλο - σχεδίασα με μανία τα περιθώρια. Άνοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Να αναπνέουν τα πρόσωπα.
Ο ήλιος τα έκαιγε, τα έκανε να μοιάζουν ακόμη πιο σκούρα. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ένα νέο γένος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.
Ήταν λοιπόν όλα απλώς ένα ζήτημα ζωγραφικής;

Ανέτρεξα στις σημειώσεις από τη μνήμη του σώματος. Στις ακραίες κινήσεις των χειλιών όταν τρέμουν. Στον τρόμο μιας αγκαλιάς που πεθαίνει, στις αδιόρατες γωνίες όπου συχνάζει η λύπη. Την αφαίρεσα. Μουντζούρωσα με κόκκινο το περίγραμμά της· τώρα η λύπη ήταν φωτιά. Και έκαιγε σαν ηφαίστειο. Ευτυχώς η θάλασσα χάνεται τελευταία. Έτσι αναγκασμένη να βλέπει τα πάντα και την κοιτάζω. Με τρόπο καταστρεπτικό και δυσοίωνο κοιτάζω τα επικίνδυνα όπλα της, όλα έγιναν νερό μπλε. Και τη ρωτάω.

Ο Μπάουι ήρθε ξεβαμμένος Χριστούγεννα, χωρίς λωρίδες, και είχε ένα βερολινέζικο σακάκι ριγμένο στον ώμο. Του λέω σε έψαχνα να πάρεις τη θέση μου. Να κοιτάζεις με το γυάλινο μάτι σου που αντέχει, εγώ δακρύζω. Θα χάσουμε τη συνέχεια του κόσμου. Μετά πού; Πού; Γίναμε διακοσμητές της ζωής και δεν μπορούμε να ζήσουμε, γιατί ήταν μια φορά η ζωή και έφυγε μακριά, σαν ιστορία.

Είχα βγει έξω και τον έβλεπα να του μιλάει, τον παρακαλεί. Ήμουν δυο, αυτός που έβλεπε αυτόν που μιλούσε και αυτός που μιλούσε. «Μπροστά μου πήγαινε ένα πλήθος χωρισμένο σε επτά χορούς, τόσο φυσικά σκαλισμένο, ώστε εξαπατήθηκαν δύο από τις αισθήσεις μου, η όρασή μου νόμιζε ότι έβλεπε και η ακοή μου ότι άκουε εκείνο το πλήθος να ψάλλει».*

Τότε μια λάμψη υπερφυσική έσβησε τα πρόσωπα, με ένα φύσημα, σαν κεριά και έμεινε τίποτε. «Είσαι μια ροκ εντ ρολ αυτοκτονία», ακούστηκε η φωνή του αόρατου τραγουδιστή, από ένα βάθος, και έφυγε από τον πίνακα. Η ζωγραφική είχε τελειώσει.

Τα πρόσωπα είναι ανομολόγητοι εαυτοί. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ πριν και είπε γενηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Όλα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ήταν πάλι νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου, εδώ κάτω στη γη είναι μεσάνυχτα. Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;

Μετά έβγαλα τα ακουστικά μου και ο ήχος χάθηκε. Επανήλθε εκείνο το απέραντο κενό, αλλά σαν έκσταση. Οι ψυχές λερωμένες στάθηκαν όρθιες, σε στάση αποχαιρετισμού. Ήταν σαν τελετή δακρύων. Έκλαιγαν κάτω από τη γη.
Ένιωσα ότι για να αντικρίσεις ξανά τον ήλιο πρέπει να τον καρφώσεις στα δάχτυλά σου.
Και να καείς.
* Δάντης, Θεία Κωμωδία, μτφρ. Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, 1962

[ΠΗΓΗ: Σταύρος Σταυρόπουλος, στήλη ΑΠΕΝΑΝΤΙ στη Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 22-10-2011]

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ και ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ: Η γυναίκα που υπηρετούσε το μοναχό

Μια γυναίκα ανάλαβε να συντηρεί έναν μοναχό. Του έφκιασε μια καλύβα στην άκρη του δάσους, τον έτρεφε και τον έντυνε.


Πέρασαν είκοσι χρόνια, οπότε σκέφτηκε: «Να δούμε αν οι κόποι μου έπιασαν τόπο ή πήγαν χαμένοι.» Έστειλε λοιπόν μια όμορφη νεαρή, διψασμένη για έρωτα, που την καθοδήγησε πως να φερθεί. Η νεαρή πήγε στον μοναχό, τον πλησίασε και του ομολόγησε ότι καίγεται από τον πόθο και του ζήτησε να τη δροσίσει με τον έρωτά του. Εκείνος είπε: «είμαι ένας νεκρός». Η κοπέλα έσκυψε και του έπιασε το χέρι κι άρχισε να τον χαϊδεύει. «Είμαι σαν ένα ξερό ξύλο», ξαναείπε ο μοναχός. Η κοπέλα εγκατέλειψε τις προσπάθειες και γύρισε στη γυναίκα. «Έπρεπε να δείξει ενδιαφέρον για την κατάστασή σου», είπε η γυναίκα. «Έπρεπε να δείξει κατανόηση στο βάσανό σου. Το ζεν δεν είναι ηθική, είναι άπειρη κατανόηση. Χαμένοι πήγαν λοιπόν οι κόποι μου είκοσι χρόνων;» Και πήγε κι έβαλε φωτιά στην καλύβα του μοναχού. Κι ούτε που ξαναρώτησε γι' αυτόν.


Πηγή: Γιάννης Υφαντής (2001:238-239) ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα – αναρτήθηκε στις ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ και ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com/

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Κανείς δὲν λέει «σ’ ἀγαπῶ»: σημασία ἔχει πὼς διαθέτεις τὴν οἰκονομικὴ ἐπιφάνεια νὰ τὸ ἀναλάβεις, αλλιώς «τη γάμησες»

            Πα­λι­ό­τε­ρα κα­νεὶς δὲν ἔ­λε­γε «σ’ ἀγαπῶ» καὶ στὰ Βό­ρεια Προ­ά­στια, ἀλ­λὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια παρατηρεῖ­ται μιὰ ἄν­θι­ση τῆς βι­ο­μη­χα­νί­ας ποὺ ἐπηρεάζει τοὺς κατοίκους τῶν Βο­ρεί­ων Προ­α­στί­ων μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ μπο­ροῦν νὰ λέ­νε «σ’­ ἀ­γα­πῶ» ἐλεύ­θε­ρα.

            Στὰ Νό­τια Προ­ά­στια ἀ­κό­μα πλη­ρώ­νουν ἀν­τί­τι­μο γιὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τὴ φρά­ση καὶ εἶ­ναι ὑποχρεωμέ­νοι νὰ τὸ δη­λώ­νουν στὴν ἐ­φο­ρί­α. Ὅ­σο γιὰ τὸ «μὲ γάμη­σες», αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη λυ­πη­τε­ρὴ ἱστορία. Κά­πο­τε τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν στὶς Δυ­τι­κὲς Συνοι­κί­ες ἀλ­λὰ τώ­ρα ποὺ ἡ Κυ­βέρ­νη­ση ζή­τη­σε τεκμήριο, κα­λύ­τε­ρα νὰ ἀ­γο­ρά­σεις ἕ­να κρὶς-κρὰ­φτ πα­ρὰ νὰ ξε­στο­μί­σεις τὴ φρά­ση «μὲ γά­μη­σες».
            Ἄν σοῦ ξε­φύ­γει ἡ φρά­ση «μὲ γά­μη­σες» σὲ μιὰ Δη­μό­σια Ὑ­πη­ρε­σί­α ἢ στὸ δρό­μο, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α εἶ­ναι ἁπλή: Σὲ πλη­σιά­ζει ἕ­νας ντα­βραν­τι­σμέ­νος μὲ πο­λι­τι­κὰ καὶ σοῦ ζη­τά­ει ἄ­ι-ντί. Με­τά σοῦ κό­βει μιὰ πρά­σι­νη κλήση καὶ σὲ χτυ­πᾶ φι­λι­κὰ στὸν ὦ­μο σὰν νὰ σοῦ λέ­ει: Θὰ τὸ ξα­να­σκε­φτεῖς πο­λὺ κα­λὰ προ­τοῦ ξα­να­πεῖς «μὲ γά­μη­σες» φι­λα­ρά­κο.
            Οἱ σαῦ­ρες, ὅ­πως λέ­γον­ται οἱ πρά­σι­νες κλή­σεις, εἶ­ναι νέ­α μό­δα.
            Ἀ­πὸ τότε ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ Χρυ­σὴ Σχι­σμή, ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α δη­λα­δὴ ποὺ μοι­ρά­ζει τὶς σαῦ­ρες, ἕ­να κά­ρο ἀμόρ­φω­τοι, πρώ­ην το­ξι­κο­μα­νεῖς, καὶ ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἱστορι­κοῦ ἄ­νερ­γοι, βρῆ­καν δου­λειά. Μιὰ κα­λὴ δου­λειὰ μὲ πα­χυ­λὸ μι­σθὸ καὶ γα­λό­νια κα­φρί­λας. Κά­πο­τε ἡ Ὑπη­ρε­σί­α λε­γό­ταν Χρυ­σοὶ Λο­στοὶ ἀλ­λὰ ἦ­ταν πο­λὺ προ­φα­νὲς καὶ κα­ταρ­γή­θη­κε. Κά­ποι­ο τζι­μά­νι βρῆ­κε ἄρον ἄ­ρον τὸ Χρυ­σὴ Σχι­σμή, για­τί ἡ Ὑ­πη­ρε­σί­α ἀναλαμβά­νει νὰ ἐ­ρευ­νᾶ τὰ σκάν­δα­λα ποὺ ἀ­φο­ροῦν στὶς δυ­ὸ σχι­σμές, κα­τά­λα­βες; Στό­μα καί… τὸ ἄλ­λο, κατά­λα­βες. Καὶ προ­χώ­ρη­σε στὸ νέ­ο ὄ­νο­μα ἐν μιᾷ νυ­κτί.
            Με­ρι­κοὶ μει­διοῦν μὲ τὴν ποι­νὴ καὶ ἐ­παυ­ξά­νουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἀν­τι­τί­μου. Οἱ πο­λί­τες τῶν Νο­τί­ων Προα­στί­ων πρέ­πει, λέ­νε, νὰ πλη­ρώ­νουν τὰ κε­ρα­τι­ά­τι­κα τῶν σχι­σμῶν τους, για­τί, ἐ­φό­σον μπο­ρεῖς νὰ λὲς «σ’ἀγα­πῶ» καὶ ἐ­πι­πλέ­ον νὰ δη­λώ­νεις καὶ νὰ πράτ­τεις εὐ­θαρ­σῶς τὸ «μὲ γά­μη­σες», τό­τε ἔ­χεις πλή­ρη εὐ­θύ­νη νὰ τὸ ὑ­πο­στη­ρί­ξεις καὶ τὴν ἀ­νά­λο­γη οἰ­κο­νο­μι­κὴ δυνατό­τη­τα νὰ τὸ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἡ Κυ­βέρ­νη­ση δὲν δί­νει δε­κά­ρα γιὰ τὸ ἂν εἶ­σαι ἀ­νά­πη­ρος, ἂν ἔ­χεις ἕ­να πόδι ἢ τρί­α μά­τια, ση­μα­σί­α ἔ­χει πὼς δι­α­θέ­τεις τὴν οἰκονομι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια νὰ τὸ ἀ­να­λά­βεις.
            Ἄς τὸ σκε­φτοῦ­με λι­γά­κι.
            Ἂν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς «σ’­ἀ­γα­πῶ» στὴ Μαί­ρη Λοῦτενς τὴ μα­νά­βισ­σα, ση­μαί­νει πὼς μπο­ρεῖς νὰ ὑποστη­ρί­ξεις: τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κα πι­κνὶκ στὴν ἀ­κρι­βὴ περιο­χὴ γρα­σί­δι Β —μὲ ὅ­ση μα­να­βι­κὴ ἔ­χει περισσέψει—, τὰ σι­δε­ρά­κια στὰ δύο φα­φού­τι­κα παι­διά της, καὶ τὸν τρε­λο­για­τρὸ στὴν θε­ο­πά­λα­βη μη­τέ­ρα της ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ γυ­μνὴ στὴν λε­ω­φό­ρο τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἂν λοι­πὸν πεῖς «σ’­ ἀ­γα­πῶ» στὴν μα­νά­βισ­σα, θὲς πε­ρί­που δυὸ χι­λιά­δες λί­τις τὴν ἑ­βδο­μά­δα γιὰ νὰ συμ­μα­ζέ­ψεις αὐ­τὸ τὸ κω­λο­χα­νεῖ­ο ποὺ λέ­γε­ται ζω­ή της.
            Ἂν τώ­ρα ἐ­κεί­νη δη­λώ­σει στὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου τὸ «μὲ γά­μη­σες», τό­τε φί­λε μου τὴν ἔ­χεις βά­ψει, δι­ό­τι αὐ­τὸ προ­συ­πο­γρά­φει πὼς ἐ­πέ­λε­ξες νὰ πε­ρά­σεις στὸ στά­διο Β, μὲ εὐ­θύ­νη σου. Πρόσε­ξέ το αὐ­τό, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀφήσεις τὴν Κυ­βέρ­νη­ση νὰ δεῖ τὰ ἀ­πλυ­τά σου. Τὸ ἔκανες, θὰ πλη­ρώ­σεις.
            Δὲς καὶ τὴν ἄλ­λη πε­ρί­πτω­ση:
            Ἂν πεῖς «σ’­ ἀ­γα­πῶ» στὴ Λί­λυ Μί­τενς, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε τὸ Λύ­κει­ο με­τὰ βί­ας καὶ δὲν σέρ­νει κα­μί­α ἐπιχεί­ρη­ση μα­να­βι­κῆς πί­σω της, καὶ τὴν παραλαμβάνεις μὲ μιὰ που­ὰ κυ­λό­τα καὶ τὸ μι­κρὸ ἄσχημο σκυ­λά­κι της, ση­μαί­νει πὼς μπο­ρεῖς νὰ ἀ­να­λά­βεις τὰ ἑ­ξῆς: Δί­δα­κτρα κολ­λε­γί­ου, πο­τὰ-κα­φέ­δες μὲ τὶς φί­λες της στὴν Πα­ρα­λια­κὴ Καρ­μα­νι­ό­λας ἄ­βε­νιου, σερ­βι­έ­τες πολ­λα­πλῆς χρή­σης μὲ σύ­στη­μα ἀ­να­κύ­κλω­σης, καὶ τέ­λος ἀ­νώ­δυ­νο – πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νώ­δυ­νο, το­κε­τὸ στὸ σπί­τι (προ­ϋ­πο­θέ­τει τὸ στά­διο Β). Ἂν λοι­πόν, σκέ­φτε­ται τὸ Κρά­τος, εἶ­σαι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λεις στὴν πλά­τη σου τέτοι­ους μπε­λά­δες, για­τί σὲ πει­ρά­ζει νὰ δώ­σεις στὴν Πο­λι­τεί­α καὶ ἕ­να μι­κρὸ ἀν­τί­τι­μο; Μὴν ξε­χνᾶς πὼς εἶ­ναι τὸ Κρά­τος αὐ­τὸ πού σοῦ ἑ­τοί­μα­σε πρὸς κα­τα­νά­λω­ση τὴν ἐ­κλε­κτή τῆς καρ­διᾶς σου Λί­λυ Μί­τενς, τὸ Κρά­τος, οἱ πο­λι­τι­κὲς καὶ οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες του μπό­λια­σαν τὸ ἄ­βγαλ­το λου­λού­δι ποὺ θὲς νὰ μα­δή­σεις. Μή­πως λοι­πὸν ἔ­χου­με τὴν τά­ση ὡς πο­λί­τες νὰ ὑ­περ­βά­λου­με; Μή­πως ἂν τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν ἔ­τσι, κα­λῶς το­πο­θε­τη­μέ­να, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­θέ­σει στὸ δι­κα­στή­ριο καὶ ἡ Κί­τυ Κίτενς;
            Ποι­ὸς θυ­μᾶ­ται τὴν Κί­τυ Κί­τενς;
            Εἶ­χε προ­σφύ­γει στὴν Δι­και­ο­σύ­νη πρὶν δυ­ὸ χρόνια γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξει τὰ «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» της ποὺ δὲν εὐο­δώ­θη­καν καὶ πῆ­ρε μιὰ σε­βα­στὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νεύ­θυ­νους ἐ­κεί­νους πο­λί­τες ποὺ τῆς τὰ εἶ­χαν πεῖ ἐ­λα­φρᾷ τῇ καρ­δίᾳ.
            Μή­πως λοι­πόν, φί­λε συμ­πο­λί­τη, τὸ Κρά­τος, προ­στα­τεύ­ει τὴν Κί­τυ, τὴ Μαί­ρη, τὴ Λί­λη ἀ­πὸ ἐ­σέ­να ποὺ δὲν θὲς νὰ ἀ­να­λά­βεις τὴν εὐ­θύ­νη τῶν σχι­σμῶν σου; Ὑπάρ­χει βέ­βαι­α καὶ ὁ ἀν­τί­λο­γος. Εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τὸ Κρά­τος ποὺ σὲ σπρώ­χνει σὲ τέ­τοι­ες ἄ­νο­μες πρα­κτι­κὲς ἀκριβῶς ἐ­πει­δὴ ἐ­φό­σον πεῖς τὸ «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» καὶ δη­λώ­σεις τὸ «μὲ γά­μη­σες», ξε­κι­νᾶ γιὰ σέ­να ἕ­νας γολ­γο­θὰς εὐ­θυ­νῶν. Ὁ­πό­τε δὲν λὲς πιὰ «σ’ ­ἀ­γα­πῶ» ἀ­κό­μα καὶ ἂν τὸ θέ­λεις. Καὶ ἐ­δῶ δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν ἀν­τί­λο­γο.
Ἀ­νώ­νυ­μος.

Πη­γή:  Γι­ού­λη ­να­στα­σο­πού­λου (Πει­ραι­ς 1977). ­χει τε­λει­ώ­σει τν Φι­λο­σο­φι­κ ­θη­νν κα τ Πάν­τει­ο Πάν/μιο. ­σχο­λε­ται μ τν Ψυ­χι­κ ­γεί­α. Ε­ναι ­δρυ­τι­κ μέ­λος τς Λέ­σχης Δη­μι­ουρ­γι­κς Γρα­φς «Γο­μο­λά­στι­χα». Τ πρ­το της βι­βλί­ο: Ψυ­χ στν Κού­λου­ρη (κ­δ. ­λε­ξάν­δρεια, 2011) Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στο εβδομαδιαίο μπούλετιν της εφημερίδας ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ 

Βιβλιο-κλίπ. Η ιδέα δηλαδή του να μπορείς να παρακολουθήσεις σκηνές από ένα βιβλίο σε κλιπάκι.

Η μουσική γράφτηκε ειδικά για το βιβλιοκλίπ από τους ταλαντούχους May Fly ( Hλία Πάλλα και Νίκο Καλλέργη), η επιμέλεια έγινε από τον Κώστα Καφαντάρη και οι λήψεις απο τη συγγαρφέα στην Σαλαμίνα όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας.
http://youtu.be/O1be0M3Ri1U

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Πρόβα θεάτρου, πρόβα ζωής και θανάτου



Ο Οιδίποδας βγάζει τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια μόνο και μόνο για ν’ αντικρύσει την αλήθεια που του στερεί ο κόσμος των αισθητών. Να είναι άραγε αυτό, πέρα από ιδεαλισμός, και η πεμπτουσία του Τραγικού; Η παρεξήγηση, να νομίζεις ότι είσαι ένας άλλος απ’ αυτόν που πραγματικά είσαι…

…αρχίζει να ψηλαφεί τ’ αντικείμενα στο δωμάτιο. Δεν είναι πια αυτά φλιτζάνια, τασάκια, βιβλία, αφίσες: είναι σκίνα, είναι τα ριζά του βράχου, το φτενό χαμομήλι που φυτρώνει στα αλσύλλια έξω απ’ την Αθήνα. Κάθε βήμα του κι ένα αγκάθι, κάθε ψηλάφισμά του κι ένα γδάρσιμο. Αλλ’ η μικρή εκδορά γίνεται ανοιχτή δίοδος στο άβατο αυτής της πόλης. Τα κουρελιασμένα του ρούχα αφήνουν ξεσκλίδια σ’ όλα τα αιχμηρά και τα γωνιώδη. Περιηγητικός της βίας και της εξορίας. Με τη δική του αναχώρηση, η αρχαία Θήβα χάνει την ευλογία και κληρονομεί την κατάρα. Οι άμοιροι συμπολίτες του φαντασιώνονται πως υπάρχει ένα καλύτερο αύριο γι’ αυτούς που έσφαλαν. Όμως, τίποτε. Τίποτε απ’ αυτά. Μόνο λάσπη, πεσμένα σπίτια. [απόσπασμα από τη σελ. 46 του βιβλίου ΕΝΑ ΤΡΙΑΡΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΔΙΠΟΔΑ του Νίκου Ξένιου, ΕΚΔΟΣΕΙΣ Φαρφουλάς]

Ο Λεωνίδας είναι συνταξιούχος ηθοποιός και ετοιμάζεται για την παράσταση που γνωρίζει πως θα είναι η τελευταία του: Οιδίπους επί Κολωνώ. Οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο της γυναίκας του Μαγδαληνής από αλτσχάιμερ ζει μια ασκητική ζωή, αφοσιωμένη στο θέατρο, με μοναδική υποβοήθεια, τα χάπια Νοοτρόπ για τους νευρώνες του εγκεφάλου. Τώρα εκείνη τον κοιτάζει από την φωτογραφία της, δίπλα στα θεατρικά του Μπρεχτ και του Ιονέσκο, πλάι από την Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια. Της στάθηκε ως το τέλος, ως ένας άγνωστος που την φρόντιζε και την έπλενε, ως κάποιος που μιλούσε μόνος του κι έπαιρνε μόνος του τις απαντήσεις. Σε μια άλλη παράσταση, σκέφτομαι, για έναν ρόλο και κανέναν θεατή.


Διακριτική συνοδοιπόρος στην μοναχική του πορεία η πολύ νεότερη φίλη του Βέρα,  που τον επισκέπτεται συχνά, πρόθυμη «αναγνώστρια» των αφηγήσεων της ζωής του. Σε κάθε επίσκεψή της αναλογεί κι ένα αυτοβιογραφικό κομμάτι αφηγημένο από τον οικοδεσπότη: ο πρώτος γάμος της Μαγδαληνής, η ατυχής ζωή στην ομογένεια, η επιστροφή στα ματαιωμένα πάτρια, η συνοδοιπορία με τον Λεωνίδα, η εκ μέρους του υιοθεσία των παιδιών της, οι σκηνικοί αγώνες του, ο δόλιος εκμεταλλευτής πρώην σύζυγος. Και πάντα στο υπόβαθρο, η γελοία νεοελληνική μικροαστικότητα να συνυπάρχει με την ματαιωμένη μεταπολιτευτική πραγματικότητα.
Η Βέρα δεν τον διακόπτει – είναι τέτοιος ο οίστρος του όταν ξεχύνει τις αναμνήσεις του που θα ήταν ιεροσυλία. Όλα αυτά τα χρόνια στέκεται στο ευγενές περιθώριο της ζωής του, στα ευχάριστα και στα σκληρά· ήρθε και η στιγμή που πλάγιασαν μαζί αλλά ο σεβασμός υπερίσχυσε της παρόρμησης. Θυμάται άραγε το άγγιγμά τους ή έχει σβηστεί απ’ τη μνήμη; Το βέβαια είναι πως της εξομολογείται όλα τα υπόλοιπα · άλλωστε η υποταγή στις προσταγές του συναισθήματος αποτελεί τον ιδανικότερο σύμβουλο του ηθοποιού κατά τη μελέτη του ρόλου. Η τελετουργία της προετοιμασίας του, η χρονοβόρα ανάγνωση, η συζήτηση με μια γυναίκα που αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής, όλα αποτελούν μέρος της θεατρικής μύησης. Είναι αυτή η διαλεκτικότητα της σχέσης που τον ωθεί σε μια δεύτερη, πρώιμη και ένθετη παράσταση μέσα στο εξαρχιώτικο τριάρι του. Αυτό το γεροντικό σπίτι, «ένα εργαστήριο αλχημείας, πλημμυρισμένο αναμνήσεις και απραγματοποίητα σχέδια» μετατρέπεται σε μια άλλου είδους σκηνή όπου ο Λεωνίδας επιχειρεί να διαχειριστεί τα δαιμόνια του δικού του κόσμου.

Η πρόβα του είναι ώριμη και κατασταλαγμένη. Έχει διασχίσει την ανάγνωση, έχει περάσει πλέον στην ερμηνεία, έχει ενδυθεί το πετσί του Οιδίποδα. Ο τυφλός βασιλιάς της Θήβας έχει κάνει την πρώτη αυτόβουλη χειρονομία του ελεύθερου ανθρώπου, αυτήν που οι θεοί δεν μπορούν ν’ ακυρώσουν. Αλλά δεν ξεχνάει και το παράπονο του Σοφοκλή, για την δικαστική δοκιμασία στην οποία τον υπέβαλε ο γιος του. Ο Λεωνίδας το γνωρίζει: κανείς δεν είναι απόλυτα υπεύθυνος για τις σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα του - ο χαρακτήρας είναι κάτι χαραγμένο. Ούτε κι αυτός άλλωστε επαναπαύθηκε στην υποκριτική πείρα και τα κεκτημένα της. Δεν έπαψε να ψυχολογεί την ανθρώπινη φύση και να εφαρμόζει το «εάν» του Στανισλάβσκι, να μην είναι ο χαρακτήρας που υποδύεται αλλά να προσπαθεί να νιώσει πώς θα ήταν ένα ήταν ο χαρακτήρας αυτός. Άλλωστε από τις μνήμες δεν λείπουν οι οριακές παραστάσεις: το Μπαλκόνι του Ζενέ και ο Καλός Άνθρωπος του Σετσουάν του Μπρεχτ, και σε κάθε περίπτωση Έτσι Είναι Αν Έτσι Νομίζετε.

Αλλά ποτέ δεν ήταν, σκέφτομαι, όπως νομίζαμε, και το ίδιο βιώνει τώρα και ο Οιδίπους Λεωνίδας, ξετυλίγοντας το ατέλειωτο κουβάρι των συγγενικών δεσμών, ένα αξεδιάλυτο γαϊτανάκι ταπεινότητας και αχαριστίας. Οι συγγενείς της Μαγδαληνής, οι πρόγονοι και οι επίγονοι, που αποδεικνύονται όλοι άπληστα αρπακτικά. Η έννοια της συγγένειας αφορά πλέον αποκλειστικά συμφεροντολογικά συμφραζόμενα. Κολωνός 1936, Petit Paris στον Πειραιά, Ντίσελντορφ και Κάιρο, μαύρες πολιτικές δεκαετίες και φρούδες φιλελεύθερες ελπίδες, έρωτες και διαζύγια, τυλίγματα και προικοδοσίες, πίστεις και ιδεολογίες, όλα αλέθονται στις πρωθύστερες εξομολογήσεις του ηθοποιού λίγο πριν την τελευταία αυλαία.

Πιστός στην παλαιά αριστερή ψυχή που βιώνει με σιωπή και αξιοπρέπεια, χωρίς φανφάρες, χωρίς φωναχτές αυτοθυσίες, ο Λεωνίδας παλεύει με την απογοήτευση από τον στενό του κύκλο και τον διχασμό ανάμεσα στην δικαιοσύνη και την συγχώρεση, την μάχη και την αποδοχή της ηλικιακής του πια αδυναμίας. Είναι άλλωστε γνωστό πως το τρίτο στάσιμο του Οιδίποδα επί Κολωνώ είναι πιθανώς ό,τι πιο βαθύ και σκοτεινό έχει γραφτεί στην ελληνική αρχαιότητα για τα «άνευρα, άφιλα, ασυντρόφευτα» γερατειά. Ίσως γι’ αυτό, όπως κι εκείνος, έτσι κι αυτός ψάχνει έναν τόπο μακριά απ’ όλα αυτά, έστω και ως μεταφορά, ως αίσθηση. Η απόλυτα ρεαλιστική και αστόλιστη γραφή του συγγραφέα συμβαδίζει απόλυτα με την απλότητα της ζωής του ήρωά του, μιας ζωής σε μηδαμινά ύψη επίδειξης αλλά μεγάλα βάθη ύπαρξης.
[ΠΗΓΗ: Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, επόμενο τεύχος]