Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Όσο η ιστορική αλήθεια δεν αποκαθίσταται, η Ιστορία θα μένει κολοβή.

«Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά.»
Και μαζί, ένα δάκρυ
[Νίκος Καββαδίας, από το ποίημά του Federico Garcia Lorka]

Η ενόχληση κάποιων για τη συμβολική κίνηση του νέου πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα να καταθέσει λουλούδια στο μνημείο των εκτελεσμένων, στην Καισαριανή, καταδεικνύει πως η χώρα εκτός από έλλειμμα Δημοκρατίας έχει και έλλειμμα στην ιστορική μνήμη. Με το να βρίσκονται στην εξουσία επί τόσες δεκαετίες οι πολιτικοί απόγονοι εκείνων που νίκησαν κατά τον εμφύλιο πόλεμο, εντέχνως «στρογγυλεύθηκαν» οι θηρωδίες των ναζί και παρασιωπήθηκε η αληθινή φύση του φασισμού. Λογικό, καθώς στην πλειονότητά τους πριν στρατευθούν εναντίον των Αριστερών, είχαν συνεργαστεί με τους γερμανούς κατακτητές και τους δωσίλογους συνεργάτες τους.

Βεβαίως, το ζητούμενο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι, να ανοίξουν και πάλι οι πληγές του διχασμού, ο οποίος κόστισε διπλά στη χώρα. Η Αριστερά πλήρωσε με το αίμα της. Η πατρίδα όμως, στερήθηκε λόγω της διαμάχης πολλά, με κυριότερο την απουσία κάθε αξιοκρατίας, ακόμα και ανάμεσα στους νικητές. Επέπλευσαν οι «ελαφροί», αν με εννοείτε, όσοι ήταν σκληροί, δημαγωγοί και δημεγέρτες, όσοι φώναζαν και έκαναν πραξικοπήματα αντί εκείνων που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην ανοικοδόμηση. Εξ ου και το χάσμα δεν γεφυρώθηκε ποτέ.
Έτσι λοιπόν, η Εθνική Αντίσταση είναι σαν να μην υπήρξε. Γιατί; Επειδή η ραχοκοκαλιά της ήταν το ΕΑΜ. Οι συνεργάτες των κατακτητών μέσα από τους διαύλους που είχαν για να ελέγχουν και να χειραγωγούν τα πάντα (Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας, -ΕΙΡ-, εφημερίδες, σχολικά βιβλία, κυρίαρχη αφήγηση) επέβαλαν εγκληματική σιωπή στην θαυμαστή εξέγερση του ελληνικού λαού, ο οποίος, σε αντίθεση με τους ίδιους, δεν βολεύτηκε «κάτω απ’ τα ξένα βήματα». Μερικές αναφορές ακροθιγώς, δεν αποτελούν παρά την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Γενιές και γενιές σε αυτά τα εβδομήντα χρόνια μεγάλωσαν χωρίς να συνειδητοποιήσουν τα ναζιστικά εγκλήματα. Είναι και αυτός ένας λόγος για την άνοδο των ψήφων σε ακροδεξιά και φιλοναζιστικά κόμματα. Σαφώς όχι ο σημαντικότερος.

Αν τα βιβλία της σχολικής Ιστορίας ξαναγραφτούν, μεγάλο βάρος πρέπει να δοθεί στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Στην Καισαριανή, στο Χαϊδάρι, σε άλλους τόπους εκτελέσεων, δολοφονήθηκαν από τον κατακτητή και στους συνεργάτες του αθώοι άνθρωποι, που πάλεψαν για την ελευθερία της πατρίδας. Ανάμεσά τους, πολλοί αριστεροί, πολλοί κομμουνιστές. Οι πράξεις τους δεν ήταν αντεθνικές, το απολύτως αντίθετο. Όσο δεν το ξεκαθαρίζει αυτό η επίσημη πολιτεία όσο η ιστορική αλήθεια δεν αποκαθίσταται, η Ιστορία θα μένει κολοβή.


[ΠΗΓΗ: Αγγελική Κώττη, «Κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν τον σωρό» - δημοσιεύτηκε στο Fractal, Η Γεωμετρία των ιδεών: http://fractalart.gr/ ]

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ζηνοβία Αντιδώρου, Η Προσδοκία Βρέθηκε Νεκρή Με Χαρακιές Στο Πρόσωπο

Όση ώρα η Μπέμπα άλλαζε φόρεμα, αφήνοντας τα μαύρα της μαλλιά ξέπλεκα μες στον καθρέφτη, ο Βλάσης άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση, σταθμεύοντας στις ειδήσεις. Ήταν αυτές, κάθε βράδυ, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, και μόνο αραιά και που το βλέμμα του ζωήρευε όταν άκουγε για κάποιο πραξικόπημα, μολονότι κι αυτά, τον τελευταίο καιρό, είχαν καταντήσει κοινός τόπος. [Βιοτεχνία Υαλικών Μένης Κουμανταρέας]




Πρωί θορυβώδικο και ασθενικό. Άφιξη σημαίνουσα το ίδιο βράδυ. Εκλεκτός καλεσμένος. Ποιός; Μακάρι να ‘ξερα. Ένα περαστικό καλοκαίρι ήταν αυτός ο επιβάτης μιας συγκεκριμένης αμαξοστοιχίας. Επιβιβάστηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Βόλου. Έκανε στάση στη Λάρισα. Έφτασε στην Αθήνα, όχι προτού περάσει από μπροστά μου χωρίς να μιλήσει, ενώ πάλευα να βολέψω τη βαλίτσα μου στο ψηλό ράφι. Χρειάστηκα πέντε περίπου ώρες, όσο και η διαδρομή Βόλος – Αθήνα, για να καταλάβω τι μου θύμιζε. Ήταν ωραίος σαν Έλληνας, και δεν ήξερε πολλούς τέτοιους.
 Ξαφνιάστηκε, όταν είδε δυο εικόνες τόσο αταίριαστες να εφάπτονται στο τζάμι του βαγονιού. Το τοπίο έτρεχε προς τα πίσω. Κι εκείνο το παιδάκι με τα πατομπούκαλα που έπαιζε στην αυλή με το μικρό της αδερφό θα έκανε την άφιξή του σήμερα το βράδυ στη βόρεια πρωτεύουσα της ευημερίας. Όχι πριν προλάβει να της περιγράψει στα πεταχτά μια ανάμνηση. Του είχε καρφωθεί στο μυαλό ανεπανόρθωτα, είπε, και επίσης είπε: «εμείς αγαπήσαμε και το χώμα που πατάτε, κι εσείς δεν ξέρατε ούτε την ύπαρξή μας». Ακούστηκε κοροϊδευτικό –η ανάμνηση ήταν τουλάχιστον πιο χαριτωμένη. Ήταν, λέει, μια κοπέλα με ένα κόκκινο φόρεμα. Κάπως εφαρμοστό και κοντό. Φορούσε εσπαντρίγιες. Την είδε να περνάει έξω από το σχολείο του. Την ξέντυσε πολλές φορές. Τη φιλούσε ασταμάτητα. Τη χάϊδευε παντού, κάθε βράδυ που έκλεινε τα μάτια. Δεν τη χόρταινε –όλοι έχουνε δα την αγαπημένη τους φαντασίωση.
 Υπήρχαν κι άλλα ενδιάμεσα. Ιστορίες για κενταύρους, για λεκέδες σε μωβ φορέματα και για πίσω αυλές. Περαστικά καλοκαίρια και συναντήσεις φευγαλέες, ίσως ανούσιες. Εκείνο το θορυβώδικο πρωί, ετοιμάστηκα να τον υποδεχτώ. Δεν ήξερα αν θα με δει γυμνή ή όχι, αλλά ετοιμάστηκα καλού-κακού. Σα να ετοιμαζόμουν να κάνω ψυχικό. Εξαρτάται το αποτέλεσμα από χίλιους κι έναν παράγοντες. Από τη διάθεση. Την ανάγκη. Ή από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Το βράδυ τη βρήκε να ποδηλατεί ανάμεσα στις νιφάδες να τον παραλάβει. Άργησε. Το χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει. Δεν έμοιαζε διόλου με καλοκαίρι. Δεν είναι καλοκαίρι η ζωή, γιατί. Κι εγώ το μόνο που ήξερα ήταν πως είχε πάει τρεις η ώρα και αύριο δούλευα. Ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο τη στιγμή εκείνη. Λίγο έλειψε να σηκωθώ να φύγω. Γιατί ερχόταν; Τι στο διάολο με έπιασε να τον προσκαλέσω; Γιατί δεν είχα προσκαλέσει άλλους, όταν έπρεπε, να γιατί.
Τρεις μέρες ατελείωτες. Γεμάτες ποικίλες επαγγελματικές υποχρεώσεις. Είχε γίνει πλέον αντιληπτό στην ομήγυρη πως δεν έβγαινε τίποτα από αυτή την επίσκεψη. Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Πάνω που ήταν έτοιμη να αναπνεύσει ανακουφισμένη, γιατί το σιδερένιο βουητό τον απομάκρυνε από την κρύα αγκαλιά της, άρχισαν να πέφτουν δακρυγόνα στην πρωτεύουσα. Κάτι γιόρταζαν. Κάποιον που έφυγε. Άλλους που μάτωσαν. Το μίσος είχε συσσωρευτεί κι ήθελε να δει σκαλιά μαρμάρινα να λούζονται στο πιο πολύτιμο ανθρώπινο υγρό. Άγρια χαρά που ένιωθαν όλοι εκείνοι που έριχναν κλωτσιές σε μαλακές κοιλιές κοριτσιών με μακώ μπλουζάκια! Πόσα χρόνια σιγοψήθηκαν σε φοινικέλαιο και ψιλοκομμένη απόρριψη, τάχα. Πόσες αόρατες κλωτσιές να ‘χαν φάει ως τώρα οι ίδιοι για να εξηγήσουν τη μανία τους.
 Ο αγώνας να ημερέψει ο κόσμος δεν είχε τελειώσει. Η ζωή της πίσω στις λεωφόρους του χαλασμού έτρεχε στο φόντο. Κι αυτή που νόμιζε πως τα καλοκαίρια την όριζαν, τάχα. Όλα τα όμορφα αγόρια που αγαπούσαν το απλό και καθάριο, ένιωθαν δέος μπροστά στην αλλαγή των εποχών, διάβαζαν Επίκουρο και έκαναν σπονδή στον Διόνυσο χρειάζονταν να μεγαλώσουν λίγο ακόμα. Αν ήθελαν να την φτάσουν.

Τούρτα στο ποτάμι
Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του.
  Κάθε που τα χιόνια λιώνουν στα τριγύρω βουνά η κοίτη υγραίνεται, σαλεύει και αλαλιάζει ο τόπος. Τα πουλιά τιτιβίζουν πιο δυνατά, μυρίζει νερό και σάπια φύλλα. Αν βρέχει, ακόμη καλύτερα. Πλουτίζει το χαρμάνι που λίγα μέτρα πιο ‘κει καταλήγει στη θάλασσα. Όπως τώρα. Μας είχαν ενημερώσει από χτες τα δελτία των οχτώ για τις επικείμενες βροχοπτώσεις, από τις οποίες θα ήταν φρόνιμο να προφυλαχτεί κανείς κουρνιάζοντας. Δύσκολο κόλπο, ταχυδακτυλουργικό, να κρατήσεις την ομπρέλα με το ίδιο χέρι με το οποίο γράφεις μια ιστορία.
  Δεν πιάνει το μελάνι στο βρεγμένο χαρτί, διαλύεται, απλώνει επάνω στις ίνες. Ίσα που φαίνονται τα γράμματα, αχνά. Μ’αυτό το σκοτάδι δε μπορείς να ‘σαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Λες και τα στοιχεία της φύσης παλεύουν ν’ αφήσουν το ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματά μου στο σκοτάδι. Το μπικ και το σημειωματάριο δε λογίζονται ως αρκετά μαχητικά εργαλεία. Οι στάλες πάνω στην ανοιχτή ομπρέλα ηχούν μονότονα, ενοχλητικά, με αποσπούν από εκείνη την ορθογώνια τούρτα ενός κιλού που αγόρασα ένα φωτεινό μεσημέρι της προ-εφηβικής μου ηλικίας για να κατευνάσω θεούς και δαίμονες εντός μου.
  Δεν ήταν ζαβολιά κι ας φαίνεται• είχα πάρει άδεια, και οι άδειες δε δίνονταν έτσι αψήφιστα στο πατρικό μου. Συζητιόταν για μέρες, βδομάδες καμιά φορα, εξαρτάται από την έκταση, αλλά και το βάθος του εκάστοτε ζητήματος. Το συγκεκριμένο ήταν ομολογουμένως ήπιας σημασίας. Ξεκίνησε ως άκακο όνειρο, για να γίνει εμμονή. Το είδα μία, το είδα δύο, μέχρι που εκείνη η κοινότοπη εικόνα έγινε μοναδική μου λαχτάρα. Το είδωλό μου μέσα σε μια θολούρα, σα να έπαιζε σε κινηματογραφική κόπια που της είχε ξεθωριάσει το Τεκνικολόρ, να στέκεται αγέρωχα μπροστά σε μια τεράστια στρογγυλή τούρτα. Να παίρνει ένα κουτάλι της σούπας. Να ξεκινάει από τα κρεμώδη τελειώματα, φουσκωτές, καλοφτιαγμένες φωλιές από σαντιγί να θυσιάζονται στο διάβα του, να συνεχίζει απτόητο προς το παντεσπάνι, να μπερδικλώνεται στα γλασαρισμένα κερασάκια, να ορθώνεται ξανά και να προχωράει αμέριμνο προς τα σοκολατένια καγκελάκια, το ζαχαρωτό σπιτάκι κι ύστερα προς τη λίμνη από μπλε ζελέ. Η μοναχικότητα, η ιδιωτική ποιότητα της στιγμής ήταν το ένα και μοναδικό αληθινά ονειρικό στοιχείο• απομεινάρια από τούρτες γενεθλίων κοντινές στην εντυπωσιακή περιγραφή είχα φάει ουκ ολίγες φορές και δη με κουτάλι της σούπας, παρέα πάντα με τους λιλιπούτειους καλεσμένους των παιδικών πάρτυ μας και συνοδεία των τριών, που αργότερα έγιναν τέσσερα, αδερφών μου.
  Χρειάστηκε να γίνω εξαιρετικά περιγραφική για να την πείσω. Ήμουν επίσης αφοπλιστικά ειλικρινής: “Μαμά, με αφήνεις να αγοράσω μια τούρτα και να τη φάω όλη μόνη μου; Έχω δει πολλές φορές στον ύπνο μου να τρώω μια μεγάλη τούρτα, μια ολόκληρη τούρτα, μια τούρτα μόνο για μένα. Αχ, πόσο τη λιμπίζομαι αυτή την ολόδική μου τούρτα του ονείρου!” Για ψυχανάλυση τότε δεν πολυ-ήξερε η μαμά μου κι ήταν αρκούντως θρήσκα για να δεχτεί της επιρροές της λίμπιντο στον τρόπο που γυρίζει η γη, αλλά δε θα δεχόταν, ακόμη και να ‘ξερε, καμιά από τις παραδοχές της. Ούτε κι ελόγου μου έχω κατασταλάξει στο αν το όνειρο είχε σεξουαλικό υπόβαθρο, εκείνη την περιβόητη αχόρταγη φύση μου που κάποιος, κάποτε στηλίτευσε με μένος. Ίσως η γαργαντουική όρεξη να ήταν διάθεση να εγκολπώσω τα πάντα ως βασίλισσα αμοιβάδα, να αισθανθώ τον απόλυτο έλεγχο -έστω για όσο διαρκεί ένα όνειρο- μια αίσθηση που ήταν ανέφικτη μέσα σε ασφυκτικό κλοιό πολύτεκνης οικογένειας.
  Η τούρτα που ονειρευόμουν ήταν στρογγυλή και υπερφυσικά μεγάλη. Λευκή και άσπιλη σαν κύκνος. Η πραγματικότητα πάντα διαφέρει, κι έτσι, αγόρασα μια τούρτα ορθογώνια, γεύση σοκολάτα ή μάλλον μπλακ φόρεστ, γιατί οι υπόλοιπες διαθέσιμες προοριζόταν για καμιά δεκαριά άτομα και η μαμά δε με είχε χαρτζιλικώσει τόσο ασύνετα. Είχε ρωτήσει πρώτα τον εξομολόγο της, εν ολίγοις είχαμε στρέψει τα μάτια στους ουρανούς για φώτιση. Ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος επέτρεψε την πραγματοποίηση του ονείρου μου, μέσω του σεπτού λειτουργού του, ο οποίος βρήκε τη παιδική σκέψη μου ανούσια κουταμάρα δίχως κακές προεκτάσεις και θεώρησε άτοπο να μου μείνει απωθημένο.
  Με έγκριση Κυρίου να ριχτώ στο θανάσιμο αμάρτημα της λαιμαργίας το σχέδιο μπήκε σε ενεργό δράση. Η τούρτα τοποθετήθηκε με κινήσεις ιεροτελεστίας σε ένα γυαλιστερό μπορντώ χάρτινο κουτί που έγραφε επάνω “Ρόδον” και είχε ένα λευκό τριαντάφυλλο μπουμπούκι να κάθεται επάνω στο στριφογυριστό κοτσάνι του. Τα χέρια μου βοήθησαν στη συναλλαγή. Τα πόδια μου βγήκαν χοροπηδώντας από το ζαχαροπλαστείο -ήταν μεγάλη μέρα. Πήγα γραμμή στο ποδήλατο, φόρτωσα την πραμάτεια μου, την οποία κουβάλησα με όλη μου τη μαεστρία ευθεία, όλο ευθεία στη Ρήγα Φεραίου, μέχρι το ποτάμι.
  Είχα φροντίσει να κουβαλήσω στην τσέπη μου ένα ασημί κουταλάκι γλυκού που θα μου έκοβε λίγο τη φόρα και θα μου επέβαλλε τρόπους σαβουάρ-βιβρ στο απόμερο πικ-νικ μου. Βρήκα την πιο καλή κρυψώνα, κάπου ανάμεσα σε φουντωτά φυλλώματα που οι αχτίνες του ήλιου διαπερνούσαν μόνο για να χαράξουν φωτεινά τρίγωνα στο πεζούλι. Άνοιξα ευλαβικά το κουτί και άρχισα να τρώω με αποφασιστικότητα. Χωρίς να πεινάω. Ήταν ιεροτελεστία, μεταλαβιά, ξαλάφρωμα από το ταμπού της μοναχοφαγίας -καταραμένη και άκρως απαγορευμένη συνήθεια. Το παιδικό μου στομάχι στο τέλος δε χώρεσε όλη την κρέμα σοκολάτα με τα αμύγδαλα, το αφράτο παντεσπάνι και τα κερασάκια. Πήραμε όλοι μαζί το δρόμο του γυρισμού, το χαρτονένιο κουτί να έχει δανείσει λίγο από το βάρος του στην κοιλιακή μου χώρα.
  Στο σπίτι έκρυψα τον προσωπικό μου θησαυρό στο περβάζι του δωματίου μου, πίσω από την κουρτίνα, γιατί το όνειρο στην αυθεντική του εκτέλεση ορμήνευε να φάω τη λιχουδιά μόνη μου, όχι να τη μοιραστώ. Δε θυμάμαι τι έκανα αργότερα με όση περίσσεψε, ξέρω μόνο πως η εκπλήρωση του ονείρου δε με συγκίνησε ιδιαίτερα, ούτε με σημάδεψε ως μοναδική στιγμή απόλαυσης, όπως περίμενα.

  Ίσως ήταν η πρώτη φορά που μου φανερωνόταν με σαφήνεια ετούτη η οδυνηρή πραγματικότητα πως τα όνειρα είναι μάλλον καλύτερο να μένουν όνειρα• μόνο που δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή, χρειάστηκε μάλιστα να υποφέρω μπόλικες αποκαθηλώσεις για να το χωνέψω. Στο εξής αποφεύγω επιμελώς τις μεγάλες συνειδητοποιήσεις, γιατί χωνεύονται δυσκολότερα ακόμη κι από τις πιο μεγάλες τούρτες.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Μα τι να είναι αυτό που παραμένει πάντα αληθινό.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία χώρα μακρινή της Ανατολής, ζούσε ένας σοφός γερο-βασιλιάς. Το παλάτι του ήταν πελώριο, η αυλή του αξιοθαύμαστη και τα κατορθώματά του αμέτρητα. Ποτέ δε ζητούσε πολλά και περνούσε το χρόνο του με τη μία και την άλλη ασχολία. Ήταν πολύ μορφωμένος και είχε διαβάσει τα κείμενα και τις γραφές πολλών άλλων πολιτισμών και θρησκειών. Και παρόλο που είχε καταφέρει τόσα και οι άνθρωποί του τον σέβονταν βαθιά για τη σοφία του, ένιωθε πως κάτι έλειπε. Κι έτσι μια μέρα μάζεψε τους πιο έξυπνους συμβούλους του, όλους τους μεγάλους άντρες και σοφούς της χώρας, και τους ανέθεσε να βρουν αυτό που πάντοτε παραμένει αληθινό. Κάτι που θα παρέμενε αληθινό όταν είναι ευτυχισμένος ή λυπημένος, αληθινό την άνοιξη αλλά και το χειμώνα, αληθινό στις μεγάλες νίκες αλλά και στις μεγάλες ήττες.


Οι σοφοί φαίνονταν μπερδεμένοι, «μα τί να είναι αυτό που είναι πάντα αληθινό;» αναρωτιόντουσαν. Κι έτσι αναχώρησαν για τις άκρες του βασιλείου και προχώρησαν κι ακόμα παραπέρα, σε χώρες μακρινές, μήπως κι ανακαλύψουν την αλήθεια αυτή που τους ζήτησε ο βασιλιάς. Συμφώνησαν να επιστρέψουν στο βασίλειο ένα χρόνο μετά και να πουν στο βασιλιά τι ήταν αυτό που είχαν ανακαλύψει.

Εκτός από έναν. Αυτός παρέμεινε στο μικρό του αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους και συνέχισε να φροντίζει τον κήπο του. Οι χωρικοί και οι αυλικοί, κάθε φορά που τον προσπερνούσαν, έλεγαν «να ένας τεμπέλης σοφός, που δεν προσπάθησε ούτε καν να συνομιλήσει με τον παππά της διπλανής πόλης, κάθεται απλώς στον κήπο του και παρακολουθεί τα πουλιά και τα σύννεφα ή χαζεύει τα δέντρα. Σίγουρα ο βασιλιάς θα δυσαρεστηθεί πολύ μαζί του.» Κι έτσι κύλησε ένας χρόνος και ο σοφός γέρος παρακολούθησε την άνοιξη να δίνει τη θέση της στο καλοκαίρι κι εκείνο με τη σειρά του να παραχωρεί τη θέση του στο φθινόπωρο και είδε πως τα φυτά ξεραίνονταν για να ζωντανέψουν ξανά. Είδε πως τα πουλιά έρχονταν κι έφευγαν και πως πέθαιναν τα μεγάλα δέντρα, μόνο που όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, χάριζαν με το θάνατό τους τη ζωή σε πολλά έντομα και ένα σωρό άλλα πλάσματα.
Όταν πια είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος, όλοι οι σοφοί μαζεύτηκαν στην αυλή, έτοιμοι ν’ αφήσουν άναυδους τους ανθρώπους γύρω τους με όλα όσα είχαν μάθει. Είπαν παραμύθια και γρίφους από τόπους μακρινούς και κοντινούς, μιλούσαν με την αβρότητα και τη δεξιοτεχνία των καλλιεργημένων ανθρώπων, προκαλώντας τους γύρω τους να σκεφτούν μέχρι που το κεφάλι τους πόνεσε. Αλλά ο βασιλιάς εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιημένος. Στο τέλος, ο γερο-σοφός που γνωρίζουμε – εκείνος που κατοικούσε στο αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους – έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε στο βασιλιά: «Μεγαλειότατε, έχω δει αυτό που παραμένει πάντα αληθινό. Είναι αυτό που παραμένει αληθινό στην κήπο μου και στο δάσος.» Όλοι γέλασαν μαζί του, σκέφτηκαν «ηλίθιος γερο-ανόητος». «Είναι αυτό που παραμένει αληθινό είτε βρίσκεται στο βασίλειό σου, είτε στα πέρατα της ίδιας της Γης. Και είναι αυτό που παραμένει αληθινό και στην καρδιά μου.»
«Γιατί πράγμα μου μιλάς λοιπόν;», ρώτησε ο βασιλιάς. «Ποιά είναι αυτή η αλήθεια;»

Ο γέρος έγειρε το κεφάλι του και μίλησε απαλά, σαν τον αέρα που παρασέρνει τα τελευταία φθινοπωρινά φύλλα μέσα από τα παράθυρα, ρίχνοντάς τα στα μεγαλοπρεπή πατώματα του παλατιού. «Κι αυτό επίσης θα περάσει», είπε κι απομακρύνθηκε, επιστρέφοντας στο αγρόσπιτό του στην άκρη του δάσους.
Κι επιτέλους ο βασιλιάς φάνηκε να ικανοποιείται.


[ΠΗΓΗ: ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ παραμύθια και ιστορίες που μας αφηγείται η ζωή: http://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com/ ]

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

ΞΕΝΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΥ: μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία – ο άλυτος αλγόριθμος αναζήτησης της ευτυχίας

«Ο Σίσυφος-Ξένος διάκειται υπεροπτικά απέναντι στα ιστορικά ή θεολογικά διδάγματα που θέλουν οι Άλλοι να του μεταφέρουν, διότι του είναι Ακατανόητα εν συγκρίσει με το απλούστατο φαινόμενο της ζωής. Ο Σίσυφος, όπως και όλοι οι χαρακτήρες που έπλασε ο Καμύ, δεν μπορεί να κατηγορήσει τον εαυτό του ότι είναι αδέξιος ή ότι απευθύνει ανόητες εκκλήσεις προς τον κόσμο που τον περιπτύσσει.  Οι ερωτήσεις του, αντιθέτως είναι εύστοχες, πλην όμως δεν πρόκειται να τύχουν αποκρίσεως, εφόσον το ασαφές σύμπαν, όπου αυτές απευθύνονται, είναι Παράλογο και Αδιάφορο». Η σημαντική αυτή παρατήρηση του Αλέξη Ζήρα στο δοκίμιό του για τον Καμύ «Μαθητεία στο Παράλογο», αποκτά άλλη βαρύτητα, νοηματοδοτείται εκ νέου, εάν κάνουμε την εξής μετατόπιση: είναι παρά-λογο το σύμπαν, διότι ο Λόγος των προσώπων του Καμύ, η θέαση του κόσμου, η οπτική τους πάνω στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων, είναι διαφορετικά από αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μέσον όρο. Κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει παρα-λογισμός και α-λογία.  Υπάρχουν πολλές διαφορετικές λογικές, με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και διαφορετικές οδούς προσέγγισης. Παράλογος είναι ο άνθρωπος που αδυνατεί να κατανοήσει αυτήν την διαφορετικότητα και να την αποδεχθεί ως υπαρκτή, αναμενόμενη και φυσιολογική. Παράλογο είναι το μονοδιάστατο σύμπαν που διαμορφώνουν οι βεβαιότητες της μιας αλήθειας, του ενός και μόνου Λόγου… Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας. [Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού»]


Πού έγκειται όμως αυτή η διαφορετικότητα των ηρώων του Καμύ και πώς καταφέρνει ο ίδιος να την εντοπίσει, να την καταγράψει, να την αναπλάσει και να την διαχειριστεί; Ας δούμε την περίπτωση του Ξένου.
Ο Α. Καμύ ολοκληρώνει τον Ξένο τον Μάιο του 1940 και τον εκδίδει το 1942. Έναν χρόνο μετά, το 1943, ο Leo Kanner θα δημοσιεύσει μια έρευνα για τον «πρώιμο βρεφικό αυτισμό» και δύο χρόνια αργότερα, το 1944, ο Hans Asperger θα δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έρευνάς του πάνω σε μια ομάδα παιδιών που παρουσίαζαν μια μορφή αναπτυξιακής διαταραχής, μιλώντας για «αυτιστική ψυχοπάθεια». Σαράντα σχεδόν χρόνια αργότερα, το 1981, η Lorna Wing θα μιλήσει για σύνδρομο Asperger περιγράφοντας μια ομάδα παιδιών και ενηλίκων με παράξενες κοινωνικές, γλωσσικές και γνωσιακές δεξιότητες. Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου, ο όρος χρησιμοποιείται από τους ειδικούς, όταν αναφέρονται σε διαταραχές του φάσματος του αυτισμού που παρατηρούνται σε άτομα ικανά νοητικά, με ευχέρεια λόγου (Βάγια Παπαγεωργίου 2005). Σήμερα, αρκετοί άνθρωποι, λίγο ή πολύ, έχουμε ακούσει για αυτήν τη νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από σοβαρή απόκλιση στην αμοιβαία κοινωνική αλληλεπίδραση και στην επικοινωνία (Klin κ.α.2000). Πρόκειται για μια αυτιστική διαταραχή, όπως έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε αυτό που παρεκκλίνει από τον μέσο όρο του “νευροτυπικού', του φυσιολογικού ανθρώπου. Από την άλλη μεριά, για τον Αυτισμό έχουμε ακούσει όλοι. Πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε εμείς ως φυσιολογικοί τον διαφορετικό κόσμο του αυτισμού; Πόσο ο δικός μας κόσμος αποτελεί τον κανόνα, πόσο μετουσιώνει τους νόμους της λογικής και πόσο ο κόσμος ενός Άλλου που αντιλαμβάνεται διαφορετικά τις ανθρώπινες σχέσεις και που η επικοινωνία έχει γι’ αυτόν τους δικούς της κανόνες, είναι παράλογος; Εάν η πλειοψηφία των ανθρώπων είχε τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής, τότε ο θεωρούμενος φυσιολογικός, ο μέσος, ο νευροτυπικός  άνθρωπος, θα ήταν ο διαταραγμένος. Εκείνος εν τέλει θα ήταν ο Ξένος.
Ο Καμύ, παρόλο που υποθέτουμε πως δεν γνώριζε τίποτε για τον αυτισμό και πολύ περισσότερο ήταν εντελώς αδύνατον να γνωρίζει οτιδήποτε για το σύνδρομο Asperger, ωστόσο ψυχογραφώντας την προσωπικότητα του Ξένου, κάνει την πρώτη σκιαγράφηση του πνευματικού και συναισθηματικού κόσμου του Αυτιστικού ανθρώπου, ιδιαίτερα αυτού που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος, γιατί διαθέτει δημιουργικό λόγο και υψηλό νοητικό οπλισμό. Όπως
έχει σημειώσει και ο ψυχίατρος Christopher Badcock, ειδικός σε θέματα αυτισμού και ψυχώσεων, στο περιοδικό Psychology today (2010):
At the very time that Asperger and Kanner were first independently describing autism during the early 1940s, Albert Camus published his most famous novel, The Outsider (L’ Étranger). Although Camus knew nothing of autism, the book is a striking depiction of a high-functioning autistic.
Πού, όμως, μπορεί πραγματικά μια τέτοια διαπίστωση να στηριχθεί; Πόσο τεκμηριωμένη επιστημονικά, πόσο δικαιολογημένη ιστορικά και προ πάντων κατά πόσο δικαιωμένη λογοτεχνικά ενδέχεται να είναι; Ξεκινώντας με το πρώτο: σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα για τον έλεγχο των διαταραχών ανάπτυξης DSM-IV (APA 1994), για να τεθεί η διάγνωση του Αυτισμού σε έναν άνθρωπο, είτε παιδί είτε ενήλικα, θα πρέπει να υπάρχουν, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, τουλάχιστον έξι από τα παρακάτω «συμπτώματα» (με τον περιορισμό να υπάρχουν δύο τουλάχιστον από τον πρώτο τομέα και τουλάχιστον από ένα στους άλλους δύο τομείς):
1. Ποιοτική έκπτωση στην κοινωνική συναλλαγή, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα: α. έκδηλη έκπτωση στη χρήση εξωλεκτικών συμπεριφορών, όπως το κοινωνικό χαμόγελο, η βλεμματική επαφή, η έκφραση του προσώπου και οι χειρονομίες για την ρύθμιση της κοινωνικής συναλλαγής, β.αποτυχία στην ανάπτυξη ανάλογων με το αναπτυξιακό επίπεδο σχέσεων με τους συνομηλίκους, γ. έλλειψη αυθόρμητης επιδίωξης συμμετοχής σε απολαύσεις, ενδιαφέροντα ή επιτεύγματα με άλλους ανθρώπους, δ. έλλειψη κοινωνικής ή συγκινησιακής αμοιβαιότητας.
2. Ποιοτική έκπτωση στην επικοινωνία, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: Α. καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ομιλούμενης γλώσσας, ή σε άτομα με επαρκή ομιλία: α. έκπτωση της ικανότητας να αρχίσουν ή να συνεχίσουν μια συζήτηση με άλλους, β. χρήση ιδιοσυγκρασιακής γλώσσας, Β. έλλειψη ποικίλλοντος αυθόρμητου παιχνιδιού με παίξιμο ρόλων ή κοινωνική μίμηση.
3. Περιορισμένα, επαναληπτικά και στερεότυπα πρότυπα συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων και δραστηριοτήτων, όπως εκδηλώνονται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: α. ενασχόληση με περιορισμένα και στερεότυπα πρότυπα ενδιαφέροντος, η οποία είναι μη φυσιολογική είτε σε ένταση είτε σε εστίαση, β. εμμονή σε ειδικές μη λειτουργικές συνήθειες ή “τελετουργίες', στερεότυποι και επαναληπτικοί κινητικοί μανιερισμοί, γ. επίμονη ενασχόληση με τμήματα αντικειμένων ή δευτερεύουσες λεπτομέρειες. (Ε.Κακούρος- Κ.Μανιαδάκη 2002)
Τι σημαίνουν όμως οι όροι: έκπτωση, ποιότητα, έλλειψη, στερεότυπο, φυσιολογικό, πρότυπο, περιορισμένο; Με ποιον τρόπο ορίζονται, σταθμίζονται και μετριούνται; Αν θελήσουμε να διαγράψουμε από την μνήμη μας ό, τι μάς έμαθε η συμβίωσή μας με άτομα που σκέπτονται, αισθάνονται και επικοινωνούν με έναν συγκεκριμένο  τρόπο, ο οποίος επικράτησε, γιατί βολεύει ή ταιριάζει ίσως στους πιο πολλούς, θα δούμε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, όπως φαίνονται εξ αρχής.
Παρολαυτά, ακόμη και μ’ αυτήν την “άκαμπτη' ή και αμφιλεγόμενη, στον βαθμό που είναι αρκετά υποκειμενική, αξιολόγηση, ο  Μερσώ, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του Καμύ στον Ξένο, συγκεντρώνει με βεβαιότητα τα εξής χαρακτηριστικά:
1.α.,1.δ.,(σε μεγαλύτερο βαθμό), 1.β.,1.γ.(σε μικρότερο)
2.Α.(σε άτομα με επαρκή ομιλία): α
3.α.και 3.γ(εν μέρει)
Αλλά εάν κάποιος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με σκεπτικισμό τη βεβαιότητα μιας διαπίστωσης, όπως η παραπάνω, πολύ δύσκολα θα αμφισβητούσε την ύπαρξη αρκετών χαρακτηριστικών, από όσα αναφέρουν οι σύγχρονοι ερευνητές για το σύνδρομο Asperger ή, κατά άλλους για τον αυτισμό υψηλής λειτουργικότητας, στον Μερσώ, διαβάζοντας προσεκτικά τον Ξένο, μέσα βεβαίως από ένα τέτοιο πρίσμα.
[…] [Aπόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο]

5. Μόνωση και συνύπαρξη: κατανοώντας τον Άλλον
Να είμαστε ευχαριστημένοι ως άνθρωποι που κατέρρευσε η μακρόχρονη εξαπάτησή μας και είδαμε αυτό που μάς απειλεί. Να είμαστε ευχαριστημένοι ως καλλιτέχνες που απαλλαγήκαμε από την νάρκη και την κουφότητα… ενώπιον της αθλιότητας, των φυλακών, του αίματος (Αλμπέρ Καμύ)
Αντί επιλόγου
Ένας κόσμος που μπορούμε να τον εξηγήσουμε χρησιμοποιώντας ακόμα και πρόχειρες δικαιολογίες είναι ένας κόσμος οικείος, φιλικός. Αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν στερημένο ξαφνικά από ψευδαισθήσεις και φώτα, ο άνθρωπος νιώθει σαν Ξένος. Σ’ αυτήν την εξορία, τη στερημένη από τις αναμνήσεις μιας χαμένης πατρίδας ή από την ελπίδα μιας γης της επαγγελίας, δεν υπάρχει βοήθεια. Αυτή η απόσπαση του ανθρώπου από την ζωή του, του ηθοποιού από το σκηνικό του, αποτελεί κυριολεκτικά το συναίσθημα του παραλόγου. (Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σισύφου)[95]

Ένας άνθρωπος που αισθάνεται ότι δεν ανήκει πουθενά, σαν να προέρχεται από έναν άλλον κόσμο, όπου όλα είναι απλά, εξηγήσιμα, κυριολεκτικά, όπου όλοι λένε ακριβώς ό, τι σκέπτονται χωρίς τα φίλτρα του κοινωνικού συναισθήματος, όπου η σκέψη για την σκέψη είναι πολύ πιο εύκολη από την σκέψη για την δράση, όπου ο χρόνος έχει τους δικούς του εσωτερικούς ρυθμούς, όπου οι άνθρωποι μιλούν μόνο όταν είναι ανάγκη ή μιλούν μόνο για ό, τι πραγματικά επιθυμούν… και ξαφνικά διαπιστώνει πως βρίσκεται ανάμεσα σε όντα που δεν ενοχλούνται από τους δυνατούς θορύβους, τα έντονα χρώματα και το φως, τα οποία μάλιστα πολλές φορές τα θεωρούν και ως μέρος της ψυχαγωγίας τους, που «άλλα λένε και άλλα εννοούν»· που οι λέξεις τους ως κύριο μέσο επικοινωνίας, αλλάζουν σημασίες ανάλογα με τον επιτονισμό και την χροιά της φωνής τους, το βλέμμα ή την έκφραση του προσώπου, τις χειρονομίες και την στάση του σώματος· που η επικοινωνία τους καθορίζεται από το πού βρίσκονται, ποιος είναι ο σκοπός, το μέσον, ο αποδέκτης του μηνύματος, που θα πρέπει να καθορίζουν το ύφος του επικοινωνιακού τους οργάνου από τις κάθε φορά περιστάσεις. Ένας κόσμος τόσο πολύπλοκος, για να ειπωθεί ακόμα και το πιο απλό πράγμα… Πού βρίσκεται ο πολιτισμός από τον οποίο προήλθε; Τι μέλλον έχει σ’ έναν κόσμο τόσο διαφορετικό, που τους κανόνες του δεν μπορεί να κατανοήσει, πόσο μάλλον να αφομοιώσει, που τον αισθάνεται παράλογο κι εκείνος τον αντιμετωπίζει ως Ξένο; Η απάντηση, όπως και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί μέσα από την γνώση, την συνειδητότητα, την ανατοποθέτηση του Εγώ και του Άλλου.

Από την άλλη πλευρά, δεν θα πάψουμε να αναρωτιόμαστε, αλλά και να θαυμάζουμε το πώς κατάφερε ο Καμύ να αποτυπώσει με τέτοιαν ακρίβεια αυτόν τον επιφανειακά απλό αλλά κατά βάθος τόσο πολύπλοκο ψυχισμό, χωρίς να μπορεί βέβαια να γνωρίζει τις έρευνες που θα γίνονταν στον τομέα αυτόν από την επιστήμη της Ψυχιατρικής τα 70 χρόνια που ακολούθησαν την πρώτη έκδοση του Ξένου. Αλλά η απάντηση σε μιαν τέτοιαν αναρώτηση δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Είτε αποδώσουμε το παραπάνω γεγονός στην διορατική παρατηρητικότητά του, είτε σε εσωτερικά του στοιχεία είτε σε χαρακτηριστικά ανθρώπων του άμεσου περιβάλλοντός του είτε απλά και μόνο στην αφηγηματική του ιδιοφυία, τίποτε κατ’ ουσίαν δεν αλλάζει. Ο Καμύ έχει δημιουργήσει έναν (αντι)ήρωα-σύμβολο του ανθρώπου που καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες, ενός που είναι Ξένος στην κοινωνία όπου ζει:
Ο ήρωας του βιβλίου καταδικάζεται, γιατί δεν τηρεί τους κανόνες. Με την έννοια αυτή είναι ξένος στην κοινωνία που ζει. Ζει στο περιθώριο, στα περίχωρα της ιδιωτικής, μοναχικής αισθησιακής ζωής. (Αλμπέρ Καμύ, Πρόλογος στην αγγλική έκδοση του Ξένου)

Ο «απροσάρμοστος» στις συλλογικές συμβάσεις κινεί στην πρώτη ευκαιρία τους διωκτικούς μηχανισμούς της κοινωνίας, η οποία εφαρμόζει μιαν εξοντωτική στρατηγική έναντί του, που εξυπηρετεί, σύμφωνα με τα πρωτογονικά ακόμη, στο στοχαστικό τους πυρήνα, ένστικτά της, την αυτοπροστασία της. Όποιος δεν εφαρμόζει τον Κανόνα εξοντώνεται: ας  παραδειγματιστούν όσοι υποψιάζονται πως η θεσμική αυτή λογική, κάπου χωλαίνει.
Η πεποίθηση του Γάλλου συγγραφέα ότι το άτομο είναι αθώο μπροστά στην πολυπλοκότητα και το παράδοξο του κόσμου, τον οδηγεί στη σκέψη ότι η μοναδική διέξοδος από την εμπλοκή βρίσκεται στο γεγονός της εξέγερσης… Η εξέγερση για τον Καμύ ισοδυναμεί με κατάφαση στο γεγονός της ζωής. Παραπαίοντας, στερημένος καθ’ ολοκληρίαν από την δυνατότητα αναγωγής σε σταθερές αξίες, ο σύγχρονος άνθρωπος αναζητεί κάποιο λόγο συνύπαρξης με τον κόσμο… Οι ελάχιστα ήρωες των έργων του Καμύ ουδέποτε διαθέσιμοι σε περιπέτειες που έχουν ως αυτοσκοπό την δράση αναζητούν απλώς την δικαίωση της καθημερινής τους ζωής. (Αλέξης Ζήρας, “Μαθητεία στο Παράλογο)

Πόσο δραστικότερα προβάλλουν τα παραπάνω, εάν τα θεωρήσουμε μέσα από την ματιά του ανθρώπου που, αθώος από την συμβατικότητα της κοινωνικότητας, από το ειθισμένο της συνύπαρξης, αναζητά το λελογισμένο, το αποδεκτό, το κατανοητό, που γι’ αυτόν η εξέγερση συνιστά την κατάφαση στο δικαίωμα τού να είναι κανείς διαφορετικός. Γι’ αυτό και για τον Καμύ η επανάσταση γίνεται αποδεκτή, όσο διαρκεί ως πράξη εναντίωσης του ατόμου στο συλλογικά καθιερωμένο και αποδεκτό. Όταν αυτή δημιουργεί μιαν καινούργια νόρμα, όπου η ατομικότητα καλείται να καθυποταχθεί στις επιταγές ενός νέου μαζικού κανόνα, παύει να αποτελεί εξέγερση. Το διαφορετικό άτομο εξακολουθεί να παραμένει ένας παρίας.
Αξίζει στο σημείο αυτό να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο πώς αντέδρασαν διαβάζοντας τα χειρόγραφα του νέου τότε συγγραφέα, προτού εκδοθούν από τον οίκο Γκαλιμάρ, σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, για να μπορέσουμε να σταθμίσουμε την επίδραση που άσκησε το έργο του.

Ο δάσκαλός του στο λύκειο του Αλγερίου, και αργότερα στη Φιλοσοφική Σχολή, Ζαν Γκρενιέ, (για τον οποίο ο ίδιος ο Καμύ είχε αναρωτηθεί: «θα ξέρω άραγε ποτέ πόσα πολλά τού οφείλω;»), θα πει: “Διάβασα τα χειρόγραφά σου. Ο Ξένος πολύ πετυχημένος- ιδίως το δεύτερο μέρος παρά την επιρροή του Κάφκα που κάπως με ενοχλεί. Οι σελίδες που αναφέρονται στην φυλακή είναι ανεπανάληπτες…  Ο Ζαν Πωλάν (1884 - 1968), λογοτεχνικός κριτικός, συγγραφέας και διευθυντής επί τριακονταετία της λογοτεχνικής επιθεώρησης La Nouvelle Revue Francaise, θα πει: «Στ’ αλήθεια ο Ξένος είναι καταραμένα καλός», προσθέτοντας όταν έγραφε στον ίδιο τον Καμύ, «Θεωρώ τον Ξένο πολύ μεγάλο έργο. Άλλοτε μού θυμίζει τον Κάφκα και άλλοτε τον Ευγένιο Συ, πράγμα που είναι σημάδι του διαφορετικού, όλων αυτών που επιτυγχάνει με την πιο παράξενη ενότητα.»

Ο Ρεμόν Κενώ (υπερρεαλιστής ποιητής, μέλος Επιτροπής Ανάγνωσης και επιμελητής του εκδοτικού οίκου Γκαλιμάρ) ο οποίος έκανε την διόρθωση των πρώτων τυπογραφικών δοκιμίων του Ξένου, θα γράψει σε μια επιστολή του προς τον  Καμύ: «Επιτρέψτε μου να σάς εκφράσω την συμπάθεια και την εκτίμηση που νιώθω για το έργο σας: είναι πολύ μεγάλη».
Ο Αντρέ Μαλρώ με εξαιρετική οξυδέρκεια θα παρατηρήσει για το μυθιστόρημα αυτού του νέου συγγραφέα: «Μόλις τελείωσα τα χειρόγραφα του Καμύ… Όσον αφορά τον Ξένο, πρόκειται εμφανώς για κάτι το σημαντικό. Η δύναμη και η απλότητα των μέσων που τελικά αναγκάζουν τον αναγνώστη να δεχτεί την άποψη του ήρωα αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο βαθμό που η τύχη του βιβλίου εξαρτάται από το κατά πόσον τούτος ο χαρακτήρας είναι πειστικός ή όχι. Κι αυτό που έχει να πει ο Καμύ πείθοντάς μας παράλληλα δεν είναι αμελητέο.» Θα γράψει στον ίδιο: «Αυτό που έχει σημασία είναι πως και με τα δύο βιβλία (τον Ξένο και τον Μύθο του Σίσυφου) συγκαταλέγεστε μεταξύ των συγγραφέων που υπάρχουν, έχουν φωνή και σύντομα θα έχουν αναγνώστες και παρουσία. Δεν είναι και τόσο πολλοί… Κάνετε ένα είδος ηθικής αλληγορίας για το παράλογο. Δεν έχετε παρά να ασχοληθείτε και με την ψυχολογία».

Ο Αλμπέρ Καμύ θα ζήσει μια πολύ έντονη ζωή σε μια εποχή κρίσεων, ανακατατάξεων και αντιπαραθέσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας. Θα γίνει μέλος του Αντιφασιστικού Κινήματος το 1933, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Αλγερίου το 1934, του Αντιστασιακού Δικτύου “Μάχη' το 1942 αλλά και της Unesco, οργανώσεις από τις οποίες και θα αποχωρήσει για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Θα αρθρογραφήσει σε πολλές εφημερίδες της Γαλλίας και του Αλγερίου, θα γράψει άλλα δύο εμβληματικά μυθιστορήματα: Η πανούκλα το  1947 και Η πτώση το 1956. Θα βραβευθεί από την Σουηδική Ακαδημία το 1957 με το Βραβείο Νόμπελ. Θα σχετισθεί, θα συνεργασθεί αλλά και θα αντιπαρατεθεί με μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, όπως ο Αντρέ Μαλρώ, ο Λουί Αραγκόν, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Θα ασχοληθεί παθιασμένα με το θέατρο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, επικεφαλής θιάσου, συγγραφέας. Θα διασκευάσει και θα σκηνοθετήσει έργα, όπως το Ρέκβιεμ για μια Καλόγρια του Φώκνερ(1956), Ο Ιππότης του Ολμέντο του Λόπε ντε Βέγκα(1957), οι Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι (1959). Θα γράψει σημαντικά φιλοσοφικά, πολιτικά και κριτικά δοκίμια, όπως τα Επίκαιρα Ι,ΙΙ,ΙΙΙ και ο Επαναστατημένος Άνθρωπος. Και αφού δώσει μια πολύχρονη νικηφόρα μάχη με την φυματίωση, θα σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μαζί με τον Μισέλ Γκαλιμάρ το 1960 στη Γαλλία. Το ημιτελές χειρόγραφό του Ο Πρώτος Άνθρωπος που θα βρεθεί στην τσάντα του στο χώρο του ατυχήματος, θα εκδοθεί το 1994 από τον οίκο Γκαλιμάρ.
Με το οριακό του έργο αναμφισβήτητα σφράγισε την πορεία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας υιοθετώντας μιαν ιδιαίτερη και παράδοξη για τους περισσότερους αφηγηματική οπτική. Με την πρωτοτυπία και τον ριζοσπαστισμό της σκέψης του καθόρισε την εξέλιξη του ευρωπαϊκού στοχασμού, θέτοντας με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο τον αυτοκαθορισμό του Εγώ μέσα από τον Άλλον, την έννοια και τις διαστάσεις της εξέγερσης.

Ως εκ τούτου οι ελάχιστα ήρωες του Καμύ διεκδικούν στο όνομα όλων μας, αλλά για τον καθένα χωριστά, αυτό που δεν κατάφεραν οι συλλογικότητες μέχρι στιγμής να επιτύχουν: τον σεβασμό στο μοναδικό πρόσωπο, την ατομική ιδιοσυγκρασία, το δικαίωμα να αισθάνεται, να σκέπτεται και να δρα κανείς με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, σε μια κοινωνία που θα αποδέχεται το διαφορετικό όχι ως δικαίωμα, αλλά ως αναγκαστικό, ως μόνο τρόπο ολοκλήρωσης του Εαυτού. Η ανάγνωση του Ξένου, με όποιον τρόπο εν τέλει κι αν γίνει, αποτελεί μια σπουδή στον ανθρώπινο ψυχισμό, μια πολύσημη μελέτη της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία, αυτού του άλυτου αλγόριθμου της αναζήτησης της τελείωσης και της ευτυχίας.
`


[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Ξένος του Albert Camus, μια καταβύθιση στον κόσμο του αυτισμού», εκδ. .poema…, 2014 - Άννα Αφεντουλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο ασχολήθηκε με την ποίηση του Α. Εμπειρίκου και τη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία. Ζει στην Πρέβεζα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η ποιητική της συλλογήΕλλείπον Σημείο (2010) ήταν στη μικρή λίστα υποψήφιων βιβλίων για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περ. «διαβάζω». Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος Θεσσαλονίκη 2012 (Ιανός) καθώς και στην ανθολογία The Red Thread, Contemporary tales from Athens to Essex (AutoPrint, Essex 2013). Πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι η ποιητική συλλογή Ιστορίες εικονικής ισορροπίας(Εκδόσεις Γαβριηλίδης) ]

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Νάνος Βαλαωρίτης, Και γιατί να μην φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο;

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ: Ένα κοριτσάκι γύρευε μια φορά από τη μάνα της το φεγγάρι. Αλλά η μάνα της που ήτανε πονηρή και δεν ήξερε τι να κάνει πήγε σ’ ένα μαγαζί και ρώτησε πόσο κάνει το φεγγάρι. Ο υπάλληλος του μαγαζιού την κοίταξε με ύφος παράξενο και της είπε: «Δεν πάτε αλλού να κοροϊδέψετε κυρία μου» - αλλά η κυρία επέμενε λέγοντας:  «Πήγαινέ με στο Διευθυντή αλλιώς το κοριτσάκι μου θα πεθάνει». Και την πήγανε τέλος πάντων στο Διευθυντή. «Κυρία μου εμείς δυστυχώς δεν πουλάμε το φεγγάρι. Γιατί δεν πηγαίνετε στο φαναρτζίδικο κι ίσως εκείνοι θα σας πούνε πού να πάτε» (ένα παραμύθι του Νάνου Βαλαωρίτη με καλό συμβολικό τέλος, από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή παραμυθολογία: «κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινίσει»)



Και πήγε η δυστυχισμένη στο φαναρτζίδικο και ζήτησε το φεγγάρι. Και της είπανε: «Τώρα ήρθες ευλογημένη – αν ερχόσουνα πέντε λεπτά πριν κάτι θα γινότανε – αλλά τώρα έφυγε ο πρώτος φαναρτζής που ανάβει κάθε νύχτα το φεγγάρι». Τότε πήγε γυρεύοντας τον φαναρτζή σπίτι του. Κι άνοιξε η γυναίκα του φαναρτζή – και της είπε γιατί ήταν ανάγκη – και τον ξύπνησαν- κι αγουροξυπνημένος καθώς ήτανε της λέει: «Τρελαθήκατε κυρία μου, το φεγγάρι έχει ώρες που έφυγε. Πώς θέλετε να το φέρουμε πίσω; Πηγαίνετε στο βασιλιά κι ίσως εκείνος να σας κάνει αυτή τη χάρη». Και έτρεξε στο βασιλιά και τον παρακάλεσε να ξαναφέρει το φεγγάρι, γιατί ήθελε να το ’χει η κόρη της να παίξει. Κι ο βασιλιάς κατσούφιασε και φώναξε τον αστρολόγο, κι ο αστρολόγος ξύνοντας το κεφάλι του είπε:
«Μεγαλειότατε ένας μόνο μπορεί να φέρει πίσω το φεγγάρι που έφυγε από τη γη. Ο μέγας μάγος».
«Και πού μένει αυτός», ρώτησε ο βασιλιάς.
«Μένει σε μια σπηλιά σ’ ένα βουνό»
«Φωνάξτε τον», είπε ο βασιλιάς και τον φέρανε. Κι ο Μέγας Μάγος ρώτησε αν το κοριτσάκι ήταν φρόνιμο, αν έτρωγε το φαγητό του και αν είχε καλούς τρόπους.
Και του είπανε πως ήταν φρόνιμο, πως έτρωγε το φαγητό του και πως είχε καλούς τρόπους.

Και τότες ο Μέγας Μάγος κουνώντας τα δάχτυλά του άρχισε να τραβάει το φεγγάρι πίσω στη γη. Και το φεγγάρι άρχισε νάρχεται και να πλησιάζει, κι όλοι τρομάξανε πολύ κι είπανε να σταματήσει. Αλλά ο Μέγας Μάγος είπε: «Τώρα πια είναι αργά. Μόνο αν θέλει το κοριτσάκι να σταματήσει, θα σταματήσει το φεγγάρι νάρχεται» Κι έγινε πανικός στον κόσμο: γιατί μεγάλωνε τόσο πολύ το φεγγάρι όσο πλησίαζε και σε λίγο θάτρωγε τη γη ολόκληρη. Τρέξανε λοιπόν να βρουν το κοριτσάκι – να την πείσουνε ν ’αφήσει το φεγγάρι να φύγει.
Αλλά εκείνη έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι». Και το φεγγάρι ερχότανε. Τότε της τάξανε – ο ίδιος ο βασιλιάς – να γίνει βασίλισσα της γης, αλλά ν’ αφήσει το φεγγάρι. Μα το κοριτσάκι αρνήθηκε κι έλεγε: «Θέλω το φεγγάρι – δεν θέλω τίποτα άλλο». Κι έγινε απελπισία μεγάλη – και το ρολόι της σκέψης στο μυαλό ολονών σταμάτησε – αλλά κάποιος βρέθηκε – ένας γελωτοποιός – που είπε: «Και γιατί να μη φτιάξουμε ένα φεγγάρι ψεύτικο και να της το πάμε και να νομίζει πως ήρθε», και τρέξανε στα μαγαζιά και παραγγείλανε στους φαναρτζήδες ένα φεγγάρι ολομέταξο μ’ ένα φανάρι μέσα για να φέγγει και το πήρανε οι σαλτιμπάγκοι που ντύθηκαν άνθρωποι του φεγγαριού και το πήρανε στο σπίτι του κοριτσιού και το κοριτσάκι ευχαριστήθηκε πολύ – και γέλασε, και είπε:
«Ευχαριστώ φεγγάρι που ήρθες – τώρα μπορείς να φύγεις». Κι άρχισε πάλι να φεύγει το φεγγάρι τ’ αληθινό κι όλα γινότανε πάλι όπως πριν, κι από τότες κάθε χρόνο περιδιαβάζουνε ένα φεγγάρι ψεύτικο τις απόκριες στους δρόμους για να γιορτάσουνε την απολύτρωσή τους από το φεγγάρι που ερχόταν, και ντύνονται για να γελάσουν οι άνθρωποι της γης – άνθρωποι του φεγγαριού».

                                                                    
Αντέγραψα την ιστορία  ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ από το βιβλίο του Ο ΟΜΙΛΩΝ ΠΙΘΗΚΟΣ ή ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ (Εκδόσεις Αιγόκερως 1986). 

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα;

Για μια τέλεια φράση θα έπεφτα στα γόνατα; Ερωτηματικά εισπνέοντας, θαυμαστικά εκπνέοντας, ψάχνω τη στιγμή. Διάβαζα χθες την ιστορία του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ, του φτωχότερου ανάμεσα στους φτωχούς, που όλο του το βιος ήταν ένα κομμάτι μολύβι. Ο γείτονάς του ο ψαράς το χρειαζότανε για βαρίδι στα δίχτυα του, κι όταν του το έδωσε πρόθυμα, εκείνος του υποσχέθηκε την πρώτη ψαριά από το μεγάλο ποτάμι. Μα όταν έριξε τα δίχτυα, έβγαλε ένα μοναδικό ψάρι, ως έναν πήχη μακρύ και μία πιθαμή χοντρό. Τι κι αν τα έριξε πάλι και πάλι και γέμιζαν μέχρι να σπάσουν, στον Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ αναλογούσε εκείνο το πρώτο ψάρι. Το πήρε ευλογώντας τον Θεό και το έδωσε στη γυναίκα του, που κι αυτή απόρησε βλέποντας μόνον ένα και τέτοιο ψάρι. Καθώς το έξυνε όμως στην κουζίνα, βγήκε μέσα από την κοιλιά του ένα πετράδι τόσο μεγάλο και λαμπερό που εκείνη τη νύχτα φώτισε ολόκληρη την κάμαρα. Σε ποια νερά μαύρα και κρύα κολυμπάει το ψάρι μου; Η μήπως είναι πράσινα και διάφανα και στον πάτο μού κρύβεται κάποιας λίμνης; Τρέχει και κρύβεται ανάμεσα σε κοφτερά βράχια, τρέχει και τρέμει γιατί είμαι η μοίρα του. Γι' αυτό όλοι του οι δρόμοι οδηγούν σε μένα. Ακόμα και μέσα σε μια λακούβα με νερό της βροχής έχω διακρίνει την ουρά του. Δεν έχω ούτε αγκίστρι ούτε μαχαίρι, αλλά κι αν μπορούσα να το αρπάξω με γυμνά χέρια, μόλις το ένιωθα να σπαρταράει, θα το πετούσα πίσω στο νερό. Ούτε πάνω σε πέτρες μπορώ να το χτυπήσω, είναι μυστήριο που δεν μπορώ να το λιώσω με τα χέρια μου και να κάνω την αγωνία του διαμάντι, και να κάνω την ασφυξία του αεράκι που να φυσάει μέσα από τις αράδες, φέρνοντας τις λέξεις πίσω μπρος για να διηγηθούν, έτσι μόνες τους, την ιστορία μου. Την ιστορία κάποιου που δε θέλει, που δεν μπορεί να σκοτώσει με τα χέρια του κι όμως σκοτώνει συνεχώς με τη σκέψη του την ίδια πάντα γυναίκα. [Μαρία Μήτσορα, Από τη μέση και κάτω]


Oι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια.
Βλέπει ένα όνειρο. Μια μαύρη μεταλλική γέφυρα ενώνει τις δύο όχθες ενός ποταμού, κάνοντας στον αέρα μία παράξενη στροφή. Εκεί ψηλά στέκεται μαζί με την αγαπημένη του, που τώρα είναι γοργόνα, κοιτάζουν κι απορούνε με τόσα χασάπικα παραταγμένα στην κοντινή τους όχθη. Οι μεγάλες επιγραφές τους διαλαλούν κάθε είδος κρέατος: τίγρης, ελαφιού, λιονταριού, φιδιού, αντιλόπης. Αυτοκίνητα σταματούν κι ανθρώπινες φιγούρες γεμίζουν βιαστικά τα πορτ μπαγκάζ, ενώ άλλα αυτοκίνητα πίσω τους κορνάρουν με ανυπομονησία. Κι όλα τα φώτα, μεγάλα και μικρά, είναι ένα πένθιμο μωβ. Εκείνος νιώθει βαθιά απελπισμένος, σκύβει από πάνω της κι η αφή του τρέχει πριν από τα χέρια του να την αγκαλιάσει, κι η όσφρηση πριν από τη μύτη του χώνεται μέσα στα μακριά της μαλλιά. Όμως τίποτα επάνω της δεν του είναι γνώριμο, ακόμα κι η γεύση του λαιμού της είναι σαν καρβουνιασμένη κι η όσφρηση τού μιλάει και τού λέει – ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει. Η αφή του τη μισεί, κάνει τα χέρια του να τη χτυπάνε αλύπητα. Τη βλέπει με το σαγόνι χαλαρό, με το λακκάκι που τον τρελαίνει, γεμάτο με μια βουλίτσα αίμα. Τη σηκώνει και δεν ξέρει πώς να την ξεφορτωθεί. Κάποιο από τα χασάπικα, σκέφτεται, θα την πάρει γι' ανθρώπινο κρέας από τη μέση κι επάνω. Κατεβαίνει τα σκαλιά της γέφυρας κουβαλώντας τη στα μπράτσα του, και σε κάθε σκαλί το βάρος της γίνεται και πιο ελαφρύ, κι ό,τι άδειο έχει μείνει πια από εκείνη γίνεται και πιο πολύτιμο.

Χτυπάνε όλα μαζί τα κουδούνια της κόλασης. Εγκαταλείποντας την άψυχη γοργόνα στα σκαλοπάτια του ύπνου, ξεσκεπάζει το κεφάλι του. Από το παράθυρο βλέπει ότι η νύχτα είναι ακόμα βαθιά. Συνεχίζει να χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας. Η Βίκυ στέκεται και τρεμοσβήνει στο χαμηλό φως του διαδρόμου... Αμήχανοι κι οι δύο, όρθιοι στην κουζίνα, εκείνος φτιάχνει καφέ. «Με χτύπησε» ψελλίζει η Βίκυ κι είναι σίγουρος ότι παράκουσε –τώρα θα του πει 'με χτύπησες αλλά δεν με σκότωσες, γι' αυτό ήρθα' –, όμως οι άνθρωποι βλέπουν τα ίδια όνειρα μόνο στα παραμύθια. Η Βίκυ, που στηρίζεται στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μάτια καρφωμένα στο ράφι με τα μπαχαρικά, λέει τώρα πιο δυνατά και καθαρά «ψιθύριζα τ' όνομά σου στον ύπνο μου, του τα είπα όλα και με χτύπησε». Τώρα καταλαβαίνει. Ενάμιση χρόνο τη μισούσε επειδή δεν άφηνε τον άντρα της, κι ήρθε επιτέλους στο σπίτι του για να ζήσουν μαζί. Ακόμα ζαλισμένος, διπλοκλειδώνει το ημιτελές μυθιστόρημά του στο συρτάρι του γραφείου.

Τις επόμενες δέκα μέρες η Βίκυ φοράει τα ρούχα του, καθαρίζει και μαγειρεύει ψάρι. Μέσα από το σκοτεινό συρτάρι, το μυθιστόρημα κρυφά διαμαρτύρεται. Στην κρεβατοκάμαρα όμως, ελπίζει ακόμα να βρει βαθιά μέσα στην κοιλιά της το πετράδι του Χουάτζια Χασάν Ελ Χαμπάλ. Κι έπειτα, την ενδέκατη μέρα, γυρίζοντας αργά στο σπίτι από τη δουλειά, «Έκπληξη!» του λέει ανοίγοντας την πόρτα. Φοράει ένα μαύρο κολλητό φουστάνι και γύρω από τον λαιμό της έχει τυλίξει μια πορτοκαλιά εσάρπα. Στο καθιστικό, τα ρούχα, τα παπούτσια της είναι πεταμένα παντού. «Να βγούμε έξω να το γιορτάσουμε! Ήξερα ότι σήμερα αυτός θα έλειπε από την Αθήνα, μπήκα στο σπίτι και πήρα τα πράγματά μου». Η έκπληξη βρίσκεται αλλού – πλάι στο γραφείο του, έχει εγκαταστήσει ένα ενυδρείο φωτισμένο, στο διάφανο πράσινο νερό κολυμπάει ένα μεγάλο μαύρο ψάρι με πορτοκαλιά χαίτη. «Απορώ που το τάιζε, που το βρήκα ζωντανό» λέει η Βίκυ, «το προηγούμενο, σε μία έκρηξη ζήλιας, το είχε δολοφονήσει με βραστό νερό... μερικές φορές το μέλλον τρέχει καταπάνω μας, πριν να σε γνωρίσω το είχα ήδη βαφτίσει κρυφά με τ' όνομά σου». Υπνωτισμένος κοιτάζει το συνονόματο ψάρι να ξεπροβάλλει ανάμεσα από δύο κοφτερά βράχια. Ανοιγοκλείνοντας το στόμα, με ακατάληπτες φυσαλίδες, ποια τέλεια φράση του υπαγορεύει; Η φωνή της Βίκυς σηκώνει κύματα που θολώνουν το παρόν, ρωτάει, ξαναρωτάει ποια παπούτσια να φορέσει, βιάζεται να πάνε για χορό. Το ψάρι υποχωρεί στα φύκια για να κρυφτεί. Η τυφλή θεά τον κορόιδεψε, δεν θα τελειώσει το μυθιστόρημα ποτέ.
Καμιά φορά η τρέλα μπαίνει στα δωμάτια ξαφνικά

Προδημοσίευση από τη νέα συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Μήτσορα, Από τη μέση και κάτω, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Είδα ένα όνειρο ότι κρατούσα ένα λάστιχο που εκσφενδόνιζε τα γράμματα της αλφαβήτου

Κάτω από το φως του κόσμου οι σιδηροτροχιές φωτίζονται σε λούμεν. Υπάρχει η αποβάθρα και η κίτρινη γραμμή της, πίσω από την οποία στέκεται μια εγκατάλειψη, περιμένοντας τον επόμενο συρμό. Ανοιχτά και κλειστά τραύματα ταξιδεύουν στα βαγόνια, ανεβοκατεβαίνουν κυλιόμενες σκάλες, στο τρένο των 12.32 από Άγιο Αντώνιο μια φυγή με κάρτα απεριορίστων διαδρομών περιμένει να αποβιβαστεί στην Κοραή. Στα νότια προάστια, τρυπάνε τη γη για να χωρέσουν ένα κυλινδρικό κενό από το οποίο θα μετακινούνται χιλιάδες επιβάτες μηνιαίως και θα εξυπηρετούνται ταυτόχρονα οι απορίες τους και εναλλάξ οι αμηχανίες τους. Συν διαδρομή προς τη θάλασσα θεωρητικά μπορούν να θάψουν μια-δυο θλίψεις τους ή να αποχωριστούν και μερικές απογοητεύσεις τους, αν το εισιτήριο ήταν μετ’ επιστροφής [Αμιλήτου Άννα]


            Πα­λιὰ ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι ἄ­κου­γα τὸ βα­γό­νι τοῦ τράμ, νὰ γλύ­φει τὶς ρά­γες, κου­δου­νί­ζον­τας πρὸς τὸ φα­νά­ρι μὲ τὸ χα­ρω­πό του καμ­πα­νά­κι. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι αὐ­τὸ τὸ καμ­πα­νά­κι, κα­θό­μουν σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να, ὑ­γρὴ ἀ­πὸ νε­ό­τη­τα, γκρί­ζα ἀ­πὸ ὡ­ρι­μό­τη­τα, ἄ­κου­γα τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο καὶ κου­δού­νι­ζα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κὴ φυ­γή. Εἶ­χα δυ­ὸ χῶ­ρες καὶ δὲ χω­ροῦ­σα σὲ κα­μιά. Εἶ­χα δυ­ὸ ξέ­νες γλῶσ­σες καὶ λέ­ξεις-μω­ρὰ ὀρ­φα­νὲς ἀ­πὸ πα­τέ­ρα. Ἤ­θε­λα νὰ χορ­δί­σω τὶς λέ­ξεις στὸ κλει­δὶ τοῦ φά. Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν βρό­χι­νη, ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη, τὸ χι­ό­νι φρυ­γά­νι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πα­πού­τσια μου.
            Μὲ αὐ­τὴν τὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς φυ­γῆς τα­ξί­δευ­α ἀ­συ­νό­δευ­τη. Ὕ­στε­ρα κα­τά­λα­βα. Ὅ­λες οἱ σύν­θε­τες λέ­ξεις ποὺ πε­ρι­έ­χουν τὸ -γρά­φος πο­νᾶ­νε. Τὸ ὁ­λο­γρά­φως ἔ­χει ἕ­να χτυ­πο­κάρ­δι. Τὸ δι­κό­γρα­φο ζεῖ μὲ ἀ­ναλ­γη­τι­κά, δὲν τὸ ξέ­ρε­τε;
            Εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ μά­να μου ἤ­μουν ἐ­γώ. Κρα­τοῦ­σα ἕ­να λά­στι­χο ποὺ ἐκ­σφεν­δό­νι­ζε τὰ γράμ­μα­τα τῆς ἀλ­φα­βή­του.

Μια φορά κι έναν καιρό η Αγάπη ήταν σαν παραμύθι
Μά­να
Νύ­χτω­σε και λεί­πει. Λύ­πη. Μυ­ρί­ζουν οι απου­σί­ες της, γλυ­κε­ρὴ κο­λώ­νια, εξα­τμί­ζον­ται στην κα­ρέ­κλα με­τὰ την ανα­χώ­ρη­σή της. Το με­ση­μέ­ρι κλά­δε­ψαν τις μου­ρι­ές, με κοι­τάνε απὸ το ανοι­χτὸ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λο του σα­λο­νιού, απὸ τη φω­τει­νὴ πλευ­ρὰ της σι­ω­πής. Φα­λα­κρὰ γυ­μνὰ κου­φά­ρια, μοιά­ζουν με ακτι­νο­γρα­φί­ες του εαυ­τού τους, προ­βλέ­ψεις, συ­νι­στώ­με­νες δό­σεις.
 
Η ψυ­χα­να­λύ­τρια μου ζή­τη­σε να ζω­γρα­φί­σω νε­κρὲς φύ­σεις. 
Ένα μπολ με φρούτα, όπως αυτὸ που ζω­γρά­φι­σα όταν ήμουν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νών. Το κοι­τά­ω κρε­μα­σμέ­νο στον τοίχο, τα φρού­τα δεν έχουν σα­πί­σει από τό­τε. Η λα­δομ­πο­γιὰ δε σα­πί­ζει, το συ­κώ­τι σα­πί­ζει.
 
Έχω ένα δι­α­ζύ­γιο, μια άγα­μη μο­να­χο­κό­ρη και απο­θη­κευ­μέ­νους στο φαρ­μα­κείο του σπι­τιού μερικούς βαθ­μιαίους θα­νά­τους. Εί­ναι στρογ­γυ­λοὶ και ξη­ροί. Έχω κι άλ­λους υγροὺς σε χρω­μα­τι­στά μπου­κά­λια. Τους έχω κρύ­ψει απὸ τον εαυ­τό μου. Ένα πο­τή­ρι εί­ναι πά­ρα πο­λὺ και τα πολ­λὰ δε φτά­νουν. Θα κα­τα­πι­ώ το βαθ­μια­ίο με τρεις γου­λι­ές. Στην υγεί­α δε δί­νουν πολλοί ση­μα­σί­α, είναι σαν την κα­θα­ρι­ό­τη­τα: δεν είναι δι­α­κρι­τή. Μό­νο η βρω­μιὰ είναι δι­α­κρι­τή.

Κό­ρη
Είμαι ερω­τευ­μέ­νη. Έχω τον αγα­πη­μέ­νο μου, περ­πα­τάμε στα πε­ρι­βό­λια με τα γε­ρά­νια, τις λε­μο­νι­ές και τις πορ­το­κα­λι­ές. Θα γεν­νή­σω έναν λε­μο­ναν­θό. Έψα­χνα χρό­νια στο λε­ξι­κό, αν με γέν­νη­σε η μά­να, ποι­ος γέν­νη­σε τις λέ­ξεις. Πάν­τα ανα­ζη­τούσα τους ορισμούς. Στα δε­κα­ο­κτὼ  η για­τρός μου, είπε «Δεν έχεις τί­πο­τα κο­ρί­τσι μου, πάνε σπί­τι σου». Πέ­ρα­σαν χρό­νια με δι­ά­γνω­ση ένα ορι­σμέ­νο τί­πο­τα. Μυρ­μηγ­κιά­ζει στα γό­να­τα, το ορι­σμέ­νο τί­πο­τα γί­νε­ται αό­ρι­στο κά­τι. Είχα το ελάτ­τω­μα, δεν πή­γαι­να κα­λον­τυ­μέ­νη στον προ­θά­λα­μο της απελ­πι­σί­ας.
Σή­με­ρα το από­γευ­μα έλα­βα ένα τη­λε­φώ­νη­μα, έλε­γε μέ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «Φαρ­μα­κευ­τι­κή: θηλυκό επί­θε­το χω­ρὶς ουσι­α­στι­κό. Από­πει­ρα: ουσί­ας ουσι­α­στι­κὸ με επι­θε­τι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό». H ομι­λί­α είναι ένας κύ­λιν­δρος: μό­λις φτά­νει στο τέ­λος ακουμ­πά­ει στην αρ­χή.
Κά­πο­τε ήξε­ρα τρεις γλώσ­σες και δε μι­λούσα κα­μιά. Τώ­ρα με­γά­λω­σα χω­ρὶς λε­ξο­τα­νὶλ και δεν μι­λώ τη μη­τρι­κή μου γλώσ­σα. Πε­ρι­μέ­νω ένα παι­δὶ που θα το ονο­μά­σου­με Στό­μα και θα το ανα­θρέ­ψου­με με λε­ξη­τα­νίλ. Όπως λέ­ω πάν­τα, μπο­ρείς να κά­νεις πολλά πράγ­μα­τα με το στό­μα, μεταξύ άλ­λων να προ­φέ­ρεις ωραί­ες φρά­σεις σε ελ­λι­πή γραμ­μα­τι­κή. Οι γα­ζί­ες θα αν­θί­σουν και πά­λι. Ο κα­λός μου άνοι­ξε χθες στο σα­λό­νι όλα τα βι­βλί­α που έχω δι­α­βά­σει και μου είπε ότι οι λέ­ξεις έλει­παν. Έλυ­παν.


[ΠΗΓΗ: Άν­να Αμί­λη­του,  Θε­ρα­πευ­τι­κ
επι­δεί­νω­ση - Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ Ιστορίες Μπονζάι  http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/